Legislator Case Law & Legislation
580/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against court of first instance regarding lost profits in lease contract dispute.

Case Number 580/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a construction company against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued procedural errors and violations of substantive law regarding lost profits, but the court found these grounds inadmissible or unsupported by specific facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 19 of the Code of Civil Procedure; Articles 576, 577(a), 578(1) of the Civil Code: An appeal based on vague allegations of procedural violations or substantive law breaches without specific factual references is inadmissible and must be dismissed.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Lost Profits Claim Inadmissible Appeal Lease Contract Dispute Court Costs Award Procedural Violation Substantive Law Breach

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Civil Code
Article 577(a) of the Civil Code
Article 578(1) of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Decision 1774/2005 of the Athens Single First Instance Court
Decision 1752/2006 of the Athens Single First Instance Court
Decision 5441/2003 of the Athens Court of Appeal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 580 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 580/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΚΑ-ΔΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαχαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΕΚΑ ΕΠΕ" που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κωνσταντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αθανασόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης λόγω του ότι εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου αίτησή του περί αρμοδιότητος του Δικαστηρίου και ειδικότερα ως προς το εάν αρμόδιο για την εκδίκαση της υποθέσεως είναι Αστικό ή Διοικητικό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφτηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των υπό στοιχεία 3-6 ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη ..., απεβίωσε στις 23/9/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου δήμου Αθηναίων ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτής α) ..., β) ..., γ) ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω αναφέρεται και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2004 αγωγή της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 9/12/2004 προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 17/1/2005 πρόσθετη παρέμβαση των υπό στοιχεία 2-6 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1774/2005 μη οριστική και 1752/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 5573/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/1/2008 αίτησή της και τους από 2/12/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 5/1/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αθανασίου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 22-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 5573/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικαστεί με τους από 4-8-2008 και 2-12-2008 πρόσθετους λόγους, διότι υπάρχει προφανής συνάφεια μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και μειώνονται τα έξοδα γενικά Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρίθ, 1 Κ.Πολ.Δ, στην περίπτωση που με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη και για την απόρριψη αυτή προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθενται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αιτήματος ως μη νομίμου συνιστά η όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας η ως άνω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι απέρριψε ως μη νόμιμη την προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή αγωγή της που είχε ασκήσει κατά των με στοιχ. 2 τελευταίων πέντε αναιρεσιβλήτων παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 88 του Κ.Πολ.Δ..

Στο αναιρετήριο, όμως, δεν εκτίθενται με πληρότητα η ιστορική βάση της ως άνω, παρεμπίπτουσας αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος της παροχής έννομης προστασίας. Κατά συνέπεια ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Η απόφαση για την καταβολή μισθωμάτων ή αποζημίωσης για καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως αποτελεί δεδικασμένο η έκταση του οποίου προσδιορίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 321 επ. Κ.Πολ.Δ., η δε διάταξη του άρθρου 651 του ίδιου Κώδικας οποία εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 331 του Κ.Πολ.Δ., αφορά μόνο τις αποφάσεις για την παράδοση ή απόδοση του μισθίου και όχι αποφάσεις για το μίσθιο με άλλο αντικείμενο, όπως την καταβολή μισθωμάτων ή αποζημίωσης των συμβληθέντων για τον οποιοδήποτε λόγο.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο το δικονομικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης καθώς και τη νομική αιτία ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου και τις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν.

Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει διαγνωστεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Τούτο συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο ζήτημα, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση όπως συμβαίνει και όταν ζητείται η καταβολή μισθωμάτων ή αποζημίωσης για καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από εκείνο που ζητήθηκε με προηγούμενη αγωγή και για το οποίο έχει κριθεί με τελεσίδικη απόφαση το ίδιο δικαίωμα για την καταβολή μισθωμάτων η αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 20/2002 Α.Π.).

Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575 και 576 του Α.Κ, ο μισθωτής έχει τη βασική υποχρέωση από τη σύμβαση μισθώσεως να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση. Στην περίπτωση που η συμφωνημένη χρήση του μισθίου αφορά την άσκηση σ αυτό επαγγελματικής δραστηριότητας από τον μισθωτή, για την οποία απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, τότε ο εκμισθωτής βαρύνεται με την υποχρέωση να συμπράξει στις αναγκαίες εκ των περιστάσεων πράξεις με τις οποίες πρόκειται να εξασφαλιστεί στο μισθωτή η συμφωνημένη χρήση του μισθίου.

Ο ιδιοκτήτης εκμισθωτής του μισθίου ακινήτου οφείλει να υποβάλει στην αρμόδια διοικητική αρχή σχετική αίτηση με τα απαιτούμενα αναγκαία δικαιολογητικά, που συνδέονται με το πρόσωπό του και τα οποία αυτός μόνο διαθέτει προκειμένου η αρχή αυτή να παράσχει την έγκρισή της για την τροποποίηση της οικοδομικής άδειας που θα καταστήσει έτσι δυνατή τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου.

Η άρνηση ή η αδράνεια του εκμισθωτή να συμπράξει προς την ως άνω κατεύθυνση αποτελεί λόγο που θεμελιώνει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου με συνέπεια ο μισθωτής να μπορεί να ασκήσει κατά τούτου τα παρεχόμενα σ' αυτόν δικαιώματα από τις διατάξεις των άρθρων 576 επ. Α.Κ, δηλαδή μη καταβολή του μισθώματος ή καταγγελία της μισθώσεως (576, 585 Α.Κ).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ.1 παρ 1, 580 και 581 Α.Κ., ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για τα πραγματικά ελαττώματα, που ο μισθωτής γνώριζε ή αγνοούσε από βαρεία αμέλεια κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης ή αν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα, που εμποδίζουν ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση του, συνεπώς και για το ότι το μίσθιο είναι ακατάλληλο για τη χρήση που συμφωνείται, γιατί δεν έχει την απαιτούμενη άδεια της επαγγελματικής δραστηριότητας του μισθωτή στο μίσθιο αν ο τελευταίος κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε το ελάττωμα ή αν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο εν γνώσει του ελαττώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα παρακάτω : Η πρώτη αναιρεσίβλητη, με την από 25-7-2000 αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας, ιστορούσε, ότι, με το από 16-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, μίσθωσε από την αναιρεσείουσα το ακίνητο που με λεπτομέρεια περιγράφεται με τη αγωγή για να χρησιμοποιηθεί ως σταθμός αυτοκινήτων, πλυντήριο και κατάστημα ειδών εμπορίας αυτοκινήτων.

Λόγω, όμως, ελαττώματος του μισθίου, συνισταμένου στο ότι υπήρχε αδυναμία εκδόσεως αδείας λειτουργίας της επιχείρησης της μισθώτριας, η οποία είχε συμφωνηθεί να λειτουργήσει στο μίσθιο, η μισθώτρια δεν μπόρεσε να το χρησιμοποιήσει για το σκοπό που το μίσθωσε και για το λόγο αυτό κατάγγειλε τη μίσθωση στις 2-3-2000 με εξώδικη δήλωσή της.

Ετσι, από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας η οποία κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης μισθώσεως εγνώριζε το, ως άνω, ελάττωμα και δολίως το απέκρυψε, ζημιώθηκε απώλεσε τα κέρδη τα οποία θα είχε με πιθανότητα και με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αν το μίσθιο δεν είχε ελάττωμα και λειτουργούσε η επιχείρησή της σε αυτό το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο 1999 μέχρι την 31 -7-2000.

Ζητούσε δε να αναγνωριστεί, ότι η εκμισθώτρια της οφείλει ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας της το ποσόν των 36.000.000 δρχ.. Η εκμισθώτρια άσκησε αντίθετη αγωγή, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, που ισχυρίζονταν, ότι υπέστη η από την παράνομη εκ μέρους της μισθώτριας καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η με αριθμ. 497/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία σε σχέση με το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών η, ως άνω, αγωγή έγινε δεκτή για το ποσόν των 14.500.000 δρχ;

που αντιστοιχεί στα διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο 1999 έως και Μάρτιο 2000. Κατ' αυτής άσκησαν εφέσεις και τα δύο διάδικα μέρη, επί των οποίων εκδόθηκε η με αρίθμ 5441/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Αυτή έκρινε σε σχέση με το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, ότι η αγωγή, κατά το ποσόν των 16.000.000 δρχ., που αντιστοιχεί στα διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από Νοεμβρίου 1999 μέχρι την 2-3-2000 που η μισθώτρια κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως και παρέδωσε τα κλειδιά του μισθίου, είναι αόριστη.

Αναφορικά με τα διαφυγόντα κέρδη του υπολοίπου χρονικού διαστήματος από 2-3-2000 μέχρι 31-7-2000, αφού έκρινε, ότι η έκδοση άδειας λειτουργίας που να καλύπτει τη συμφωνημένη χρήση δεν ήταν δυνατή και η μισθώτρια δεν είχε συμφέρον στη συνέχιση της μισθώσεως, έγκυρα, κατά τη διάταξη του άρθρου 585 του Α.Κ, με την από 2-3-2000 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εκμισθώτρια στις 6-3-2000, την κατήγγειλε, αφού είχε παύσει να κάνει χρήση του μισθίου από 2-3-2000. 'Οτι υφίσταται αξίωση αποζημιώσεώς της, μισθώτριας για την μη εκτέλεση της συμβάσεως μισθώσεως, λόγω του ότι κατά τη συνομολόγησή της υπήρχε το πιο πάνω πραγματικό ελάττωμα που εμπόδιζε τη χρήση του μισθίου και του οποίου την ύπαρξη, καίτοι εγνώριζε η εναγομένη την απέκρυψε και ότι η ζημία της συνίσταται στα διαφυγόντα κέρδη, που θα απέφερε σε αυτή με πιθανότητα και με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων η χρήση του μισθίου σταθμού, με το πλυντήριο και το κατάστημα εμπορίας ειδών αυτοκινήτου κατά τον ένδικο από 2-3-2000 έως 31 -7-2000 συμβατικό χρόνο εάν λόγω του πραγματικού ελαττώματος δεν μεσολαβούσε η παύση των της λειτουργίας του σταθμού και η καταγγελία της μισθώσεως από 2-3-2000.

Η ζημία δε αυτή της μισθώτριας ανέρχονταν στο ποσόν των 12.500.000 δρχ. από διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος των πέντε μηνών από 2-3-2000 μέχρι 31-7-2000, ενώ για το προγενέστερο χρονικό διάστημα η αγωγή της μισθώτριας κρίθηκε αόριστη και απορρίφθηκε. Με την προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα παραπάνω, και συγκεκριμένα η ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, αδυναμία της εναγομένης να χρησιμοποιήσει αυτό για το σκοπό που το μίσθωσε εξαιτίας του ελαττώματος ή υπαιτιότητα της εκμισθώτριας για το εν λόγω ελάττωμα και η ζημία της μισθώτριας από την αδυναμία χρήσεως του μισθίου μέχρι την 31-7-2000.

αποτελούσαν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις της μισθώτριας οπού άσκησε με την αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον οι αξιώσεις αυτές στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και συγκεκριμένα στην υποχρέωση της εκμισθώτριας για αποζημίωση της μισθώτριας προς αποκατάσταση των ζημιών της από την αδυναμία χρήσεως του ίδιου μισθίου από την ίδια μίσθωση.

Για το χρονικό διάστημα μετά την 31 Ιουλίου 2000 το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο μόνο ως προς την ύπαρξη ζημιών της μισθώτριας και το ύψος αυτών και μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκα οι διάδικοι δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή για το ποσόν των 68.642.69 ευρώ. 'Ετσι, όπως έκρινε το Εφετείο και δέχτηκε ότι για τις προϋποθέσεις των ενδίκων απαιτήσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης υπάρχει δεδικασμένο από την με αριθμ. 5441/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εφόσον με την τελευταία αυτή απόφαση αναγνωρίστηκε η ίδια απαίτηση για προγενέστερο χρονικό διάστηκα και έκτοτε δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο κρίθηκε η ανταπαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο (Ολ.

ΑΠ 1.2003), σς 'ςαδΛς Κι, κατά συνέπεια ο με αρίθμ 3 λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ 1 και 16 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων περί δεδικασμένου, είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης τους πρώτο, 2ο των από 4-8-2008 και τους δύο τελευταίους των από 2-12-2008 πρόσθετων λόγων αποδίδονται οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 16, 1, 4, 14, 6 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 5441/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εφόσον το εν λόγω δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία και δεν ήταν αρμόδιο καθύλην να αποφανθεί για το εάν η μισθώτρια εστερείτο του δικαιώματος λειτουργίας και εκμετάλλευσης σταθμού αυτοκινήτων για το λόγο ότι δεν διέθετε την κατά νόμο άδεια και δέχτηκε την ύπαρξη ελαττωμάτων του μισθίου εξαιτίας αυτής της ελλείψεως και επιπλέον στήριξε την κρίση του στην από 2 Ιουνίου 2000 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ..., ενώ η κρίση αυτή ανήκει στις αρμόδιες διοικητικές αρχές και τα διοικητικά δικαστήρια, σύμφωνα και με τις διατάξεις του Π.Δ 455/76.

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές στηρίζονται σε εσφαλμένη βάση, εφόσον αντικείμενο της παρούσας δίκης, όπως και της προηγούμενης, από την οποία προέκυψε το δεδικασμένο, δεν ήταν το ζήτημα των προϋποθέσεων για την απόκτηση άδειας λειτουργίας σταθμού αυτοκινήτων και πλυντηρίου, ούτε ως προδικαστικό ή παρεμπίπτον αλλά η ύπαρξη ή όχι πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, που αποτελεί και η έλλειψη της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας λειτουργίας σύμφωνα και με όσα αναφέρονται και στη μείζονα σκέψη η διαπίστωση δε αυτής ανήκει αποκλειστικά στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά συνέπεια οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης και οι πρόσθετοι σε αυτήν λόγοι είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, πέραν του ότι είναι απαράδεκτοι και για το λόγο ότι προσκρούουν στο δεδικασμένο από την 5441/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ 1 η αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι η ενάγουσα από την 5-10-2000 τέθηκε υπό εκκαθάριση με την 3859/27-9-2000 πράξη του συμ/φου Αθηνών Χρήστου Γοργία και έκτοτε δεν υπήρχε ζημία της από την αδυναμία χρήσεως του μισθίου, εφόσον έπαυσε η επαγγελματική δραστηριότητά της.

Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση της αγωγής λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε εφόσον έγινε δεκτή η ύπαρξη ζημίας της μισθώτριας και για το χρονικό διάστημα μετά την θέση υπό εκκαθάριση της μισθώτριας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης και ο τελευταίος των από 4-8-2000 πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Ως προς τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι απαραίτητα να συντρέχουν για τη θεμελίωση απαίτησης για διαφυγόντα κέρδη, αυτός είναι εντελώς αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον δεν υπάρχει καμία αναφορά σε συγκεκριμένη παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε και άλλη ασάφεια ή αντίθεση στις αιτιολογίες των παραδοχών του αλλά απλή παράθέση των απόψεων της αναίρεσης για το απαιτούμενο περιεχόμενο της αγωγής καταβολής αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη.

Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της μισθώτριας, το οποίο ήταν ανύπαρκτο. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως με αυτήν απορρίφθηκε η εν λόγω ένσταση διότι δεν προτάθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί.

Με τον πρώτο των από 2-12-2008 πρόσθετων λόγων η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 576, 577 εδ. α και 578 παρ 1 του Α.Κ με τις παραδοχές του ότι αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως για το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου της ελλείψεως άδειας λειτουργίας του σταθμού αυτοκινήτων το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-8-2000 μέχρι 31-12-2000, η μισθώτρια θα είχε καθαρά έσοδα τα οποία και απώλεσε εξαιτίας του ελαττώματος του μισθίου χωρίς να διευκρινίζεται αν και με ποιον τρόπο η μισθώτρια υπέβαλε αίτηση για την έκδοση της ανωτέρω άδειας λειτουργίας όπως ήταν υποχρεωμένη από τον νόμο ή τέτοια αίτηση για άδεια υποβλήθηκε και απορρίφθηκε.

Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν με την 5441/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και καλύπτονται από το δεδικασμένο από την απόφαση αυτή.

Συνεπώς, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος κα πρέπει να απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι σε αυτήν λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, διότι έχασε τη δίκη (αρθρ. 1 76, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιανουαρίου 2008 αίτηση αναίρεσης της 5573/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους πρόσθετους σε αυτήν λόγους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά 'έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οχτακοσίων (1 800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ