Legislator Case Law & Legislation
580/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's dismissal of claims due to statute of limitations based on insufficient reasoning.

Case Number 580/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by OTE against the Athens Court of Appeal's decision to reject the plaintiff's claims based on the statute of limitations. The plaintiff argued that the five-year limitation period had expired, while OTE contended the defendant knew of the omission in promotions earlier. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to clearly establish when the defendant actually knew of the omission, despite the defendant's long tenure and prior candidacy for promotion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 937 of the Civil Code; The court's decision to dismiss a claim based on the statute of limitations is void if the reasoning fails to clearly establish when the defendant acquired knowledge of the omission, requiring specific facts rather than vague assertions.

Keywords

AI generated
statute of limitations omission in promotions insufficient reasoning civil code article 937 knowledge of omission administrative promotion statute of limitations defense

Cited Legislation

AI generated
Article 937 of the Civil Code
Articles 9(7), 8(a), 10, and 21(4) of the General Personnel Regulations of OTE
Article 54(1) of Law 165/1973
Article 281 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos 14/1998
Areios Pagos 706/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 580 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 580/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.

Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1373/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5136/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, όπως αυτός, σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 7, 8 εδ. α΄ και 10 και 21 παρ. 4 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (ΓΚΠ/ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ΄ του αν.ν 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β΄ 568/8-9-1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ.

ΑΠ 14/1998, ΑΠ 706/2001), οι π-προαγωγές στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του υποδιευθυντή, ενεργούνται κατ΄ απόλυση εκλογή, ανάλογα με την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και την ουσιαστική καταλληλότητα του υπαλλήλου σε συνδυασμό προς τα τυπικά προσόντα του. Όλα αυτά ελέγχονται από τα στοιχεία του ατομικού φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και προαγωγής του κρινομένου και εκτιμώνται από το αρμόδιο για την προαγωγή Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, λαμβάνοντας υπόψη του τα αναφερόμενα στο άρθρο 9 παρ. 10 στοιχεία.

Επομένως, η ουσιαστική κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, που λειτουργεί ως εργοδοτικό όργανο, αναφορικά με την προαγωγή ή την παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, ως προς τη συνδρομή των όρων του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή αν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος προαγωγής, παράλειψε να προαγάγει υπάλληλο, ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε κατά την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και την εν γένει καταλληλότητα έναντι άλλου συναδέλφου του που προήχθη.

΄Ετσι η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου καθ΄ υπέρβαση των ορίων αυτών του άρθρου 281 ΑΚ είναι παράνομη και επομένως άκυρη, κατά τα άρθρα 174, 180 ΑΚ και παρέχει σ΄αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του, κατ΄ άρθρο 70 ΚΠολΔ, οπότε με την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως από το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να συντελεστεί, κατ΄ άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1082/1980, αλλά και την αποζημίωσή του, αναφορικά με τις αποδοχές του, που προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις, ως διαφυγόν κέρδος από την εις βάρος του αδικοπραξία -κατάχρηση δικαιώματος, λόγω της παράνομης και υπαίτιας πράξεως των οργάνων του εργοδότη, που τον αντιπροσωπεύουν και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά τα άρθρα 71, 281, 914, 297, 298 ΑΚ (Ολ.

ΑΠ 14/1998). Εξάλλου, κάθε αξίωση του υπαλλήλου, που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, οπότε υφίσταται αδικοπραξία κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, είτε έχει ως αντικείμενο το ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφότου δηλαδή έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, αφού όλες αυτές οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράνομη παράλειψη του εργαζομένου από τις προαγωγές και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε, η μεν αξίωση για προαγωγή από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και μόνον οι υπόλοιπες να υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 462/2005, 154/2003).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:

Ο αναιρεσίβλητος είναι υπάλληλος της αναιρεσείουσας (ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."), συνδεόμενος με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από τις 20-6-1977. Αυτός (αναιρεσίβλητος) κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1993 για την κάλυψη οκτώ κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της προαγωγής, δεν προήχθη στο βαθμό αυτόν του Υποδιευθυντή, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα.

Ο ίδιος (αναιρεσίβλητος), που εξαιτίας του ότι κατά παράβαση του άρθρου 281 του ΑΚ παρανόμως δεν προήχθη, έχει τις αναφερόμενες, από το άρθρο 914 ΑΚ, αξιώσεις για το ότι έπρεπε να έχει προαχθεί από 1-1-1993 και για καταβολή της επίσης αναφερόμενης αποζημιώσεως για την εξαιτίας της παρανομίας αυτής ζημία του λόγου διαφυγόντως κέρδους, οι οποίες όμως δεν έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, γιατί αυτός (αναιρεσίβλητος) έλαβε γνώση της παραλείψεως προαγωγής του και της εξαιτίας αυτής ζημίας του το έτος 1999 και έκτοτε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής κατά τις 7-2-2003 δεν παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών.

Με βάση δε την παραδοχή του αυτήν το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας για παραγραφή των ως άνω αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε(με το να μην τις εφαρμόσει) ούτε τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 9 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (ΓΚΠ/ΟΤΕ), τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 30 του ίδιου Κανονισμού, η οποία ορίζει ότι το προσωπικό οφείλει να γνωρίζει τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού και του Υπηρεσιακού Οργανισμού, καθώς και τις γενικές και ειδικές εγκυκλίους και οδηγίες, αλλ΄ ούτε και το άρθρο 937 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, αποκλείστηκε η ευθεία παραβίαση των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων με την παραπάνω παραδοχή ότι από τότε που ο αναιρεσίβλητος έμαθε για την παράλειψη προαγωγής του και την εξαιτίας αυτής ζημία του μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεών του (πρβλ.

ΑΠ 147/1993). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν επί του ως άνω ζητήματος, που αφορά την ένσταση της αναιρεσείουσας για παραγραφή των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου είναι επαρκείς, εφόσον με σαφήνεια καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση ότι από το έτος 1999, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1993 παραλείψεώς του από την προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή και της εξαιτίας της παραλείψεώς του αυτής ζημίας του μέχρι την επίδοση (κατά τις 27-2-2003) της ένδικης αγωγής του παρήλθε χρονικό διάστημα μικρότερο των πέντε (5) ετών.

΄Ετσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την εκ μέρους του Εφετείου ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και ιδίως εκείνης του άρθρου 937 του ΑΚ. Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογικών επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

΄Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, δηλαδή η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου έχει την ακόλουθη γνώμη : Το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για τους σ΄ αυτήν παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, ότι οι ως άνω από αδικοπραξία αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου δεν έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ΄ αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και αυτό γιατί τα περιστατικά που δέχεται το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα τούτο δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε λάβει γνώση του ότι είχε παραλειφθεί κατά τις προαναφερόμενες προαγωγές προτού συμπληρωθεί πενταετία πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής του, ενόψει μάλιστα αφενός του ότι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ότι δεν είχε γνωστοποιηθεί στον αναιρεσίβλητο η παράλειψή του κατά τις προαγωγές, γνωστοποίηση βέβαια, η οποία δεν ήταν απαραίτητη, αφού αρκούσε η σχετική πληροφόρησή του από άλλού, και αφετέρου (ιδίως) δεν δικαιολογείται επαρκώς για ποιόν ειδικότερα λόγο ο αναιρεσίβλητος, που ήδη είχε μεγάλο βαθμό στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και έτσι θα έπρεπε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να γνώριζε σε ικανό βαθμό για τα δρώμενα στους κόλπους της που αφορούσαν και αυτόν, δεν είχε πληροφορηθεί, επί τόσο μακρύ από το έτος 1993 και εφεξής χρονικό διάστημα, νωρίτερα από το έτος 1999 και μάλιστα προτού συμπληρωθεί πενταετία πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής του την παράλειψή του κατά τις προαγωγές στο βαθμό του Υποδιευθυντή, πολλώ μάλλον εφόσον αυτός εκ του πράγματος ήταν υποψήφιος για προαγωγή στον εν λόγω βαθμό κατά τις ως άνω σχετικές προαγωγικές κρίσεις του έτους 1993, δεδομένου ότι δεν αρκεί, για να θεωρηθεί επαρκής η σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το ότι σ΄ αυτήν όλως ασαφώς και αορίστως αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της παραλείψεως προαγωγής του και της εξαιτίας αυτής ζημίας του το έτος 1999, αφού έτσι υφίστανται στη σχετική αιτιολογία και ποιοτικές, αλλά και ποσοτικές ελλείψεις.

Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που αφορά την ένσταση της αναιρεσείουσας για παραγραφή των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, όπως ο λόγος αυτός, σε κάθε περίπτωση, παραδεκτώς διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, με την έγγραφη εισήγηση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, θα έπρεπε, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, να γίνει δεκτός ως βάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ) για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 5136/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ