Legislator Case Law & Legislation
580/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against Iannina Court of Appeal's decision due to lack of specific and detailed reasoning.

Case Number 580/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by the accused against the Iannina Court of Appeal's ruling of 214/2003. The accused argued that the lower court failed to provide specific and detailed reasoning regarding the evaluation of witness testimonies and the transfer of property ownership. The court agreed, finding the original decision legally flawed because it did not adequately explain how the facts supported the conviction for embezzlement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure; The Court of Appeal's decision is subject to cassation if it lacks specific and detailed reasoning regarding the evaluation of evidence and the application of substantive criminal law provisions.

Keywords

AI generated
lack of specific reasoning cassation appeal embezzlement conviction witness testimony evaluation property ownership transfer Code of Criminal Procedure Court of Appeal decision

Cited Legislation

AI generated
Article 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure
Article 485(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 375(2) of the Penal Code
Article 1(9) of Law 2408/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 580 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 580/2006

To Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα - σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Ευάγγελο Σταυρουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Γ. συζ. Κ. Ν., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 214/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2004 αίτησή της αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 229/2004.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα, με αριθμό πρωτ. 499/31-10-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 15-1-2004 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Γ. συζύγου Κ. Ν. το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 214/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και εκθέτω τα εξής:

Ι. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν την από 7-11-2002 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κατά του υπ’ αριθμ. 191/2002 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο ήταν εμπιστευμένο σ’ αυτή λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου.

ΙΙ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε στις 15-1-2004 με δήλωση της αναιρεσείουσας στο Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. …/15-1-2004 σχετική έκθεση, ενώ το βούλευμα επιδόθηκε στις 15-1-2004 και διαλαμβάνονται σ’ αυτή (έκθεση) οι αναιρετικοί λόγοι της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ.

β’ και δ’ ΚΠΔ). ΙΙΙ. α./ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παρανόμως κατά το χρόνο που ευρίσκεται στην κατοχή του και έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.

Η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.

α’ του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και 1 παρ. 1 του ν. 5638/1932 "Περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 951/1971, προκύπτει ότι η τράπεζα, στην οποία έγινε κατάθεση χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, καθίσταται κύρια των χρημάτων αυτών από το χρόνο της καταθέσεώς τους, ότι υποχρεούται να αποδώσει κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε στον καθένα δικαιούχο του κοινού λογαριασμού μέρος ή ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων δικαιούχων και ότι εκείνος από τους δικαιούχους, που ανέλαβε τα χρήματα μιάς τέτοιας καταθέσεως, γίνεται κύριος αυτών και είναι αδιάφορο σε ποιόν από τους καταθέτες ανήκαν αυτά, όπως είναι αδιάφορη και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία ενοχικές μόνο υποχρεώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού, που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων (ΑΠ 1709/1986 ΠΧ ΛZ’ 238, 1345/1996 ΠX MZ’ 1327, 895/2001 ΠΧ ΝΒ’ 325, 1704/2002 ΠΧ ΝΓ’ 641).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 977 εδ. α’ και 1034 του ΑΚ: α) για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ’ αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα και β) παράδοση της νομής σ’ εκείνον που την αποκτά υπάρχει και όταν συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και του μέχρι τώρα νομέως και παραμείνει ο τελευταίος στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση, όπως αυτή της εντολής.

Η αντιφώνηση αυτή της νομής δεν απαγορεύεται να γίνει και πριν από την κτήση της από το μεταβιβάζοντα στο όνομά του (προαντιφώνηση), οπότε μετά την τέτοια κτήση της επέρχεται χωρίς άλλο και η μεταβίβασή της στον αποκτώντα (Μπαλή Εμπράγ. Δ. παρ. 6, σελ. 22, ΑΠ 1682/1997, 1011/2000, 1636/2003 ΠΧ ΜΗ’ 566, ΝΑ’ 244 και ΝΓ’ 604 αντίστοιχα).

β./ Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000 ΠΧ ΜΔ’ 167, ΜΖ’ 379, ΝΑ’ 55 αντίστοιχα).

Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατ’ είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών και η αξιολόγηση του περιεχομένου τους. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει ανενδοιάστως ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του (ΑΠ 354/2001 ΠΧ ΝΑ’ 1088, 2253/2002 ΠΧ ΝΓ’ 795).Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 760/1996, 1155/2000 ΠΧ ΜΖ’ 379, ΝΑ’ 398 αντίστοιχα).

IV. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως από αυτό προκύπτει, δέχθηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που σχηματίσθηκε από τη διενεργηθείσα προανάκριση και τις νομότυπα περατωθείσες κυρία ανάκριση και συμπληρωματική κυρία ανάκριση και δη από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό προς την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψαν τα εξής:

Με την υπ’ αριθ. .../6.4.1995 δημόσια διαθήκη της συμβ/φου Ιωαννίνων Αναστασίας Γκαραλάνη-Παπαδοπούλου η αποβιώσασα στις 30.5.1998 Α. Γ. Χ. άφησε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ως κληροδότημα όλα τα χρηματικά ποσά της, τα ομόλογα ή άλλους τίτλους παραστατικούς αξιών, που είχε κατατεθειμένα σε Πιστωτικά Ιδρύματα και Ταμιευτήρια.

Η διαθέτιδα ήταν κατάκοιτη για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από το θάνατό της και δεν είχε στενούς συγγενείς. Την φυσική της, ως εκ τούτου, αδυναμία να επιμεληθεί των υποθέσεών της, σχετικά με τις εισπράξεις απαιτήσεών της και κυρίως την πληρωμή πάσης φύσεως ατομικών και οικιακών της λογαριασμών αναπλήρωνε με ανάθεση εντολών σε φιλικά πρόσωπα εμπιστοσύνης του περίγυρού της.

Τέτοιο πρόσωπο απόλυτης εμπιστοσύνης υπήρξε για τη διαθέτιδα η Β. χήρα Ι. Ζ., την οποία, όπως η ίδια καταθέτει στην από 14.2.2001 ένορκη προανακριτική της κατάθεση, εμφάνιζε ως συνδικαιούχο στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, προκειμένου να τους διακινεί με καταθέσεις και αναλήψεις ως άμεσος αντιπρόσωπός της και με εντολή να εισπράττει χρήματα από τους κοινούς λογαριασμούς και να πληρώνει τις εκάστοτε οφειλές της.

Τα καθήκοντα αυτά της εντελοδόχου η προαναφερόμενη μάρτυρας τα εκτελούσε χωρίς αμοιβή, βεβαίως, μέχρι και το Πάσχα του 1998, όταν αντικαταστάθηκε από την κατηγορουμένη Γ. Ν.. Για την αντικατάσταση αυτή μεσολάβησε ο Μ. Κ., εξάδελφος από την Αθήνα της διαθέτιδος, ο οποίος επηρέαζε τις αποφάσεις της και ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει σύμφωνα με την ανώμοτη κατάθεση της κατηγορουμένης.

‘ Ετσι, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. .../14.3.03 απαντητικό έγγραφο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, που δόθηκε μετά από άρση του τραπεζικού απορρήτου με το υπ’ αρ. 60/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ. Ιωαννίνων, η προθεσμιακή κατάθεση με τον αριθμό ... καταστήματος Ιωαννίνων της διαθέτιδος με συνδικαιούχο την παραπάνω μάρτυρα Β.

Ζ. προεξοφλήθηκε στις 30.4.98 με κεφάλαιο 46.955,25 € και τόκους 560,23 € και ανοίχτηκε άλλη προθεσμιακή κατάθεση του ιδίου καταστήματος με τον αριθμό ... με συνδικαιούχο πλέον την κατηγορουμένη. Το ίδιο έγινε και με το λογαριασμό Ταμιευτηρίου της Εμπορικής Τράπεζας με τον αριθμό ..., ο οποίος έκλεισε στις 6.5.1998 με συνδικαιούχο τη Β.

Ζ. και άνοιξε νέος την ίδια ημέρα με τον αριθμό ..., ποσού 7.383.665 δρχ. με συνδικαιούχο την κατηγορουμένη, όπως προκύπτει από το απαντητικό από 24.3.03 έγγραφο της εν λόγω Τράπεζας (κατάστημα Ιωαννίνων). Ακόμη η παραπάνω μάρτυρας Β. Ζ., συνεπής στα καθήκοντα της εντελοδόχου που της είχε αναθέσει η ανήμπορη να επιμεληθεί των υποθέσεών της διαθέτιδα, ρευστοποίησε ένα ομόλογο της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 9.500.000 δρχ.

μετά τον θάνατο της εντολέα της και απέδωσε την αξία του στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Από αυτά συνάγεται ότι και η σχέση της διαθέτιδας με την κατηγορουμένη ήταν η ίδια, όπως και με την παραπάνω μάρτυρα, ήτοι σχέση εντολής και άμεσης αντιπροσώπευσης άμισθη (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Συγκεκριμένα αποδεικνύεται ότι η διαθέτιδα Α.

Χ. κατέστησε συνδικαιούχο την κατηγορουμένη, λόγω της εμπιστοσύνης της προς αυτήν, στους λογαριασμούς που διέθετε στα παραπάνω Πιστωτικά Ιδρύματα και Ταμιευτήρια, όχι με διάθεση δωρεάς προς αυτήν, αλλά με σαφή σκοπό να επιμελείται των υποθέσεών της, της διακίνησης των κοινών λογαριασμών με καταθέσεις και αναλήψεις προς πληρωμή των ατομικών και οικιακών της λογαριασμών, που θα πραγματοποιούνταν με χρήματα της εντολέα και για λογαριασμό της.

Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ότι το συνολικό ποσό των κοινών λογαριασμών αποτελούσε τρόπον τινά αμοιβή των υπηρεσιών της προς τη θανούσα, δεν είναι βάσιμος. Και τούτο γιατί πριν από την ίδια τις υπηρεσίες αυτές τις πραγματοποιούσε η Β. Ζ., η οποία κατέθεσε σαφώς ότι η σχέση τους ήταν αυτή της εντολέα και εντελοδόχου και η ίδια σχέση συνεχίστηκε με την κατηγορουμένη, αφενός και αφετέρου, αν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί αμοιβής της, η διαθέτιδα δεν θα άφηνε τα χρήματα αυτά των κοινών λογαριασμών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Εξάλλου, όπως η ίδια η κατηγορουμένη παραδέχεται με την απολογία της κατά την κυρία ανάκριση και το απολογητικό της υπόμνημα, για κάποια βοήθεια που προσέφερε στην ανήμπορη από το 1990 Α. Χ., απολάμβανε την απαλλαγή καταβολής του μισθώματος του διαμερίσματός της που ανήκε στην κυριότητα της "ευεργετούμενης" Α.

Χ., εφόσον κατέβαλε χαρακτηριστικά μικρό και συμβολικό μίσθωμα. Το ότι ανοίχτηκαν οι παραπάνω κοινοί λογαριασμοί και στο όνομα της κατηγορουμένης, αυτό έγινε για να είναι σε θέση να αναλαμβάνει χρήματα απ’ αυτούς και να πραγματοποιεί για λογαριασμό και στο όνομα της Α. Χ. διάφορες πληρωμές οφειλών της κατ’ εντολή της τελευταίας.

Για να υπάρχει όμως δυνατότητα λειτουργίας αυτής της σχέσης εντολής και με δεδομένο ότι η εντελοδόχος κατηγορουμένη με την ανάληψη των χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς γίνονταν κυρία των χρημάτων, σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους που διέπουν τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς (ν. 5638/1932 και ν.δ. 951/1951), είναι αυταπόδεικτο ότι στη σχέση εντολής ενυπήρχε και συμφωνία προαντιφώνησης κατά τα προαναφερόμενα.

Δηλαδή η κατηγορουμένη, σύμφωνα με το "μηχανισμό" (όρους λειτουργίας) της προαντιφώνησης του άρθρου 977 εδ. α’ ΑΚ, με την ανάληψη χρηματικού ποσού από τους κοινούς λογαριασμούς προς εξυπηρέτηση των εντολών, γίνονταν κυρία τούτου για μια ιδεατή χρονική στιγμή και αμέσως μεταβιβάζονταν η νομή και κυριότητα του χρηματικού ποσού στην εντολέα και εκείνη έμενε στην κατοχή του με βάση την ορισμένη αυτή σχέση εντολής.

Η άτυπη σχέση της προαντιφώνησης εμπεριείχετο-"εμιφλοχωρούσε" στη βασική σχέση εντολής προς εξυπηρέτηση της τελευταίας, ακόμη και χωρίς να συνειδητοποιείται από τις αντισυμβαλλομένες της εντολής, όπως για την εξυπηρέτηση της εντολής συνάπτονταν και οι τραπεζικές συμβάσεις της ανώμαλης παρακαταθήκης.

Συνεπώς, όταν η κατηγορουμένη ανέλαβε τα ποσά των παραπάνω λογαριασμών των 46.955,25 Ευρώ ή 16.000.000 δρχ., των 650,23 Ευρώ ή 221.156 δρχ. και των 7.383.655 δρχ. και συνολικά των 23.604.481 δρχ. κατά το χρονικό διάστημα από 3.5.1998 μέχρι 1.4.1999, για την εξυπηρέτηση εντολών της Α. Χ., οι οποίες εξικνούνται και μετά το θάνατό της, αναφορικά με την πληρωμή των εξόδων κηδείας της και την παράδοση του υπολοίπου ποσού στον κληρονόμο ή κληροδόχο, ως εκ της φύσεως της εντολής κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε αυτά (ποσά) παράνομα με την άρνησή της να παραδώσει αυτά στους κυρίους, εφόσον ανήκει κατά κυριότητα, σύμφωνα με τα παραπάνω και μετά την παρέλευση της ιδεατής χρονικής στιγμής που είχε γίνει κυρία αυτών κατά τους όρους των αναφερομένων νόμων που διέπουν το κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στην εντολέα και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και εκείνη (κατηγορουμένη) είχε μόνο την κατοχή τους από τη λειτουργία της σχέσης εντολής και προαντιφώνησης, διέπραξε το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κατά την κτήση της κυριότητας με προαντιφώνηση της νομής δεν είναι απαραίτητο, όπως ο εντελοδόχος και κατά τη νοητή στιγμή που αυτός αποκτά την κυριότητα εξακολουθεί να έχει τη βούληση, όπως το πράγμα αποκτήσει για τον εντολέα (Ζ. Φ. ο.π. σελ. 1312). Συνεπώς η βούληση της κατηγορουμένης κατά την ανάληψη των παραπάνω χρημάτων να μην τα διαθέσει σύμφωνα με την εντολή, αλλά να τα ιδιοποιηθεί, δεν αναιρούν τη λειτουργία της προαντιφώνησης της νομής.

Με δεδομένο δε ότι το παραπάνω ιδιοποιηθέν ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αφού ανέρχεται σε 22.426.021 δρχ. ή 65.813, 71 Ευρώ, μετά την αφαίρεση ποσού 1.178.460 δρχ. που δαπάνησε η κατηγορουμένη στα πλαίσια της εντολής για έξοδα κηδείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης της διαθέτιδας, και ότι η ιδιοποίησή του έγινε παρά την εμπίστευσή του σ’ αυτήν ως εντελοδόχου, σχέση που κατά τα προαναφερόμενα ενέχει καθεαυτή κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, προσδίδεται στην πράξη αυτή της υπεξαίρεσης ο κακουργηματικός χαρακτήρας της παρ. 2 εδ.

α’ του άρθρου 375 ΠΚ, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και την εκεί (παραπάνω) παρατιθέμενη νομολογία.

‘ Ετσι το Συμβούλιο Εφετών, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και εξαφάνισε το εκκληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο ήταν εμπιστευμένο σ’ αυτή λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου (άρθρ. 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ), που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-1998 μέχρι 1-4-1999.

V. Με αυτές τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι ελλιπής και ασαφής. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών, για να αχθεί στην παραπεμπτική κρίση του, δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει στο σκεπτικό του βουλεύματος, προέκυψαν "από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που σχηματίσθηκε από τη διενεργηθείσα προανάκριση και τις νομότυπα περατωθείσες κύρια ανάκριση και συμπληρωματική κύρια ανάκριση και δη από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό προς την απολογία της κατηγορουμένης".

Από την επιτρεπτή επισκόπηση όμως των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση και κύρια ανάκριση εξετάσθηκαν ενόρκως και μάρτυρες (Γ. Ν., Χ. Μ., Β. Ζ., Α. Τ., Γ. Σ., Λ. Π. και Σ. Β.) και στο σκεπτικό του βουλεύματος δεν γίνεται καν μνεία του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων. ‘ Ετσι, δεν συνάγεται αδιστάκτως ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και δεν αρκεί η επιλεκτική παράθεση περικοπών της καταθέσεως της μάρτυρος Β.

Ζ.. Εξάλλου, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, ότι από το περιεχόμενο της συμβάσεως εντολής συνάγεται σιωπηρή συμφωνία της εντολέως Α. Χ. και εντολοδόχου (αναιρεσείουσας) για τη μεταβίβαση της νομής και κυριότητας των χρηματικών ποσών των 16.000.000, 221,156 και 23.604.481 δραχμών, που θα αναλάμβανε η τελευταία από τους αντίστοιχους κοινούς λογαριασμούς, και αυτή θα είχε μόνο την κατοχή αυτών προς εκτέλεση της εντολής.

‘ Ετσι, η αναιρεσείουσα, αναλαμβάνοντας τα χρηματικά ποσά αυτά από τους κοινούς με τον εντολέα λογαριασμούς, κατέστη πράγματι προς στιγμή κύρια αυτών και αμέσως εν συνεχεία η κυριότητα μεταβιβάσθηκε στην εντολέα με προαντιφώνηση της νομής και η ίδια (αναιρεσείουσα) παρέμεινε μόνο κάτοχος αυτών, για να εκτελέσει την εντολή.

Δέχθηκε ακόμη, ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε από τους κοινούς λογαριασμούς και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ανωτέρω χρηματικά ποσά κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-1998 μέχρι 1-4-1999, χωρίς ειδικότερο χρονικό προσδιορισμό και ότι η εντολέας (Α. Χ.) πέθανε στις 30-5-1998. ‘ Ετσι όμως δεν διευκρινίζεται, αν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά (ή κάποιο από αυτά) αναλήφθηκαν πριν από το θάνατο της εντολέως, οπότε και μεταβιβάσθηκε η νομή και κυριότητά τους, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου, ή μετά το θάνατο αυτής, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοια μεταβίβαση της νομής και κυριότητας αυτών στην ίδια (εντολέα).

Ακόμη, δεν διευκρινίζεται, αν το τυχόν αναληφθέν πριν από το θάνατο της εντολέως χρηματικό ποσό είναι αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στοιχείο αναγκαίο για το χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος. Εξαιτίας των ελλείψεων και ασαφειών αυτών δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη, κατά την εκτεθείσα έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, που εμφαρμόσθηκε, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1034, 977, 713 και 719 ΑΚ, και έτσι δεν έχει νόμιμη βάση.

Επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ και δ’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως, σύμφωνα με τα άρθρ 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ.

Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να αναιρεθεί το υπ’ αριθμ. 214/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Και, Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το αναιρούμενο βούλευμα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Μαγκλάρας"

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παρανόμως κατά το χρόνο που ευρίσκεται στην κατοχή του και έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.

Η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.

α’ του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και 1 παρ. 1 του ν. 5638/1932 "Περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 951/1971, προκύπτει ότι η τράπεζα, στην οποία έγινε κατάθεση χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, καθίσταται κύρια των χρημάτων αυτών από το χρόνο της καταθέσεώς τους, ότι υποχρεούται να αποδώσει κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε στον καθένα δικαιούχο του κοινού λογαριασμού μέρος ή ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων δικαιούχων και ότι εκείνος από τους δικαιούχους, που ανέλαβε τα χρήματα μιάς τέτοιας καταθέσεως, γίνεται κύριος αυτών και είναι αδιάφορο σε ποιόν από τους καταθέτες ανήκαν αυτά, όπως είναι αδιάφορη και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία ενοχικές μόνο υποχρεώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού, που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 977 εδ. α’ και 1034 του ΑΚ: α) για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ’ αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα και β) παράδοση της νομής σ’ εκείνον που την αποκτά υπάρχει και όταν συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και του μέχρι τώρα νομέως και παραμείνει ο τελευταίος στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση, όπως αυτή της εντολής.

Η αντιφώνηση αυτή της νομής δεν απαγορεύεται να γίνει και πριν από την κτήση της από το μεταβιβάζοντα στο όνομά του (προαντιφώνηση), οπότε μετά την τέτοια κτήση της επέρχεται χωρίς άλλο και η μεταβίβασή της στον αποκτώντα.

ΙΙ.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατ’ είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών και η αξιολόγηση του περιεχομένου τους. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει ανενδοιάστως ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του (ΑΠ 354/2001 ΠΧ ΝΑ’ 1088, 2253/2002 ΠΧ ΝΓ’ 795).Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.

ΙΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως από αυτό προκύπτει, δέχθηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που σχηματίσθηκε από τη διενεργηθείσα προανάκριση και τις νομότυπα περατωθείσες κυρία ανάκριση και συμπληρωματική κυρία ανάκριση και δη από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό προς την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψαν τα εξής:

Με την υπ’ αριθ. .../6.4.1995 δημόσια διαθήκη της συμβ/φου Ιωαννίνων Αναστασίας Γκαραλάνη-Παπαδοπούλου η αποβιώσασα στις 30.5.1998 Α. Γ. Χ. άφησε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ως κληροδότημα όλα τα χρηματικά ποσά της, τα ομόλογα ή άλλους τίτλους παραστατικούς αξιών, που είχε κατατεθειμένα σε Πιστωτικά Ιδρύματα και Ταμιευτήρια.

Η διαθέτιδα ήταν κατάκοιτη για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από το θάνατό της και δεν είχε στενούς συγγενείς. Την φυσική της, ως εκ τούτου, αδυναμία να επιμεληθεί των υποθέσεών της, σχετικά με τις εισπράξεις απαιτήσεών της και κυρίως την πληρωμή πάσης φύσεως ατομικών και οικιακών της λογαριασμών αναπλήρωνε με ανάθεση εντολών σε φιλικά πρόσωπα εμπιστοσύνης του περίγυρού της.

Τέτοιο πρόσωπο απόλυτης εμπιστοσύνης υπήρξε για τη διαθέτιδα η Β. χήρα Ι. Ζ., την οποία, όπως η ίδια καταθέτει στην από 14.2.2001 ένορκη προανακριτική της κατάθεση, εμφάνιζε ως συνδικαιούχο στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, προκειμένου να τους διακινεί με καταθέσεις και αναλήψεις ως άμεσος αντιπρόσωπός της και με εντολή να εισπράττει χρήματα από τους κοινούς λογαριασμούς και να πληρώνει τις εκάστοτε οφειλές της.

Τα καθήκοντα αυτά της εντολοδόχου η προαναφερόμενη μάρτυρας τα εκτελούσε χωρίς αμοιβή, βεβαίως, μέχρι και το Πάσχα του 1998, όταν αντικαταστάθηκε από την κατηγορουμένη Γ. Ν.. Για την αντικατάσταση αυτή μεσολάβησε ο Μ. Κ., εξάδελφος από την Αθήνα της διαθέτιδος, ο οποίος επηρέαζε τις αποφάσεις της και ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει σύμφωνα με την ανώμοτη κατάθεση της κατηγορουμένης.

‘ Ετσι, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. .../14.3.03 απαντητικό έγγραφο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, που δόθηκε μετά από άρση του τραπεζικού απορρήτου με το υπ’ αρ. 60/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ. Ιωαννίνων, η προθεσμιακή κατάθεση με τον αριθμό ... καταστήματος Ιωαννίνων της διαθέτιδος με συνδικαιούχο την παραπάνω μάρτυρα Β.

Ζ. προεξοφλήθηκε στις 30.4.98 με κεφάλαιο 46.955,25 € και τόκους 560,23 € και ανοίχτηκε άλλη προθεσμιακή κατάθεση του ιδίου καταστήματος με τον αριθμό ... με συνδικαιούχο πλέον την κατηγορουμένη. Το ίδιο έγινε και με το λογαριασμό Ταμιευτηρίου της Εμπορικής Τράπεζας με τον αριθμό ..., ο οποίος έκλεισε στις 6.5.1998 με συνδικαιούχο τη Β.

Ζ. και άνοιξε νέος την ίδια ημέρα με τον αριθμό ..., ποσού 7.383.665 δρχ. με συνδικαιούχο την κατηγορουμένη, όπως προκύπτει από το απαντητικό από 24.3.03 έγγραφο της εν λόγω Τράπεζας (κατάστημα Ιωαννίνων). Ακόμη η παραπάνω μάρτυρας Β. Ζ., συνεπής στα καθήκοντα της εντολοδόχου που της είχε αναθέσει η ανήμπορη να επιμεληθεί των υποθέσεών της διαθέτιδα, ρευστοποίησε ένα ομόλογο της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 9.500.000 δρχ.

μετά τον θάνατο της εντολέα της και απέδωσε την αξία του στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Από αυτά συνάγεται ότι και η σχέση της διαθέτιδας με την κατηγορουμένη ήταν η ίδια, όπως και με την παραπάνω μάρτυρα, ήτοι σχέση εντολής και άμεσης αντιπροσώπευσης άμισθη (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Συγκεκριμένα αποδεικνύεται ότι η διαθέτιδα Α.

Χ. κατέστησε συνδικαιούχο την κατηγορουμένη, λόγω της εμπιστοσύνης της προς αυτήν, στους λογαριασμούς που διέθετε στα παραπάνω Πιστωτικά Ιδρύματα και Ταμιευτήρια, όχι με διάθεση δωρεάς προς αυτήν, αλλά με σαφή σκοπό να επιμελείται των υποθέσεών της, της διακίνησης των κοινών λογαριασμών με καταθέσεις και αναλήψεις προς πληρωμή των ατομικών και οικιακών της λογαριασμών, που θα πραγματοποιούνταν με χρήματα της εντολέα και για λογαριασμό της.

Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ότι το συνολικό ποσό των κοινών λογαριασμών αποτελούσε τρόπον τινά αμοιβή των υπηρεσιών της προς τη θανούσα, δεν είναι βάσιμος. Και τούτο γιατί πριν από την ίδια τις υπηρεσίες αυτές τις πραγματοποιούσε η Β. Ζ., η οποία κατέθεσε σαφώς ότι η σχέση τους ήταν αυτή της εντολέα και εντολοδόχου και η ίδια σχέση συνεχίστηκε με την κατηγορουμένη, αφενός και αφετέρου, αν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί αμοιβής της, η διαθέτιδα δεν θα άφηνε τα χρήματα αυτά των κοινών λογαριασμών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Εξάλλου, όπως η ίδια η κατηγορουμένη παραδέχεται με την απολογία της κατά την κυρία ανάκριση και το απολογητικό της υπόμνημα, για κάποια βοήθεια που προσέφερε στην ανήμπορη από το 1990 Α. Χ., απολάμβανε την απαλλαγή καταβολής του μισθώματος του διαμερίσματός της που ανήκε στην κυριότητα της "ευεργετούμενης" Α.

Χ., εφόσον κατέβαλε χαρακτηριστικά μικρό και συμβολικό μίσθωμα. Το ότι ανοίχτηκαν οι παραπάνω κοινοί λογαριασμοί και στο όνομα της κατηγορουμένης, αυτό έγινε για να είναι σε θέση να αναλαμβάνει χρήματα απ’ αυτούς και να πραγματοποιεί για λογαριασμό και στο όνομα της Α. Χ. διάφορες πληρωμές οφειλών της κατ’ εντολή της τελευταίας.

Για να υπάρχει όμως δυνατότητα λειτουργίας αυτής της σχέσης εντολής και με δεδομένο ότι η εντολοδόχος κατηγορουμένη με την ανάληψη των χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς γίνονταν κυρία των χρημάτων, σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους που διέπουν τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς (ν. 5638/1932 και ν.δ. 951/1951), είναι αυταπόδεικτο ότι στη σχέση εντολής ενυπήρχε και συμφωνία προαντιφώνησης κατά τα προαναφερόμενα.

Δηλαδή η κατηγορουμένη, σύμφωνα με το "μηχανισμό" (όρους λειτουργίας) της προαντιφώνησης του άρθρου 977 εδ. α’ ΑΚ, με την ανάληψη χρηματικού ποσού από τους κοινούς λογαριασμούς προς εξυπηρέτηση των εντολών, γίνονταν κυρία τούτου για μια ιδεατή χρονική στιγμή και αμέσως μεταβιβάζονταν η νομή και κυριότητα του χρηματικού ποσού στην εντολέα και εκείνη έμενε στην κατοχή του με βάση την ορισμένη αυτή σχέση εντολής.

Η άτυπη σχέση της προαντιφώνησης εμπεριείχετο-"εμιφλοχωρούσε" στη βασική σχέση εντολής προς εξυπηρέτηση της τελευταίας, ακόμη και χωρίς να συνειδητοποιείται από τις αντισυμβαλλομένες της εντολής, όπως για την εξυπηρέτηση της εντολής συνάπτονταν και οι τραπεζικές συμβάσεις της ανώμαλης παρακαταθήκης.

Συνεπώς, όταν η κατηγορουμένη ανέλαβε τα ποσά των παραπάνω λογαριασμών των 46.955,25 Ευρώ ή 16.000.000 δρχ., των 650,23 Ευρώ ή 221.156 δρχ. και των 7.383.655 δρχ. και συνολικά των 23.604.481 δρχ. κατά το χρονικό διάστημα από 3.5.1998 μέχρι 1.4.1999, για την εξυπηρέτηση εντολών της Α. Χ., οι οποίες εξικνούνται και μετά το θάνατό της, αναφορικά με την πληρωμή των εξόδων κηδείας της και την παράδοση του υπολοίπου ποσού στον κληρονόμο ή κληροδόχο, ως εκ της φύσεως της εντολής κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε αυτά (ποσά) παράνομα με την άρνησή της να παραδώσει αυτά στους κυρίους, εφόσον ανήκει κατά κυριότητα, σύμφωνα με τα παραπάνω και μετά την παρέλευση της ιδεατής χρονικής στιγμής που είχε γίνει κυρία αυτών κατά τους όρους των αναφερομένων νόμων που διέπουν το κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στην εντολέα και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και εκείνη (κατηγορουμένη) είχε μόνο την κατοχή τους από τη λειτουργία της σχέσης εντολής και προαντιφώνησης, διέπραξε το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κατά την κτήση της κυριότητας με προαντιφώνηση της νομής δεν είναι απαραίτητο, όπως ο εντελοδόχος και κατά τη νοητή στιγμή που αυτός αποκτά την κυριότητα εξακολουθεί να έχει τη βούληση, όπως το πράγμα αποκτήσει για τον εντολέα.

Συνεπώς η βούληση της κατηγορουμένης κατά την ανάληψη των παραπάνω χρημάτων να μην τα διαθέσει σύμφωνα με την εντολή, αλλά να τα ιδιοποιηθεί, δεν αναιρούν τη λειτουργία της προαντιφώνησης της νομής. Με δεδομένο δε ότι το παραπάνω ιδιοποιηθέν ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αφού ανέρχεται σε 22.426.021 δρχ. ή 65.813, 71 Ευρώ, μετά την αφαίρεση ποσού 1.178.460 δρχ. που δαπάνησε η κατηγορουμένη στα πλαίσια της εντολής για έξοδα κηδείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης της διαθέτιδας, και ότι η ιδιοποίησή του έγινε παρά την εμπίστευσή του σ’ αυτήν ως εντολοδόχου, σχέση που κατά τα προαναφερόμενα ενέχει καθεαυτή κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, προσδίδεται στην πράξη αυτή της υπεξαίρεσης ο κακουργηματικός χαρακτήρας της παρ. 2 εδ. α’ του άρθρου 375 ΠΚ, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και την εκεί (παραπάνω) παρατιθέμενη νομολογία.

‘ Ετσι το Συμβούλιο Εφετών, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και εξαφάνισε το εκκληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο ήταν εμπιστευμένο σ’ αυτή λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου (άρθρ. 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ), που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-1998 μέχρι 1-4-1999.

Με αυτές τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι ελλιπής και ασαφής. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών, για να αχθεί στην παραπεμπτική κρίση του, δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει στο σκεπτικό του βουλεύματος, προέκυψαν "από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας που σχηματίσθηκε από τη διενεργηθείσα προανάκριση και τις νομότυπα περατωθείσες κύρια ανάκριση και συμπληρωματική κύρια ανάκριση και δη από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό προς την απολογία της κατηγορουμένης".

Από την επιτρεπτή επισκόπηση όμως των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση και κύρια ανάκριση εξετάσθηκαν ενόρκως και μάρτυρες (Γ. Ν., Χ. Μ., Β. Ζ., Α. Τ., Γ. Σ., Λ. Π. και Σ. Β.) και στο σκεπτικό του βουλεύματος δεν γίνεται καν μνεία του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων. ‘ Ετσι, δεν συνάγεται αδιστάκτως ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και δεν αρκεί η επιλεκτική παράθεση περικοπών της καταθέσεως της μάρτυρος Β.

Ζ.. Εξάλλου, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, ότι από το περιεχόμενο της συμβάσεως εντολής συνάγεται σιωπηρή συμφωνία της εντολέως Α. Χ. και εντολοδόχου (αναιρεσείουσας) για τη μεταβίβαση της νομής και κυριότητας των χρηματικών ποσών των 16.000.000, 221,156 και 23.604.481 δραχμών, που θα αναλάμβανε η τελευταία από τους αντίστοιχους κοινούς λογαριασμούς, και αυτή θα είχε μόνο την κατοχή αυτών προς εκτέλεση της εντολής.

‘ Ετσι, η αναιρεσείουσα, αναλαμβάνοντας τα χρηματικά ποσά αυτά από τους κοινούς με τον εντολέα λογαριασμούς, κατέστη πράγματι προς στιγμή κύρια αυτών και αμέσως εν συνεχεία η κυριότητα μεταβιβάσθηκε στην εντολέα με προαντιφώνηση της νομής και η ίδια (αναιρεσείουσα) παρέμεινε μόνο κάτοχος αυτών, για να εκτελέσει την εντολή.

Δέχθηκε ακόμη, ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε από τους κοινούς λογαριασμούς και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ανωτέρω χρηματικά ποσά κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-1998 μέχρι 1-4-1999, χωρίς ειδικότερο χρονικό προσδιορισμό και ότι η εντολέας (Α. Χ.) πέθανε στις 30-5-1998. ‘ Ετσι όμως δεν διευκρινίζεται, αν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά (ή κάποιο από αυτά) αναλήφθηκαν πριν από το θάνατο της εντολέως, οπότε και μεταβιβάσθηκε η νομή και κυριότητά τους, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου, ή μετά το θάνατο αυτής, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοια μεταβίβαση της νομής και κυριότητας αυτών στην ίδια (εντολέα).

Ακόμη, δεν διευκρινίζεται, αν το τυχόν αναληφθέν πριν από το θάνατο της εντολέως χρηματικό ποσό είναι αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στοιχείο αναγκαίο για το χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος. Εξαιτίας των ελλείψεων και ασαφειών αυτών δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη, κατά την εκτεθείσα έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, που εμφαρμόσθηκε, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1034, 977, 713 και 719 ΑΚ, και έτσι δεν έχει νόμιμη βάση.

Επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ και δ’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από αυτούς που αποφάνθηκαν, δικαστές, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το 214/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Συμβούλιο εφετών Ιωαννίνων, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το αναιρούμενο βούλευμα, δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ