Legislator Case Law & Legislation
57/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract validity and oversight engineer fees under Greek construction law.

Case Number 57/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the contract was invalid due to lack of prior audit and misclassification under the 1984 Construction Law, while the appellees contended the administrative act remained valid. The court ruled that the lower court correctly applied the law, noting the contract did not require an audit and the administrative designation of the engineer was valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court correctly applied the law and no grounds for retrial exist, specifically regarding the validity of administrative acts and the applicability of construction law to oversight contracts.

Keywords

AI generated
appeal admissibility construction contract validity oversight engineer fees administrative act validity Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Law 1418/1984
Decree-Law 609/1985

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 57 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 57/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Σ., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Κανάκη και Βασίλη Παπαγεωργίου, οι οποίοι δήλωσαν την παραίτησή τους από τους 1ο,4ο,5ο,7ο και 8ο αντίστοιχους λόγους αναίρεσης και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Υ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Κ. Υ. Α..Ε..", που εδρεύει στην …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου των συγχωνευθεισών εταιρειών: α) "Δ. Ε. Α. Ν. Μ. Α. Ε." με τον δ.τ. "Δ..Ε..Α..Ν..Μ.. Α..Ε..", β) "Θ. Κ. Α. Ε." και γ) "Ο. Σ. Κ. Α. Ε." με το δ.τ. "Ο..Σ..Κ.. Α..Ε.." και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Λαμπρινής Παπαδούδη και Ειρήνης Μπαρκατσή, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

2) της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Ε. Α..Ε..-Γ. Α.-Κ..Κ. Α..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο …, 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο …, 4) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Α.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και 5) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ..Κ. Α..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως μέλος της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Ε. Α..Ε..-Γ. Α.-Κ..Κ. Α..Ε.." που εδρεύει στον …, οι οποίες ανωτέρω παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταμάτη Σταματόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: (Ν.Π.Δ.Δ.) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 21-6-2010 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 113/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5397/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων, ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 741/2013, 1075/2011, 1236/2006).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 927/2017, 569/2013, 1049/2010). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ της εναγομένης - ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά την πρωτοβάθμια δίκη και είχαν μετάσχει της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας είχε στραφεί και κατ' αυτών, είναι μεν απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2 ΚΠολΔ), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην, όμως, εκτιμάται ως κλήση για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης (ΑΠ 423/2022).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (ΑΠ 665/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων του που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε από τους πρώτο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο και όγδοο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναίρεσης δεν έχει ασκηθεί ως προς τους προαναφερόμενους λόγους.

Κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 96 παρ.7 του ν. 1892/1990 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2229/1994, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από φορείς που αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994. Σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2527/1997 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι φορείς αυτοί είναι:

α) οι φορείς του δημόσιου τομέα όπως οριοθετήθηκε από το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/82 πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν.1892/90, ήτοι οι δημόσιες υπηρεσίες που εκπροσωπούνται από το νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, τα νπδδ, οι δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα του ΑΚ που περιήλθαν στο Δημόσιο και χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται από αυτό, τραπεζιτικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες στις οποίες, είτε τα προηγούμενα νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών τους, είτε τους έχει χορηγηθεί κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, τα κρατικά νομικά πρόσωπα που έχουν μεν χαρακτηρισθεί από το νόμο ή από τα δικαστήρια ως ιδιωτικού δικαίου, όμως χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται από οποιοδήποτε από τα προηγούμενα νομικά πρόσωπα και οι θυγατρικές ανώνυμες εταιρείες των ανωτέρω νομικών προσώπων που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτά, β) οι ΟΤΑ κάθε βαθμού, περιλαμβανομένης της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.

και των τοπικών ενώσεων δήμων και κοινοτήτων, γ) οι δημόσιες υπηρεσίες και οι δημόσιοι οργανισμοί που έχουν εξαιρεθεί από το δημόσιο τομέα βάσει των άρθρων 30 του ν. 1914/1990 και 22 του ν. 1947/1991, δ) οι Τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του ΔΣ ή διοικητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρείες και ε) τα νπιδ που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους καθώς και το Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Αποδήμων και Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων.

Με το π.δ. 414/1998 ο δημόσιος οργανισμός με την επωνυμία Ο. Σ. Κ. (Ο.) μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία. Κατά το άρθρο 6 του εν λόγω π.δ. το μετοχικό κεφάλαιο της Ο. Α..Ε.. αποτελείται από μία μετοχή η οποία αναλαμβάνεται και καλύπτεται από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ στους οικονομικούς πόρους της εταιρείας αυτής συγκαταλέγονται, κατά το άρθρο 8 περ.

δ'- στ' του ιδίου π.δ., η ετήσια κρατική οικονομική ενίσχυση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τους προσαρτώμενους σε αυτό ειδικούς προϋπολογισμούς και οι ειδικές χρηματοδοτήσεις από προγράμματα της Ε.Ε.

και άλλων διεθνών οργανισμών. Επομένως, επειδή η Ο. Α..Ε.. υπάγεται αφενός στην περ. α' της παρ.1 του άρθ.14 του ν. 2190/1994, όπως ήδη ισχύει, ως ανώνυμη εταιρεία, της οποίας το σύνολο των μετοχών ανήκει στο Δημόσιο, και αφετέρου στην περ. ε' της ιδίας διατάξεως, ως ν.π.ι.δ. που ανήκει στο Δημόσιο και επιχορηγείται σε ποσοστό άνω του 50% του προϋπολογισμού του από κρατικούς πόρους, έχουν εφαρμογή στα εκτελούμενα από αυτήν έργα για την πραγματοποίηση των σκοπών της οι διατάξεις περί δημοσίων έργων του ν. 1418/1984 και του π.δ. 609/1985.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' του ως άνω νόμου 1418/1984 η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου (διευθύνουσα υπηρεσία ή επιβλέπουσα υπηρεσία), η οποία ενεργεί ό,τι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντά τους όταν είναι περισσότεροι από ένας, παρακολουθεί το έργο τους και γενικά προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια.

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι στην περίπτωση κατασκευής έργου με ανάθεση σε ανάδοχο, η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση από τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης και στην κατασκευή του έργου κατά τους κανόνες της τέχνης, ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη άσκηση της επίβλεψης στα εργοστάσια που κατασκευάζονται τμήματα του έργου και γενικά σε όλους τους χώρους που κρίνει απαραίτητο η τεχνική υπηρεσία.

Κατά την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου σε περίπτωση κατασκευής σημαντικών έργων συγκροτείται επιτροπή παρακολούθησης του έργου. Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου όπως αυτή ίσχυε πριν από την κατάργησή της με την παράγραφο 2 του άρθρου 46 του ν. 3316/2005, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 42 της 22.2.2005, όταν πρόκειται για σημαντικά ή τεχνικά πολύπλοκα ή εξειδικευμένης τεχνολογίας έργα στο σύνολο ή τμήματά του ή εάν υπάρχει γενικά αδυναμία για τον σχεδιασμό, μελέτη, έλεγχο μελέτης ή επίβλεψη, ολικά ή μερικά, συγκεκριμένου έργου ή τμήματος ή ομάδας ομοειδών έργων, η ανάθεση γίνεται με σύμβαση που προσδιορίζει και τη σχετική αμοιβή χωρίς δέσμευση από τις διατάξεις για τις αμοιβές μηχανικών ή άλλες σχετικές γενικές ή ειδικές διατάξεις...Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 11 του ν. 1799/1988, η ανάθεση καθηκόντων τεχνικού συμβούλου που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 1418/1984 γίνεται ύστερα από γνώμη τεχνικού συμβουλίου των κεντρικών υπηρεσιών των υπουργείων για όλα τα έργα που εκτελούν οι υπηρεσίες τους και οι φορείς του δημόσιου τομέα που εποπτεύονται από τα υπουργεία αυτά.

Αν δεν υπάρχει τεχνικό συμβούλιο σε κεντρική υπηρεσία υπουργείου, αρμόδιο είναι το τεχνικό συμβούλιο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Τα θέματα αυτά εισηγείται στο τεχνικό συμβούλιο όργανο του φορέα κατασκευής του έργου, που ορίζεται από την διοίκησή του.

Εξάλλου, κατά την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 1418/1984, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 49 του ν. 1914/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 47 ν. 1959/1991, όταν πρόκειται να εκτελεστούν δημόσια έργα, προβλεπόμενου συνολικού κόστους μεγαλύτερου των δέκα δισεκατομμυρίων δραχμών είτε κατά το σύστημα της αντιπαροχής είτε κατά το σύστημα της παροχής άλλων ανταλλαγμάτων είτε κατά οποιοδήποτε άλλο σύστημα που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, επιτρέπεται η ανάθεση καθηκόντων συμβούλου οποιασδήποτε ειδικότητας (τεχνικού, οικονομικού συμβούλου, οργανώσεως κ.λπ.) σε ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα για να παράσχουν τις υπηρεσίες τους που απαιτούνται για την υλοποίηση και την εκτέλεση των έργων αυτών.

Η ανάθεση γίνεται με σύβαση. Ο τρόπος ανάθεσης, οι παρεχόμενες από το σύνολο υπηρεσίες, οι όροι της σύμβασης και η αμοιβή καθορίζονται με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού χωρίς δέσμευση από οποιαδήποτε γενική διάταξη. Η αμοιβή του συμβούλου θα βαρύνει τον συγκεκριμένο προϋπολογισμό, που θα καθορίζεται εκάστοτε με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού.

Η αμοιβή του συμβούλου μπορεί επίσης να βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ε. Τ. Ε. Ρ. και Π. Σ. (Ε.) ή τον προϋπολογισμό του Τ. Ε. Ο. (Τ.) κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, μετά από σύμφωνη γνώμη των διοικητικών τους συμβουλίων. Εξ άλλου, η νομιμότητα της διοικητικής πράξεως ερευνάται παρεμπιπτόντως από το πολιτικό δικαστήριο, το οποίο δύναται, να θεωρήσει αυτήν ανίσχυρη, επειδή ελλείπουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της υποστάσεώς της ή του κύρους της, και να μην την εφαρμόσει (ΟλΑΠ 1/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατά την κυρία της βάση εκ της συμβάσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη η από 7.12.2009 αγωγή κατά της Ο.

Α., ήδη της οιονεί καθολικής διαδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, για την επιδίκαση της νόμιμης αμοιβής αυτού από την επίβλεψη αρχιτεκτονικών του περιγραφόμενου στην αγωγή έργου, δέχθηκε ως προς την κυρία βάση της αγωγής, η οποία και μόνη είχε μεταβιβασθεί ενώπιον αυτού, αφού με την έφεση δεν είχε προσβληθεί και η επικουρική, τα εξής, καθ' ο μέρος ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Ότι με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας ανατέθηκαν στην εναγομένη Ο. Α. όλες οι διαδικασίες (γενική διαχείριση του έργου, εποπτεία και έγκριση μελετών, δημοπράτηση του έργου κ.λπ.) για την κατασκευή του έργου "Χ. τύπου Ο. Α. στο χώρο της Σ. Κτήριο Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΠΘ" σε χώρο που βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή του Δήμου … και επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως χώρος φιλοξενίας των εκπροσώπων των ΜΜΕ και του προσωπικού ασφαλείας, ότι η οικοδομική άδεια χορηγήθηκε με την …/8.7.2002 απόφαση της Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ στην οποία οι αναφερόμενοι μελετητές και επιβλέποντες ήταν υπάλληλοι της εναγομένης, ότι η άδεια αναθεωρήθηκε με την …/11.4.2005 απόφαση της ίδιας Υπουργού, αφορούσε δε η αναθεώρηση στην μεταολυμπιακή χρήση του έργου με αλλαγές στις προσόψεις και εσωτερικές διαρρυθμίσεις.

Ότι η δημοπρασία θα γινόταν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και 609/1985 περί δημοσίων έργων με ανοικτό δημόσιο διεθνή μειοδοτικό διαγωνισμό, το δε έργο θα χρηματοδοτούνταν από τον προϋπολογισμό των δημοσίων επενδύσεων, και αφορούσε σε κτήριο με υπόγειο, ισόγειο και τρεις ορόφους, συνολικού εμβαδού 38.000 τ.μ., συνολικού κόστους του έργου, με την αναθεώρηση, 58.000.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.

Ότι μειοδότρια και ανάδοχος του έργου ανακηρύχθηκε η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία. Ότι με έγγραφο του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της εναγομένης ο ενάγων ορίστηκε επιβλέπων των αρχιτεκτονικών, ο ορισμός δε αυτός συμπεριελήφθη και στην …/3.12.2003 απόφαση της ως άνω Υπουργού με την οποία αναθεωρήθηκε η οικοδομική άδεια του έργου.

Ότι στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι εξακολουθεί να ισχύει κατά τα λοιπά η …/8.7.2002 υπουργική απόφαση (με επιβλέποντες τους υπαλλήλους της εναγομένης μηχανικούς), απόφαση η οποία παρέμεινε σε ισχύ και μετά την έκδοση της …/114.2005 απόφασης για την αναθεώρηση του έργου. Ότι στην απόφαση δεν προσδιορίζεται αμοιβή που είναι αναγκαίος όρος για την κατάρτιση συμβάσεως αναθέσεως επιβλέψεως έργου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και συνεπώς δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση της επικαλούμενης με την αγωγή συμβάσεως με την οποία ανατέθηκε στον ενάγοντα η επίβλεψη του έργου.

Βάσει των παραδοχών αυτών το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Με την εν λόγω κρίση ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 1418/1984, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, είναι δε αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλομένη α) εσφαλμένως εδέχθη ότι το επίδικο έργο υπάγεται στις διατάξεις του ν. 1418/1984 και του π.δ. 609/1985, β) αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και υπέπεσε σε εσφαλμένη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γ) παρέβλεψε ότι δεν προηγήθηκε έλεγχος νομιμότητας της επίμαχης σύμβασης ανάθεσης από το Ελεγκτικό Συνέδριο, γεγονός που συνεπάγεται ότι η σύμβαση εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του ν. 1418/1984, δ) δεν προέβη σε διάκριση μεταξύ των ιδιοτήτων του επιβλέποντος μηχανικού και του τεχνικού συμβούλου του έργου και συνακολούθως στην οφειλόμενη για κάθε ιδιότητα νόμιμη αμοιβή και ε) παρέβλεψε ότι η υπουργική απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων ορίστηκε επιβλέπων, διατηρεί τη νομιμότητά της ως διοικητική πράξη και καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας μέχρι την ακύρωσή της.

Συνακόλουθα και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων πρέπει καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της ήττας των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183, 191) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, χωριστά για την πρώτη αναιρεσίβλητη αφενός και τις υπόλοιπες αφετέρου, για τις οποίες η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι παραστάθηκαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 5397/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, και των δεύτερης έως και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ