Supreme Court allows appeal against lower court's failure to apply lawyer fee reduction for state defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Chamber of the Court of Lamia, which had failed to reduce the state's lawyer fees by half. The appellant argued that the lower court violated substantive law by not applying the statutory fee reduction for state defendants, constituting a procedural error. Consequently, the Supreme Court annulled the contested decision and remanded the case for a substantive trial to correct the legal violation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18(3) of Law 2882/2001 and 559(1) of the Code of Civil Procedure; When a state defendant is ordered to pay lawyer fees, the lower court must apply the statutory reduction of half the standard fee, and failure to do so constitutes a procedural error warranting annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 57 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 57/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Λ. θυγ. Γ. Ζ., συζ. Γ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αργυρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο, καταθέτοντας και σχετικό σημείωμα στο Γραμματέα, ότι η αναιρεσίβλητη παραιτείται της ιδιαίτερης αποζημίωσης που επιδίκασε η με αριθμό 35/2018 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για τα πέραν των αιτηθέντων από αυτήν τετραγωνικών μέτρων του εναπομείναντος τμήματος της με αριθμό ΑΚΠ .. ιδιοκτησίας της λόγω απαξίωσής του εξ αιτίας της απαλλοτριώσεως, δηλαδή παραιτείται από την επιδικασθείσα επιπλέον ιδιαίτερη αποζημίωση για τα επί πλέον 83,40 τ.μ. του εναπομείναντος τμήματος του οποίου το εμβαδόν ανέρχεται σε 667,26 τ.μ. και όχι σε 750,66 τ.μ. όπως δέχθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας.
Εκδόθηκε η 76/2012 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 24-3-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 500/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 35/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-2-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως είναι να περιέχει και αίτηση για την εξέταση της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αρκεί να συνάγεται σαφώς από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη δε του αιτήματος αυτού συνεπάγεται την απόρριψη αυτεπαγγέλτως της αναιρέσεως. (Α.Π 1835/2007, Α.Π. 837/2003 ΝΟΜΟΣ) Στην προκείμενη περίπτωση, ναι μεν με το αιτητικό της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως ζητείται "Να αναιρεθεί η με αρ. 35/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.....", χωρίς να διαλαμβάνεται ρητά και αίτημα για εξέταση στη συνέχεια και παραδοχή της ανταίτησης του αναιρεσείοντος , πλην όμως από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αναιρέσεως και ιδίως από την περικοπή αυτού, ότι "το δικάσαν Εφετείο με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο του υπολογισμού της οριστικής μονάδος αποζημίωσης την 10-1-2012....
και όχι το χρόνο της κατά την ενώπιον αυτού συζήτησης της υπόθεσης 12-12-2017.....παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην αίτηση διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.... ενώ διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στην αξία της εδαφικής έκτασης της απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας" και την περικοπή ότι ..."το ελληνικό δημόσιο με τις από 12-12-2017 προτάσεις - ανταίτηση του ισχυρίστηκε .....ότι η εναπομείνασα έκταση είναι ίση με 667,26 τ.μ.
και όχι 750,66 τ.μ όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η αντίδικος"......και όπως τελικά δέχτηκε και το δικαστήριο συνάγεται σαφώς, ότι περιλαμβάνεται και αίτηση για επανεξέταση από το Εφετείο της ανταίτησης του αναιρεσείοντος, για παραδοχή αυτής κατ` ουσίαν και απόρριψη αντίστοιχα της αιτήσεως της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, η αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, που προβάλλει η αναιρεσίβλητη, λόγω του ότι δεν περιλαμβάνεται σ` αυτή και αίτημα για την ουσία της υποθέσεως, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμη.
Μετά από τα παραπάνω η κρινόμενη από 15-2-2019 (αρ. κατ.2/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ ' αρ. 35/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αρθρ. 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 § 1, 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη είναι απαράδεκτη η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή, διότι προϋποθέτουν ότι η δίκη, της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής αποφάσεως.
Η άσκηση της αναιρέσεως και η επ` αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη. Η επί της αγωγής δίκη, με την έκδοση της οριστικής αποφάσεως έχει καταργηθεί ήδη και επομένως ούτε η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ούτε η παραίτηση από το δικαίωμα ως διαδικαστικές πράξεις, επιφέρουν την κατάργησή της, διότι έχουν στερηθεί του αντικειμένου των.
Η μετά την κατάργηση της δίκης παραίτηση από το αγωγικό δικαίωμα παρέχει ένσταση εκ του ουσιαστικού δικαίου, καταλυτική της ασκήσεώς του, είτε με την αγωγή, εφ` όσον αναιρεθεί η επ` αυτής τελεσίδικη απόφαση, είτε με την επίσπευση, για την ικανοποίησή του, αναγκαστικής εκτελέσεως. Η έρευνα όμως της ενστάσεως αυτής στην αναιρετική δίκη δεν είναι παραδεκτή, όπως δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση στην αναιρετική δίκη η έρευνα άλλων καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος, ενστάσεων.
Συνακόλουθα δεν προβλέπεται και δεν χωρεί παραίτηση κατά την δικονομική έννοια από τις διατάξεις (έστω και εσφαλμένες) της προσβαλλόμενης απόφασης κατά της οποίας χωρούν μόνο τα προβλεπόμενα από τον νόμο ένδικα μέσα. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά απ` αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος.
Διάφορος εκδοχή θα μετέβαλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη. Επομένως η δηλωθείσα ενώπιον του Αρείου Πάγου προ της ενάρξεως της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως παραίτηση της αναιρεσίβλητης από τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που κατά τους ισχυρισμούς της επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση πέραν της αιτηθείσης (για μεγαλύτερη έκταση του εναπομείναντος τμήματος) είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007)Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε για την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδομένη νομική πλημμέλεια.
Κατά το άρθρο 17 §§ 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ' ), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 SPORRONG AND LONNROTH v.
SWEDEN). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24- 6-1993, Π. κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.
Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.
Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.
Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 § 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).
Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από τη απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας.
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Κατά συνέπεια, αν η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, τότε ως κρίσιμος χρόνος θεωρείται εκείνος της (νέας) ενώπιόν του συζήτησης, μετά την αναίρεση και όχι ο χρόνος της προγενέστερης (αρχικής) συζήτησης. (ολ.
Α.Π.2/2015, Α.Π. 1054/2008) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 § 2), το Εφετείο Λαμίας δίκασε την από 2-1-2010 αίτηση της αιτούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε μεταξύ άλλων και τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριωθέντος δυνάμει της με αρ. 1051531/4822/0010/26-6-2003 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Γεωργίας και Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων που δημοσιεύτηκε νόμιμα, ακινήτου της και των επικειμένων του.
Με την ίδια αίτηση η αιτούσα ζήτησε τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου της, την άρση του τεκμηρίου ωφελείας, ώστε να απαλειφθεί η επιβληθείσα υποχρέωση αυτοαποζημίωσης επί του απαλλοτριωθέντος τμήματος της ιδιοκτησίας και να διαγραφεί η υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και την αναγνώριση της ως δικαιούχου της αποζημίωσης.
Το Εφετείο Λαμίας συνεδρίασε κατά την δικάσιμο της 10-1-2012 και με τη με αρ.76/2012 απόφαση του δέχτηκε την αίτηση και καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για την επιφάνεια του απαλλοτιωθέντος παραπάνω ακινήτου και τα επικείμενα του, καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου, διόρθωσε τον κτηματολογικό πίνακα δεχόμενο το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφελείας και όρισε ότι ο κύριος του επιδίκου δικαιούται αποζημίωση για το σύνολο της απαλλοτριωθείσας έκτασης και αναγνώρισε την αιτούσα δικαιούχο της αποζημίωσης.
Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 24-3-2013 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την με αρ. 500/2015 απόφαση του αναίρεσε την παραπάνω απόφαση κατά τις διατάξεις της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος όσον αφορά το απαλλοτριωθέν ακίνητο και περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης όσον αφορά το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου παραπέμποντας την υπόθεση προς περαιτέρω κατά τα κεφάλαια αυτά εκδίκαση στο Εφετείο Λαμίας συγκροτούμενο από άλλους δικαστές απορρίπτοντας κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Τούτο επελήφθη της υποθέσεως με την από 3-9-2015 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη δικάσιμο της 12-12-2017, εκδίδοντας την υπ' αριθμ. 35/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την από 2-1-2010 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά το πιο πάνω μέρος της που αναιρέθηκε και την από το ήδη αναιρεσείον ασκηθείσα ανταίτηση καθόρισε οριστική τιμή μονάδος για το απαλλοτριωθέν ακίνητο και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα αυτού, όπως στην απόφαση αυτή αναφέρεται.
Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αφού ιστορεί ότι κατόπιν ασκηθείσης από αυτό αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η με αρ. 500/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε προηγούμενη εκδοθείσα επί της κρινόμενης αίτησης με αρ. 76/2012 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά τις διατάξεις της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος και περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο θεώρησε ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης την 10-1-2012 δηλαδή τον χρόνο της πρώτης ενώπιον του συζήτησης της κρινόμενης αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 76 /2012 απόφαση του και όχι την 12-12-2017 δηλαδή τον χρόνο της μετά την αναίρεση της με αρ.76/2012 απόφασης, συζήτηση της υπόθεσης παραβιάζοντας με αυτόν τον τρόπο τις ουσιαστικές διατάξεις του αρθρ. 17 του Συντάγματος των αρθρ. 13 παρ. 4 και 29 παρ. 2 ν. 2882/2001 ως και του αρθρ. 1 πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στην αναιρεσίβλητη αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα συνολικού εμβαδού 369,34 τ.μ. του ακινήτου της, που απαλλοτριώθηκε υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου με την με αρ. 1051531/4822/0010/26-6-2003 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύτηκε στο με αρ. 673/Δ'/2-7-2003 ΦΕΚ, καθώς και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 750,66 τ.μ., είναι η 10-1-2012 και όχι εκείνος της μετ' αναίρεσης συζήτησης.
Ειδικότερα το Εφετείο όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, "αφού έλαβε υπόψη του όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα με κρίσιμο χρόνο εκείνο της (πρώτης) συζήτησης της υπόθεσης στο Εφετείο (10-1-2012)". Με τις παραδοχές του αυτές και με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος, του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως βάσιμος, απορριπτομένου στο σημείο αυτό του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται εάν η με αρ.76/2012 απόφαση αναιρέθηκε πλήρως ή μερικώς και σε τι συνίσταται η αναίρεση της παραπάνω απόφασης όσον αφορά τον καθορισμό της οριστικής μονάδος αποζημίωσης, αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο λόγος αυτός περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο του στοιχεία.
Περαιτέρω παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ], γιατί η παραδοχή αυτού οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της απόφασης ως προς το ίδιο κεφάλαιο).
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο της που προεκτέθηκε.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.11γ αρθ 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενο ότι όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. ΚΑ/ΦΜ/ΘΒ1100ΑΠ2/οικ.80119/19-1-2012 έγγραφο της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων - Αυτοκινητόδρομος ΠΑΘΕ και τον κτηματολογικό πίνακα της αποζημίωσης, τα οποία έγγραφα νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, η εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση εδαφική έκταση της με αρ.
… ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης ανέρχεται σε 667,26 τ.μ. και όχι σε 750,66 τ.μ. όπως εσφαλμένα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μη λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα αλλά ούτε και την ομολογία της αναιρεσίβλητης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της οποίας, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, διευκρίνισε, συμπλήρωσε και διόρθωσε την κρινόμενη αίτηση στα εξής σημεία...όσον αφορά το ακίνητο ..."Μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν με εμβαδό 667,26 τ.μ....
δεν είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, αφού στερείται το ελάχιστο εμβαδό των 750 τ.μ....". Οτι αν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι η επιφάνεια του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου ανέρχεται σε 667,26 τ.μ. και όχι σε 750 τ.μ. ,όπως εσφαλμένα δέχτηκε αναγράφοντας μάλιστα στο διατακτικό της ότι προσδιορίζει ιδιαίτερη αποζημίωση για την μείωση της αξίας του εδαφικού τμήματος που απομένει μετά την απαλλοτρίωση ήτοι ως εξής Το ακίνητο υπ αρ….
έχει έκταση 1.120 τ.μ. ,από την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 369,35 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση η εδαφική έκταση που απομένει έχει εμβαδό 750,66 τ.μ. Η αξία της (210 ευρώ το τ.μ.) μειώνεται κατά ποσοστό 70%. Ακόμη ισχυρίζεται ότι η εσφαλμένη αυτή εκτίμηση της έκτασης του εναπομείναντος ακινήτου επηρεάζει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης όσον αφορά την μείωση της αξίας του.
Δεν προσκομίζονται τα έγγραφα που επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να διαπιστωθεί το περιεχόμενο αυτών όμως στα με αρ. 35/2018 προσκομιζόμενα πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναγράφεται, ότι στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθής η κλήση Ιωάννης Αργυρόπουλος προσκόμισε σημείωμα για καταχώρηση στα πρακτικά, το οποίο έχει ως ακολούθως........"Το εναπομείναν με εμβαδό 667,26 τ.μ. ......δεν είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση αφού στερείται το ελάχιστο εμβαδό των 750 τ.μ.....".
Εν όψει της παραπάνω ομολογίας, την οποία ουδόλως το δικαστήριο σχολιάζει, και με την οποία δεν συμπορεύεται, υπάρχουν αμφιβολίες αν την έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα, το οποίο συμπεριέλαβε και στο διατακτικό του, όπως προαναφέρθηκε, ότι το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση ακίνητο έχει έκταση 750 τ.μ.
και μειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 70%. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης ως βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αυτής από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ], γιατί η παραδοχή αυτού οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της απόφασης ως προς το ίδιο κεφάλαιο).
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο της που προεκτέθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247), όπως το Δημόσιο και οι ΟΤΑ, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, επιτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/ 2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο και παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης που ασκήθηκαν με τις προτάσεις.
Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/ 2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ.
γ' του ν. 2882/ 2001 και που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α'/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου (ΑΠ 68/2017, ΑΠ 1175/2015).
Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που καθορίζει στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στη γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης (ΑΠ 1803/2017, ΑΠ 631/2017), αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ.
ΑΠ 20/2005). Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταδίκασε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση και υπόχρεο στην καταβολή της αποζημίωσης στα δικαστικά έξοδα της αιτούσας δικαιούχου αυτής, καθορίζοντας την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου της, για τη σύνταξη της ασκηθείσας αίτησής της και των προτάσεων σε ποσοστό 3% επί της καθοριζομένης αποζημίωσης.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δηλαδή με το να μην καθορίσει την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου της αιτούσας ήδη αναιρεσίβλητης στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, του μεν τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001 (όπως αντικ.
με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης) με τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, των δε διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων με το να τις εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια της που προεκτέθηκαν. Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δικ., ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετ' αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 76/2012 αποφάσεώς του. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από την διάταξη αυτή υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.ΝΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 35/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση που θα προσδιοριστεί ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ