Legislator Case Law & Legislation
57/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract ruling due to insufficient reasoning regarding transitional provisions.

Case Number 57/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision rejecting the State's objection to a labor contract claim. The State argued the lower court lacked clear reasoning on whether specific transitional provisions applied to successive fixed-term contracts. The court found the lower court's detailed factual findings regarding the nature of the work and continuous employment sufficient to justify its ruling without needing explicit reference to those specific dates.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943: A dependent labor contract exists when the parties aim to provide agreed work and wages, and the worker is subject to legal and personal dependence on the employer; the Supreme Court held that a lower court's detailed factual findings on the nature of work and continuous employment suffice to establish a dependent relationship without explicitly citing specific transitional provisions if the claim lacks a basis in them.

Keywords

AI generated
dependent labor contract transitional provisions labor law labor dispute appeal procedure insufficient reasoning continuous employment

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 38 of the Consolidated Labor Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 573(3) of the Code of Civil Procedure
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Administrative Circular 124423/1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 57 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 57/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Μωραΐτη, που κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι τα ορθά στοιχεία της αναιρεσίβλητης είναι συζ. Κ., το γένος Ι. Τ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 920/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 996/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 23/11/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-11-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 996/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 920/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ' αυτού από 20-3-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης με το να αναγνωρισθεί ότι αυτή ( ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) συνδέεται με το Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να την απασχολεί ως καθαρίστρια. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίόυ να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.

Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρών αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου". Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) επιδιώκεται η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§1 και 3 του Συντάγματος),το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρ.26 §3 και 87 §2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΠ-Ολ 7/2011), κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρ. 559 αριθ.1 ή 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ. ΑΠ-Ολ 7/2011, ΑΠ-Ολ 8/2011).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2314/1953 "περί καθαρισμού δημοσίων καταστημάτων" ορίζονται τα εξής: "(παρ. 1). Ο καθαρισμός των δημοσίων καταστημάτων εν γένει ως και των καταστημάτων των Οργανισμών και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ενεργείται εφεξής δια των κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος διατηρουμένων ως τακτικών καθαριστριών ως και δια καθαριστριών προσλαμβανομένων επί ημερομισθίω ή ωρομισθίω, εφόσον δεν απασχολούνται κατά πλήρες ωράριον, καθοριζομένω δι' αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών και αμειβομένων εκ των διατιθεμένων δια των ειδικών προϋπολογισμών των καθ' έκαστον υπουργείον πιστώσεων, δια τον καθορισμόν των δημοσίων καταστημάτων (παρ. 2).

Δι' αποφάσεων του υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου υπουργού, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορισθήσεται ο αριθμός των εις εκάστην υπηρεσίαν δυναμένων να υπηρετώσιν επί ημερομισθίω ή ωρομισθίω καθαριστριών, όστις δεν δύναται να είναι μείζων του αριθμού των υφισταμένων κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος οργανικών θέσεων καθαριστριών (παρ. 3).

Προκειμένου περί περιφερειακών υπηρεσιών, δύναται δια κοινής αποφάσεως του αρμοδίου υπουργού και του υπουργού των Οικονομικών να καθορισθή παγία επιχορήγησις δια τον καθαρισμόν των καταστημάτων τούτων αντί της προσλήψεως καθαριστριών επί ημερομισθίω ή ωρομισθίω". Όπως δε ορίζεται στην επομένη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου οι εν λόγω καθαρίστριες προσλαμβάνονται με πράξη του προϊσταμένου της οικείας υπηρεσίας, μη δημοσιευομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και δεν αποκτούν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αλλά συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι ο νόμος ορίζει ειδική διαδικασία πρόσληψης για το προσωπικό καθαριότητας, η οποία αποσκοπεί να εξασφαλίσει την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών πρόσληψης, λόγω των άμεσων αναγκών που γεννώνται στην πράξη, αλλά και του μειωμένου ενδιαφέροντος, που μπορεί να παρουσιάζει μια τέτοια πρόσληψη από πλευράς των υποψηφίων.

Η εν λόγω διαδικασία, κατ' εξαίρεση των γενικά ισχυουσών διατάξεων για την πρόσληψη προσωπικού στο Δημόσιο και σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου είτε με σύμβαση εργασίας (άρθρα 20 και 21 ν. 2190/1994), είτε με σύμβαση έργου (άρθρο 6 του ν. 2527/1997, ο οποίος τροποποίησε και συμπλήρωσε τις διατάξεις του 2190/1994 όσον αφορά στην πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση έργου), αρχίζει με την απόφαση του υπουργού των Οικονομικών, που διατάσσει τη μεταφορά πιστώσεων στις επιμέρους υπηρεσίες για την πληρωμή των καθαριστριών, που απασχολούνται σ' αυτές και ολοκληρώνεται με την υπογραφή της σύμβασης πρόσληψης του προσωπικού, που υπογράφεται από τον προϊστάμενο κάθε επιμέρους υπηρεσίας, ο προαναφερόμενος ν. 2314/1.953, αν και ορίζει τη νομική μορφή της σύμβασης εργασίας του εν λόγω προσωπικού καθαριότητας (σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου), δεν προβλέπει ρητά τη χρονική διάρκεια αυτής, χωρίς, ωστόσο, να απαγορεύει την κατάρτισή της ως σύμβασης αόριστης διάρκειας τα εν γένει ισχύοντα στο εργατικό δίκαιο η κλασσική (συνήθης) μορφή της σύμβασης εργασίας είναι η σύμβαση αορίστου χρόνου διάρκειας.

Η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, όπως προεκτέθηκε στην αρχή, δικαιολογείται μόνον όταν από τη φύση της εργασίας ή από τις ειδικές συνθήκες της επιχείρησης είναι εμφανές, ότι ο εργοδότης δεν είναι σε θέση να απασχολεί τον εργαζόμενο για αόριστο χρόνο, όπως Π.χ. όταν πρόκειται για εποχιακές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που γενικά διακόπτουν τη λειτουργία τους για ορισμένα χρονικά διαστήματα (π.χ.

εκπαιδευτήρια), καθώς, επίσης, και στις περιπτώσεις εκείνες που το επιβάλλει ο ίδιος ο νόμος, όπως συμβαίνει γενικά με τις προσλήψεις προσωπικού στο Δημόσιο, δυνάμει των διατάξεων των ν. 2190/1994 και 2527/1997. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 12-8-1992 αίτησή της ζήτησε την πρόσληψή της ως καθαρίστρια για τις ανάγκες του .... Μετά τη σχετική Πράξη του Δασάρχη της Υπηρεσίας αυτής επί του σώματος του εγγράφου της εν λόγω αίτησης, η οποία έχει επί λέξει ως εξής: "Προσελήφθη από 15-8-1992 σαν καθαρίστρια της υπηρεσίας στη θέση της κας Θ..

Σ. 17-8-92", η ενάγουσα άρχισε να απασχολείται ως καθαρίστρια του κτιρίου των γραφείων του ..., ήτοι ενός διώροφου κτιρίου αποτελούμενου από 10 γραφεία, διαδρόμους, χώρους αρχείου και κοινόχρηστους χώρους, εργαζόμενη επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και τέσσερις έως πέντε ώρες ημερησίως, η δε αμοιβή της καθορίστηκε σε 70.000 δραχμές το μήνα και βάρυνε τις πιστώσεις του Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών, καταβαλλόταν δε μετά την έκδοση σχετικού πάγιου χορηγήματος καθαριότητας.

Η ενάγουσα συνέχισε να απασχολείται με βάση την κατά τον άνω τρόπο πρόσληψή της με πράξη του ... (ως Προϊσταμένου της εν λόγω Υπηρεσίας - παρ. 3 άρθρου 2 Ν 2314/1953) μέχρι τις 31 -12-1997, για την αμοιβή της δε εκδίδονταν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής του Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας & Δασών Νομαρχίας Φθιώτιδας (βλ.

προσκομιζόμενα έγγραφα του ... προς το Τμήμα Οικονομικό της Δ/νσης Γεωργίας Νομού Φθιώτιδας, με τα οποία ζητάει την έκδοση των σχετικών ενταλμάτων και τα αντίστοιχα εκδοθέντα χρηματικά εντάλματα πληρωμής). Στη συνέχεια υπεγράφησαν στις 2-1-1998 μεταξύ του Προϊσταμένου του ... αφενός και της ενάγουσας αφετέρου, διαδοχικές συμβάσεις που ονομάστηκαν "...", στις οποίες μεταξύ άλλων αναφέρεται το ποσό της μηνιαίας χρηματικής αμοιβής της ενάγουσας αυξανόμενο διαδοχικά, καθώς και ότι ΙΚΑ και Μ.Τ.Π.Ν.

θα βαρύνουν την ίδια (την απασχολούμενη ενάγουσα). Ειδικότερα δε ως προς τον χρόνο απασχόλησής της στην πρώτη από 2-1-1998 σύμβαση συμφωνήθηκε η ισχύς της από 1-1-1998, στη δεύτερη από 24-12-1998 ορίστηκε από 1-10-1998, στην τρίτη από 6-3-1999 ορίστηκε από 1-1-1999, στην τέταρτη από 6-3-2000 ορίστηκε από 1-1-2000, στην πέμπτη από 21-3-2001 ορίστηκε από 1-1-2001, στην έκτη από 20-2-2002 ορίστηκε από 1-1-2002 και στην εβδόμη από 2-1-2003 σύμβαση ορίστηκε η ισχύς της από 1-1-2003.

Περαιτέρω, με την από 5-3-2004 Βεβαίωση του ... βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα εργαζόταν από το έτος 1992 ως καθαρίστρια με κατ' αποκοπήν σύμβαση έργου και συγκεκριμένα α) από το έτος 1992 μέχρι 31-12-1997 πληρωνόταν από το Τ.Γ.Κ. Κ' Δασών και από το Κ.Τ.Γ.Κ. και Δασών από το πάγιο χορήγημα καθαριότητας η δε πρόσληψή της γινόταν με απευθείας συμφωνία από τον εκάστοτε Δασάρχη και β) από το έτος 1997 μέχρι 31-12-2003 με σύμβαση έργου κατ' αποκοπή πληρωνόταν ανά τρίμηνο.

Επίσης, με την από 20-6-2013 Βεβαίωση του Δασάρχη της ιδίας ως άνω υπηρεσίας, βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στην υπηρεσία αυτή ως καθαρίστρια με κατ' αποκοπή πάγιο χορήγημα καθαριότητας (άρθρο 2 παρ. 3 του Ν.2314/1953) κατά τα έτη 2002, 2003, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012 πραγματοποιώντας συνολικά 1.240 ημερομίσθια, συγκεκριμένα δε για τα έτη 2002 και 2003 (που περιλαμβάνονται στο επίδικο χρονικό διάστημα) 240 ημερομίσθια για καθένα από τα έτη αυτά.

Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε ως καθαρίστρια κατά το επίδικο διάστημα, ήτοι από το έτος 1992 μέχρι τις 31-12-2003 συνεχώς, χωρίς διακοπή, μέχρι μεν τις 31-12-1997, κατόπιν προσλήψεώς της με πράξη του Προϊσταμένου του ..., αμειβόμενη από τον προϋπολογισμό του Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, από 1-1- 1998, όμως, και μέχρι τις 31-12-2003 δυνάμει των ως άνω συμβάσεων που χαρακτηρίστηκαν "μίσθωσης κατ' αποκοπήν εργασίας".

Η ενάγουσα καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως προαναφέρθηκε, απασχολείτο καθημερινά με την καθαριότητα του ως άνω κτιρίου των γραφείων του Δασαρχείου, ήτοι σε συγκεκριμένο τόπο και υπό τον έλεγχο του εκπροσώπου της Υπηρεσίας αυτής του εναγομένου Δημοσίου, με συγκεκριμένο ωράριο (τετράωρο ή πεντάωρο καθημερινά), που καθοριζόταν από το τελευταίο και με εβδομαδιαία πενθήμερη απασχόληση, η δε εργασία της δεν διαφέρει από αυτή των μονίμων καθαριστριών, ενώ ήταν ασφαλισμένη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), έτσι δε κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες καθαρισμού της εν λόγω Υπηρεσίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι δεν απασχολείτο άλλη καθαρίστρια (βλ.

και κατάθεση μάρτυρα ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητεί και το εναγόμενο). Επομένως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις και με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά) ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων εκ μέρους του εναγομένου ως έργου και στη συνέχεια ως "μίσθωσης κατ' αποκοπήν εργασίας" δεν αποτυπώνει την πραγματική φύση της εργασιακής της σχέσης, η οποία είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον τα μέρη απέβλεψαν στην εργασία της ενάγουσας, παρεχόμενη υπό τις άνω συνθήκες και όχι σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ενώ η ορισμένη κάθε φορά διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων δεν ήταν δικαιολογημένη από το σκοπό και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας της, τις λειτουργικές ανάγκες της άνω Υπηρεσίας του εναγομένου και τις λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων ως ανωτέρω δόθηκε με προφανή σκοπό την καταστρατήγηση των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.

Συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω, οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία άρχισε πριν την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001 αλλά και πριν από την έναρξη ισχύος της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001) και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), μπορούσαν δε οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να προσλάβουν το χαρακτήρα αυτό (ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου), ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος (άρθρο 103 παρ. 7 και 8) και της Κοινοτικής Οδηγίας (1999/70/ΕΚ), καθόσον η σχέση εργασίας της ενάγουσας άρχισε πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών και δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση παρότι η σχέση εργασίας της συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους.".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Αθηνών το οποίο με την υπ' αριθμ. 996/2016 προσβαλλομένη απόφασή του εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 672 του Α.Κ., 8 παρ. 3 του Νόμου 2112/1920 σε συνδυασμό και με το άρθρο 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 21 παρ. 1 του Νόμου 2190/1994, την Οδηγία 1999/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει τελικά από 10-7-2002), δεν παραβίασε δε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος απ' αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα, έχει ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, που συνίσταται στο ότι δεν αναφέρεται εάν μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν από τους διαδίκους από το έτος 1998 έως το 2003 μεσολαβούσε χρονικό διάστημα ίσο ή μικρότερο των τριών μηνών ή ότι η σύμβασή του ήταν σε ισχύ στις 19-7-2004 ή έστω ήταν σε ισχύ στις 19-4-2004, ώστε να μπορεί να υπαχθεί στις μεταβατικές ρυθμίσεις του άρθρου 11 του π. δ/τος 164/2004 που ορίζουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των ενεργών κατά την έναρξη ισχύος του συμβάσεων, και έτσι δεν αιτιολογεί την κρίση της ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε ως καθαρίστρια κατά το επίδικο διάστημα συνεχώς χωρίς διακοπή.

Πλην όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς το χρόνο απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στην υπηρεσία του εναγομένου αφού αναφέρεται σ' αυτή, μεταξύ άλλων, κατά τα προαναφερθέντα; ότι η ενάγουσα καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως προαναφέρθηκε, απασχολείτο καθημερινά με την καθαριότητα του ως άνω κτιρίου των γραφείων του Δασαρχείου, ήτοι σε συγκεκριμένο τόπο και υπό τον έλεγχο του εκπροσώπου της Υπηρεσίας αυτής του εναγομένου Δημοσίου, με συγκεκριμένο ωράριο (τετράωρο ή πεντάωρο καθημερινά), που καθοριζόταν από τον τελευταίο και με εβδομαδιαία πενθήμερη απασχόληση, η δε εργασία της δεν διαφέρει από αυτή των μονίμων καθαριστριών, ενώ ήταν ασφαλισμένη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), έτσι δε κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες καθαρισμού της εν λόγω Υπηρεσίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι δεν απασχολείτο άλλη καθαρίστρια (βλ.

και κατάθεση μάρτυρα ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητεί και το εναγόμενο) ότι καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων, μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης διαδοχικές συμβάσεις μέχρι την 31-12-2003 και ότι όλες ήταν έγγραφες και δεν ήταν δε αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην ως άνω απόφαση ότι η σύμβασή του ήταν σε ισχύ στις 19-7-2004 ή έστω ήταν σε ισχύ στις 19-4-2004, καθόσον η αγωγή δεν έχει έρεισμα στις μεταβατικές ρυθμίσεις του άρθρου 11 του π.

δ/τος; 164/2004. Επομένως και δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθέν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τη τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα σύμφωνα με το άρθ.22 ν.3693/1957 και την ΥΑ 124423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-11-2016, με γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6904/2016, αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 996/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ