Legislator Case Law & Legislation
57/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment due to lack of procedural error grounds.

Case Number 57/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by a company and individuals against a final court ruling awarding damages for defamation. The appellants argued the lower court failed to read a specific document and misinterpreted a newspaper article, but the court found these claims insufficient to establish a valid ground for appeal. Consequently, the appeal was dismissed, the costs were assigned to the appellants, and the original defamation judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged procedural error does not meet the strict statutory requirements for a ground of appeal, and vague allegations without specific factual support fail to establish a violation of the right to a fair trial.

Keywords

AI generated
defamation action appeal admissibility procedural error fair trial rights court costs allocation Civil Procedure Code defamation damages

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 681 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 57 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 57/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ι. Μ. και 3)Φ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αρτέμιδα Αναστασιάδου και κατέθεσαν προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Α. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Η. Δ. και κατέθεσε προτάσεις και 2)Η. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3474/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2178/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/12/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 29/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία του άρθρου 681 Δ ΚΠολΔ, 2178/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 3474/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 16.4.2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς τους κατόπιν συκοφαντικής δυσφήμισής τους από τους αναιρεσίβλητους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρ. 59 ΑΚ, το δικαστήριο, με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Tα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του, με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Όταν, όμως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, για να αποκλειστεί ότι ο δράστης ενήργησε με ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (ΑΠ 1760/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 435/2005).

Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015, ΑΠ 1386/2015).

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).

Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός, καθόσον μεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες αντιφατικότητα των αιτιολογιών είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης, εξαιτίας των οποίων δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και του άρθρου 363 ΠΚ που εφαρμόστηκαν, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αλλά και να κριθεί, αν οι προσβαλλόμενες, ως αντιφατικές, αιτιολογίες αλληλοαποκλείονται.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης στο πρόσωπο των 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων και έκρινε ότι συντρέχει ο απαιτούμενος για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων άμεσος δόλος στο πρόσωπο αυτών, ενώ η συγκεκριμένη αιτιολογία δεν είναι βάσιμη και επαρκής για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου τούτων, αφού δεν αναφέρεται οποιοδήποτε ειδικό και συγκεκριμένο γεγονός που να αιτιολογεί τη γνώση του ψεύδους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη είναι εκδότρια εταιρία της εβδομαδιαίας εφημερίδας πανελλήνιας κυκλοφορίας με την επωνυμία "..." που κυκλοφορεί κάθε Κυριακή, στην οποία αρθρογραφούν και οι:

πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι που είναι δημοσιογράφοι. Ο δεύτερος ενάγων διετέλεσε Πρόεδρος της Ελληνικής ... ... από 3.7.1999 μέχρι 5.10.2022, κατά την περίοδο 1995-2005 κατείχε θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο της ... (24.2.1995 έως 3.1.1997 Γενικός Γραμματέας, 3.1.1997 έως 29.1.1997 μέλος, 29.1.1999 έως 9.5.1999 Ταμίας, 9.5.1997 έως 3.7.1998 Γενικός Γραμματέας, 5.10.2002 έως 7.2.2003 Αντιπρόεδρος, 7.2.2003 έως 8.2.2004 Γενικός Γραμματέας, 8.2.2004 έως 2.10.2004 Αντιπρόεδρος, 2.10.2004 έως 14.1.2005 Γενικός Γραμματέας, 14.1.2005 έως 30.9.2005 μέλος ΔΣ) και είχε εκλεγεί ως εκπρόσωπος της ...

στην Ελληνική ...ή για το χρονικό διάστημα 2001-2004, ενώ από 30.9.2005 δεν κατέχει οποιαδήποτε θέση στην Ομοσπονδία. Η πρώτη ενάγουσα, τέκνο του δεύτερου ενάγοντος, γεννήθηκε στις 4.4.1990, αποφοίτησε από ... Γενικό Λύκειο ... στις 27.6.2008 και κατόπιν εξετάσεων για την εισαγωγή της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση φοιτά στο ΤΕΙ Ιονίων Νήσων (Αργοστολίου) στη Σχολή Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας.

Στο φύλλο της ανωτέρω εφημερίδας, που κυκλοφόρησε στις 13.4.2008, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δημοσιογράφοι δημοσίευσαν άρθρο, ως προϊόν ρεπορτάζ με τον τίτλο "...", ..., υπότιτλο "... έχουν μετατρέψει τους χώρους πολλών αθλημάτων σε προσωπικές τους επιχειρήσεις, διορίζοντας συγγενείς και εξασφαλίζοντας στα παιδιά τους μόρια για να περάσουν στα ΑΕΙ χωρίς διάβασμα", υπότιτλο "Στο ...

και στην ξιφασκία οι πρωταγωνιστές των σκανδάλων" και περιεχόμενο: "... σκανδάλων και οικογενειοκρατίες, εξασφάλιση μορίων για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις και διασπάθιση δημόσιου χρήματος είναι πολλές αν όχι περισσότερες ομοσπονδίες του ελληνικού αθλητισμού. Με το κάλυμμα της δήθεν... εθνικής αποστολής που αναλαμβάνουν οι ομοσπονδίες και με όπλο την εξυπηρέτηση κομματικών επιδιώξεων με τη συγκρότηση πελατειακών και ψηφοθηρικών μηχανισμών, δεκάδες παράγοντες έχουν μετατρέψει τους χώρους πολλών αθλημάτων περίπου σε προσωπικές επιχειρήσεις.

Το "..." φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα δύο από τις πιο εξώφθαλμες περιπτώσεις τέτοιων ομοσπονδιών: την ξιφασκία όπου....και το ..., όπου τα περισσότερα μέλη της διοίκησης είναι συγγενείς μεταξύ τους και φαίνεται να χρησιμοποιούν το άθλημα με διαδικασίες τουλάχιστον περίεργες, προκειμένου να βοηθηθούν τα παιδιά ορισμένων στην εισαγωγή τους στα ΑΕΙ.

Ισχυρός άνδρας στο ... είναι ο πρόεδρος της ... κ... Και τα δύο παιδιά του κ... κατάφεραν να εισαχθούν στα ΑΕΙ με τη βοήθεια των μορίων που πήραν σε αγώνες του .... Και για τους τρεις νεαρούς λέγεται ότι έπιασαν τη ρακέτα του ... μόλις πριν από τους αγώνες στους οποίους πήραν τα μόρια... Σε παλαιότερη καταγγελία αναφέρεται ότι παρατύπως επτά αθλητές και αθλήτριες του ...

εισήχθησαν στα ΑΕΙ, μεταξύ αυτών και η κόρη του πρώην προέδρου της ... κ. Η. Δ....". Όμως το δημοσίευμα αυτό αναφερόμενο στους ενάγοντες είναι ψευδές, δεδομένου ότι η πρώτη ενάγουσα κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του επίδικου άρθρου ήταν μαθήτρια λυκείου-όπως προαναφέρθηκε-και τότε προετοιμαζόταν για τις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Το δημοσίευμα αυτό ήταν πρόσφορο να βλάψει και έβλαψε την τιμή και υπόληψη των εναγόντων, καθώς δημιουργήθηκε η εντύπωση στους αναγνώστες της εφημερίδας, της οποίας η πανελλήνια κυκλοφορία υπερέχει αριθμητικά των υπόλοιπων εφημερίδων, ότι ο δεύτερος ενάγων εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως πρόεδρος της ...

του αθλήματος της αντισφαίρισης και με τεχνάσματα και παράτυπες διαδικασίες κατάφερε να μοριοδοτηθεί η πρώτη ενάγουσα θυγατέρα του, ώστε να εισαχθεί σε πανεπιστημιακή σχολή, χωρίς η ίδια να διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα και κατά παράκαμψη των εξετάσεων στις οποίες υποβάλλονται οι υποψήφιοι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Οι εναγόμενοι ήταν σε πλήρη γνώση της αναλήθειας του ανωτέρω δημοσιεύματος, καθώς, όπως ομολογούν (τόσο στις προτάσεις που κατέθεσαν στην πρωτοβάθμια δίκη όσο και σε αυτές που κατέθεσαν για την παρούσα δίκη), η συγκεκριμένη αναφορά τους προέρχεται από σχετικό άρθρο της εφημερίδας "...", που δημοσιεύθηκε στο φύλλο που κυκλοφόρησε στις ....2005 και στο οποίο, οι συντάκτες του ανέφεραν μεταξύ άλλων τα εξής: "Οι εμπνευστές όμως του σκανδάλου φαίνεται ότι είχαν....ειδικούς λόγους για να παρακάμψουν το νόμο, αφού στον πίνακα των ευεργετηθέντων εμφανίζονται η κόρη του νυν προέδρου της ...

κ...και ο γιος του πρώην Προέδρου της κ. Η. Δ.". Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι η αναφορά στην κόρη του δευτέρου ενάγοντος στο επίδικο δημοσίευμα έγινε από αβλεψία τους και όχι από δόλο, καθώς ήθελαν να αναφερθούν στο γιο του δευτέρου ενάγοντος με βάση και το προηγηθέν δημοσίευμα της άλλης εφημερίδας. Όμως, δημοσίευσαν το άρθρο αυτό σε σελίδα της εφημερίδας όπου φέρει την ένδειξη "ρεπορτάζ", δηλαδή αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας και έτσι, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός τους.

Άλλωστε είχαν την υποχρέωση από δημοσιογραφικό καθήκον αληθείας και σεβασμού της προσωπικότητας προς κάθε άνθρωπο, να προβούν σε έλεγχο των πληροφοριών, πριν τη δημοσίευση του άρθρου, ώστε να διαπιστωθεί αν οι πληροφορίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου οι αναφορές δεν είναι γενικόλογες και φωτογραφικές, αλλά έχουν ονοματεπώνυμο.

Ούτε πρόκειται για αναδημοσίευση άρθρου της εφημερίδας "...", όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, καθόσον το επίδικο δημοσίευμα έχει χρονική απόσταση από αυτό της άλλης εφημερίδας, δεν αναφέρουν, δε, στο επίδικο ότι άντλησαν πληροφορίες από άλλο δημοσίευμα. Αντίθετα το παρουσιάζουν ως δημοσιογραφική επιτυχία τους και της εφημερίδας, αναφέροντας: "Το ...

φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα δύο από τις πιο εξώφθαλμες περιπτώσεις τέτοιων ομοσπονδιών...". Με τον τρόπο αυτό παραδόθηκαν σε δημόσια ανυποληψία οι ενάγοντες, που φέρονται ότι συνδέονται με ανακριβή γεγονότα, την αλήθεια των οποίων παρέλειψαν οι συντάκτες του δημοσιεύματος να ελέγξουν. Ο δόλος, δε, των εναγομένων για την προσβολή της τιμής και υπόληψης των εναγόντων αποδείχθηκε από το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζονται ότι η αναγραφή του θέματος ως προς την πρώτη ενάγουσα ήταν αβλεψία, δεν προχώρησαν σε δημοσίευμα αποκατάστασης της αλήθειας, παρά το γεγονός ότι η μητέρα της ενάγουσας και σύζυγος του δευτέρου ενάγοντος επικοινώνησε τηλεφωνικά με την τρίτη εναγομένη, ώστε να έλθει σε επαφή με τους εναγομένους δημοσιογράφους και να αποκατασταθεί η αλήθεια, επικοινωνία που τελικά δεν είχε αποτέλεσμα. ...Ενόψει δε της αναλήθειας του δημοσιεύματος, ο χαρακτήρας της πράξης των εναγομένων φέρει τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης και η προταθείσα, στην πρωτοβάθμια δίκη, ένσταση αυτών περί άρσεως του αδίκου, λόγω του ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, για την ενημέρωση του κοινού είναι απορριπτέα, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη αυτή σε περίπτωση συκοφαντικής δυσφημήσεως. ....Περαιτέρω, από την προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων προσεβλήθη παράνομα η προσωπικότητα των εναγόντων και εκ του λόγου τούτου υπέστησαν ηθική βλάβη.

Λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό πταίσματος των εναγομένων, το γεγονός ότι τα ψευδή δημοσιεύματα ήρθαν σε γνώση ευρύτατου αριθμού αναγνωστών, τη βαρύτητα των δημοσιευμάτων σε συνδυασμό με τις ιδιότητες των εναγόντων, από τους οποίους η πρώτη είναι φοιτήτρια και ο δεύτερος δικηγόρος στην Αθήνα, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, την οικονομική κατάσταση της τρίτης εναγομένης, με την ευρεία πανελλήνιας κυκλοφορίας, εκδόσεώς της εφημερίδα, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλουν οι εναγόμενοι να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 15000 ευρώ, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της γνώσης του ψεύδους του δημοσιεύματος ως προς το τμήμα που αναφέρεται στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, και την κόρη αυτού, πρώτη αναιρεσίβλητη, καθώς και του υποκειμενικού στοιχείου του άμεσου δόλου στο πρόσωπο των 2ου και 3ου από τους αναιρεσείοντες, για το χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς τους, ως συκοφαντικής δυσφήμησης, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.

Τούτο, διότι την κρίση του και εντεύθεν το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα, περί του ότι αυτοί τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας του κρίσιμου και ουσιώδους περιστατικού, ότι δηλαδή μεταξύ των επτά αθλητών και αθλητριών του ... που εισήχθησαν παρατύπως στα ΑΕΙ, με τη βοήθεια μορίων που πήραν σε αγώνες ..., χωρίς πραγματικά να το δικαιούνται, αλλά λόγω της συγγενικής τους σχέσης με μέλη της διοίκησης της ..., ήταν και η πρώτη αναιρεσίβλητη, κόρη του δεύτερου τούτων, προέδρου της ... ..., την στήριξε στις ουσιαστικές παραδοχές ότι το επίμαχο δημοσίευμα αναφέρει ότι αποτελεί αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας (ρεπορτάζ) και εμφανίζεται ως δημοσιογραφική επιτυχία της εφημερίδας, και ότι η συγκεκριμένη αναφορά των αναιρεσειόντων, καθ' ομολογία τους, προέρχεται από σχετικό άρθρο της εφημερίδας "..." το οποίο, όμως, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης δεν αναφέρεται στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ, συγχρόνως το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, απέρριψε τον πραγματικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί "αβλεψίας".

Επιπροσθέτως, στήριξε την κρίση του σχετικά με τον άμεσο δόλο των 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων και στην παραδοχή, ότι αυτοί δεν προέβησαν σε αποκατάσταση της αληθείας παρά την επικοινωνία με αυτούς της εξετασθείσας μάρτυρα μητέρας της πρώτης και συζύγου του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων. Τα ως άνω περιστατικά ήσαν επαρκή για τη στοιχειοθέτηση του κρίσιμου ζητήματος του ψεύδους του δημοσιεύματος αναφορικά με τις αναφορές του στους αναιρεσίβλητους, της γνώσης των 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων για το ψεύδος αυτό και τον άμεσο δόλο τους, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, αναφορικά με το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς τους αναιρεσείοντες, τυγχάνει αβάσιμος, ενώ δεν μπορούν να ιδρύσουν το λόγο αυτό οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην εσφαλμένη κατά τους αναιρεσείοντες αξιολόγηση της καταθέσεως της μάρτυρα και την εκτίμηση του περιεχομένου του επίμαχου δημοσιεύματος, καθώς και στα επιχειρήματα του Εφετείου που δικαιολογούν γιατί πείστηκε για τη συνδρομή των κρίσιμων γεγονότων, καθώς ανάγονται στην ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους (ΑΠ 376/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "ολόκληρη τη δικογραφία του πρώτου βαθμού (βλ. ανωτέρω περί Πρακτικών)". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον εντελώς αόριστα οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ολόκληρη τη δικογραφία του πρώτου βαθμού, χωρίς να αναφέρουν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που φέρονται αγνοηθέντα τα οποία μάλιστα να προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των συναφών αιτημάτων πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 49/2012).

Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση με την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 886/2008, ΑΠ 2225/2007). Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της "ολόκληρο το περιεχόμενο του επίμαχου δημοσιεύματος...

δηλαδή ότι δεν το ανέγνωσε πλήρως και εξ ολοκλήρου", χαρακτηρίζοντας το προτεινόμενο σφάλμα ως λόγο προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Όμως, η μη ανάγνωση ολοκλήρου του περιεχομένου του εγγράφου, δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρύσει το σχετικό λόγο αναίρεσης και συνεπώς ως λόγος από τη διάταξη αυτή είναι απαράδεκτος.

Αλλά, η ίδια αιτίαση που θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου, ώστε με ορθό χαρακτηρισμό αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο να εξεταστεί η επικαλούμενη πλημμέλεια, αορίστως προβάλλεται χωρίς να παρατίθενται τα αναγκαία περιστατικά για να κριθεί ότι εμπίπτει στον ανωτέρω προσήκοντα λόγο αναίρεσης και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλομένη παρέλειψε να αναγνώσει συγκεκριμένο μέρος του εγγράφου αυτού κρίσιμο για το σχετιζόμενο με τους αναιρεσίβλητους αποδεικτέο γεγονός, το οποίο να παρατίθεται και συνεπώς παραμόρφωσε το περιεχόμενό του αποδίδοντάς του περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες.

Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλεται επικουρικώς η αιτίαση σχετικά με το επίμαχο δημοσίευμα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί "εν πάση περιπτώσει από τις ίδιες παραδοχές δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το έλαβε υπόψη της".

Όμως, από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη της όλα τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στο επίμαχο άρθρο των δύο εναγομένων δημοσιογράφων που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της εφημερίδας "..." που κυκλοφόρησε στις 13.4.2008, με τον τίτλο και το περιεχόμενό του, την εκτίμηση και αξιολόγηση αυτού με το επικαλούμενο άρθρο της εφημερίδας "...", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και το δημοσίευμα αυτό.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 7.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 2178/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 1134/2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 2178/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ