Legislator Case Law & Legislation
57/2016 AI generated

Appeal dismissed for insurance company; appeal allowed for driver due to unclear facts on pedestrian location and avoidance options.

Case Number 57/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the insurance company but allowed the appeal against the driver. The court found the lower court's reasoning regarding the pedestrian's position and the driver's ability to avoid the accident was unclear and contradictory. Consequently, the case was remanded for retrial regarding the driver's liability while the insurance company's appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 § 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine sua sponte if a party absent from the appeal hearing was properly summoned, and if the lower court's reasoning contains contradictions or gaps regarding essential facts, the appeal is allowed and the case remanded for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility proper summons contradictory reasoning remand for retrial traffic accident liability avoidance maneuver

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 § 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 57 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 57/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Φ. του Ν., α. ατομικά, β. ως ασκούντος από κοινού με την Ν. Β. (8η αναιρεσείουσα) τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Κ. Φ. (2ης και 3ης των αναιρεσειόντων) και γ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης και αρχικώς εναγούσης μητέρας του Α. χας Ν. Φ., 2) Α. Φ. του Δ., 3) Κ. Φ. του Δ., 4) Χ. Φ. του Ν., α. ατομικά, β. ως ασκούσας από κοινού με τον Ν. Α. (7ο αναιρεσείοντα) τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Κ. Α. (6ου των αναιρεσειόντων) και γ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης και αρχικώς εναγούσης μητέρας της Α. χας Ν. Φ., 5) Θ. Α. του Ν., 6) Κ. Α. του Ν., 7) Ν. Α. του Θ. και 8) Ν. Β. του Κ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Αμπατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Φαρμακίδη - Μάρκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-12-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Α. χας Ν. Φ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 726/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 19-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 161/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Κ.Πολ.Δ. ορίζει στο άρθρο 576 § 2 ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, στην §3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από τον συνδυασμό των δικονομικών αυτών διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης στρεφόμενη κατά περισσοτέρων του ενός αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας, εάν κατά τη συζήτηση αυτής, την οποία επισπεύδει ο αναιρεσείων, δεν εμφανιστεί κάποιος εκ των περισσοτέρων ομοδίκων αντιδίκων του ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του, ενώ στην αντίθετη περίπτωση (αποφατική) η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-12-2015) παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε.

Οι αναιρεσείοντες που παρέστησαν δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν σχετικά έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η μη εμφανισθείσα αναιρεσίβλητη επέσπευσε τη συζήτηση ή ότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην άνω δικάσιμο. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα και τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς την απολειπόμενη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον νομίμως παριστάμενο πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/ 2013).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 686/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/ 1999 "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά και στους υπερήλικες...". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 19 του ίδιου νόμου "1. O οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.

2. O οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες... κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες....

Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει... κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε έφεση των αναιρεσειόντων (και της Α.

χήρας Ν. Φ., που απεβίωσε και ως προς αυτήν συνεχίζουν τη δίκη τα τέκνα της, 1ος και 4η τούτων) κατά της 726/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που απέρριψε αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - ήδη αναιρεσίβλητοι να τους καταβάλουν τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν ποσά για έξοδα νοσηλείας και κηδείας, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο του συγγενούς τους Ν.

Φ., ο οποίος προκλήθηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία.

Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Την 3-12-2010 και ώρα 05.20' ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ανήκε σ' αυτόν κατά κυριότητα και ήταν ασφαλισμένο για ζημίες τρίτων στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, επί της οδού ...

στην ... με κατεύθυνση από Πάτρα προς Οβρυά. Όταν έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού … παρέσυρε τον πεζό Ν. Φ. του Δ., σύζυγο της πρώτης, πατέρα του δεύτερου και πέμπτης, παππού της τρίτης, τέταρτης, έκτου και έβδομου και πεθερό των λοιπών. Από άποψη αντικειμενικών συνθηκών του τόπου του ατυχήματος πρέπει να αναφερθεί ότι η οδός ...

έχει πλάτος 12,30 μ., πλάτος ερείσματος 0,80 μ. στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Οβρυά και 1,90 μ. στο αντίθετο ρεύμα, δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που διαχωρίζονται με συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή και μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία, οριζόντια. Η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια ενώ ήταν νύχτα και υπήρχε τεχνητός φωτισμός σε λειτουργία.

Το όριο ταχύτητας ενόψει του ότι δεν υπάρχει σχετική σήμανση και πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, καθορίζεται σε 50 χ/ω. Η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, η δε κατάσταση της οδού ήταν επίσης καλή, με ξηρό ασφάλτινο οδόστρωμα. Επίσης η κυκλοφορία δεν ρυθμιζόταν με φωτεινούς σηματοδότες ούτε υπήρχε διάβαση πεζών.

Τον ίδιο παραπάνω χρόνο ο Ν. Φ. του Δ., ηλικίας 76 ετών, κινούταν πεζός ευρισκόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με εκείνο που έβαινε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός. Είχε δε την πρόθεση να διασχίσει ολόκληρο το οδόστρωμα της οδού, προκειμένου να μεταβεί απέναντι σε στάση λεωφορείου, για να επιβιβαστεί σ' αυτό και μεταβεί σε ελαιώνα του για συλλογή ελαιοκάρπου.

Καθώς άρχισε να διασχίζει το αντίθετο σε σχέση με την πορεία του οχήματος του εναγομένου ρεύμα κυκλοφορίας, έγινε αντιληπτός από τους Α. Γ. και Ν. Ν., οι οποίοι βρίσκονταν στο απέναντι έρεισμα της οδού στη στάση του λεωφορείου. Ο πρώτος απ' αυτούς Α. Γ., που γνώριζε τον πεζό και είχε αντιληφθεί την επικείμενη προσέγγιση του αυτοκινήτου του εναγομένου, άρχισε να φωνάζει προς το μέρος του για να σταματήσει στη διαχωριστική γραμμή ενώ ο δεύτερος Ν.

Ν. άρχισε να απευθύνει προειδοποιητικά μηνύματα προς τον εναγόμενο κουνώντας τα χέρια του για να ανακόψει ταχύτητα. Ο τελευταίος αντιλήφθηκε αμέσως τον πεζό που είχε φτάσει στη διαχωριστική γραμμή και τροχοπέδησε αμέσως. Όμως ο πεζός συνέχιζε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα χωρίς να ελέγξει αν μπορούσε ασφαλώς να πράξει τούτο με αποτέλεσμα να παρασυρθεί με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου σε σημείο που βρισκόταν σε απόσταση 1,80 μ.

από τη διαχωριστική γραμμή και να τραυματιστεί. Πιο συγκεκριμένα υπέστη διατροχαντήριο κάταγμα ΑΡ μηριαίου, ανοικτό κάταγμα ΑΡ κνήμης, περιπροσθετικό κάταγμα ΔΕ κνήμης, ασταθές κάταγμα οδόντος Α2 σπονδύλου ΑΜΣΣ, μικρές εγκεφαλικές θλάσεις άμφω με παρουσία αίματος στις πλάγιες κοιλίες και υπαραχνοειδή χώρο.

Μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όπου εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 14-1-2011. Υποβλήθηκε σε χειρουργική αποκατάσταση των καταγμάτων με εξωτερική οστεοσύνθεση λεκάνης, ενδομυελική ήλωση μηριαίου και εξωτερικές οστεοσυνθέσεις κνημών άμφω.

Το κάταγμα της ΑΜΣΣ αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με την εφαρμογή σκληρού κολάρου τύπου Philadelphia. Στις 14-1-2011 μεταφέρθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου σε αυτόματη αναπνοή με χαμηλό επίπεδο επικοινωνίας. Παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 22-2-2011, οπότε απεβίωσε συνεπεία των παραπάνω τραυμάτων.

Ο θανάσιμος τραυματισμός του οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου. Πιο συγκεκριμένα αυτός δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού πεζού, όπως όφειλε με βάση τους νομικούς κανόνες κίνησης των πεζών και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και μπορούσε να επιδείξει ενόψει της ηλικίας του και των λοιπών προσωπικών του περιστάσεων. 'Ετσι μολονότι είχε την πρόθεση να διασχίσει κάθετα ολόκληρο το οδόστρωμα της οδού ...

σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, κατέβηκε στο οδόστρωμα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρα 12 παρ. 1 εδ. α' και 38 παρ. 4 περ. ε' ΚΟΚ) και να ελέγξει τυχόν κίνηση αυτών. Αλλά αντίθετα άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα ανέλεγκτα και ενώ πλησίαζε στη διπλή διαχωριστική γραμμή και είχε διασχίσει το ένα ρεύμα κυκλοφορίας, δε σταμάτησε για να ελέγξει την κίνηση των κινουμένων στο άλλο ρεύμα αυτοκινήτων.

Συνέχισε να το διασχίζει με αμείωτο ρυθμό παρά το ότι ήταν νύχτα και φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα ώστε να μην μπορεί να γίνει ευχερώς αντιληπτός από τους οδηγούς των κινουμένων οχημάτων αφού υπήρχε μεν τεχνητός φωτισμός αλλά δεν αποδείχτηκε ότι ήταν και επαρκής και ακόμα παρά τις έντονες προειδοποιήσεις του Α.

Γ. και τις κινήσεις των χεριών του Ν. Ν., οι οποίοι προφανώς αντιλήφθηκαν ότι δεν προλαβαίνει να διασχίσει το οδόστρωμα, και τις οποίες (προειδοποιήσεις) δεν αντιλήφθηκε. Χαρακτηριστικά είναι όσα κατέθεσαν οι ανωτέρω στις από 19-12-2010 προανακριτικές καταθέσεις τους "...αφού είχε αρχίσει να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας προς Πάτρα και προτού φτάσει στη διπλή διαχωριστική γραμμή του φώναξα <σταμάτα εκεί> αμέσως μετά και αφού ο Φ.

Ν. δεν με άκουσε που του φώναξα, το ΕΙΧ φρενάρισε αλλά δεν πρόλαβε να σταματήσει και τον παρέσυρε... δεν έλεγξε καθόλου το δρόμο προτού τον διασχίσει ...." ο πρώτος και "...ενώ είχα δει ένα ΕΙΧ αυτοκίνητο να κινείται στην οδό ... προς Τρίπολη, με τα φώτα αναμμένα, άρχισα να κάνω νοήματα με τα χέρια μου προς το ΙΧΕ για να ανακόψει ταχύτητα έχοντας το βλέμμα μου προς το Φ.

Ν., προς τον οποίο φώναζε ο Γ. Α. να σταματήσει αλλά αυτός έδειχνε να μη δίνει σημασία και να μην ακούει τις φωνές του, διέσχισε το δρόμο χωρίς να ελέγξει με αποτέλεσμα το ΕΙΧ παρότι φρενάρισε όταν πλέον ο Φ. είχε μπει στο ρεύμα πορείας του ΕΙΧ προς Τρίπολη κάθετα αλλά δεν σταμάτησε εγκαίρως, τον παρέσυρε..." ο δεύτερος.

Αντίθετα τον εναγόμενο οδηγό δεν βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος. Αυτός είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του. Ειδικότερα κινούταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του με ταχύτητα 50 περίπου χ/ω, που ήταν κανονική για τις προαναφερθείσες περιστάσεις.

Η ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης 17 μέτρων καθεαυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι έβαινε με υπερβολική ταχύτητα πάνω από 100 χ/ω, δεν αποδείχτηκε βάσιμος. Περαιτέρω ο εναγόμενος είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα πορείας δεδομένου ότι ήταν νύχτα και ο τεχνητός φωτισμός δεν αποδείχτηκε ότι ήταν επαρκής, ενώ αντιλήφθηκε εγκαίρως την αντικανονική κίνηση του πεζού και ενήργησε αμέσως τον προσήκοντα αποφευκτικό ελιγμό προβαίνοντας σε τροχοπέδηση χωρίς ωστόσο να αποφύγει την παράσυρση του πεζού, ο οποίος συνέχιζε να βαδίζει με τον ίδιο ρυθμό.

Ελιγμό προς τα αριστερά δεν ήταν δυνατόν να εκτελέσει επειδή μετά βεβαιότητας θα παρέσυρε τον πεζό, που βάδιζε αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος ενώ προς τα δεξιά υπήρχε κίνδυνος να παρασύρει τους ανωτέρω Α. Γ. και Ν. Ν., που βρίσκονταν στη στάση στο ίδιο ύψος με τον πεζό, σε απόσταση 2,40 μ., από το αυτοκίνητο.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος αντιλήφθηκε καθυστερημένα τον πεζό, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Εξάλλου αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι έπρεπε ο εναγόμενος να ανακόψει ταχύτητα επειδή πλησίαζε σε στάση λεωφορείου και τούτο διότι η στάση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι ήταν στεγασμένη ώστε να μπορεί να γίνει αντιληπτή ενώ δεν υπήρχε σχετική σήμανση.

Οι προαναφερόμενες αντικανονικές ενέργειες και παραλείψεις του πεζού συνιστούν υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας και θα αποφεύγονταν αν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού πεζού, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει με βάση τις ικανότητές του, τελούν δε σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού χωρίς αυτές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα επερχόταν τούτο...".

Και δεχόμενο τα ανωτέρω απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ. εκ πλαγίου με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, συνεπώς δε, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα: Α. Αναφέρει ότι ο εναγόμενος οδηγός αντελήφθη εγκαίρως τον πεζό, που είχε φθάσει στη διπλή διαχωριστική γραμμή, ο οποίος διέσχιζε το οδόστρωμα ανέλεγκτα, χωρίς να σταματήσει και με αμείωτο ρυθμό, και τροχοπέδησε αμέσως, χωρίς να διευκρινίζει, ενόψει και της ύπαρξης ιχνών τροχοπέδησης του Ι.Χ., μήκους 17 μέτρων, την απόσταση από την οποία τον αντελήφθη και αν όφειλε να τον αντιληφθεί νωρίτερα κατά τη διάρκεια της (χωρίς έλεγχο) πορείας του πεζού, πριν ο τελευταίος εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Οβρυά, όπου εκινείτο το Ι.Χ., ώστε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του.

Β. Ενώ δέχεται ότι η παράσυρση του πεζού από την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου έγινε εντός του ρεύματος προς Οβρυά και μάλιστα σε απόσταση 1,80 μ. από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, στη συνέχεια δέχεται ότι ο οδηγός, ο οποίος, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, εκινείτο με κανονική ταχύτητα περίπου 50 χ/ω, δεν ήταν δυνατόν να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά, επειδή μετά βεβαιότητας θα παρέσυρε τον πεζό, χωρίς, περαιτέρω, να διευκρινίζει αν το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που κατά τις σχετικές παραδοχές είχε πλάτος (μαζί με το έρεισμα πλάτους 1,90 μ.) 8,05 μ. (6,15 + 1,90), ήταν ελεύθερο κατά τη στιγμή του ατυχήματος από κίνηση άλλων οχημάτων.

Έτσι, ανακύπτει ασάφεια, αντίφαση και κενό, ως προς τη θέση του διασχίζοντος κάθετα την οδό πεζού, τη στιγμή κατά την οποία, το πρώτον, ο αναιρεσίβλητος οδηγός τον αντελήφθη ή όφειλε να τον αντιληφθεί, ώστε να κριθεί αν ήταν εφικτή η αποτροπή του ατυχήματος με την έγκαιρη τροχοπέδηση, και τη δυνατότητα του εν λόγω οδηγού να εκτελέσει άλλον αποφευκτικό ελιγμό (πλην της τροχοπέδησης), στοιχεία ουσιώδη, προκειμένου να κριθεί αν ο τελευταίος τήρησε τις επιβαλλόμενες από τα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ.

υποχρεώσεις και, συνεπώς αν υπάρχουν παραλείψεις αυτού καθώς και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος. Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς την 2η των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ....

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την 161/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Μονομελές Εφετείο Πατρών, αποτελούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον εν λόγω αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ