Supreme Court annuls labor accident judgment for lack of reasoning on contributory negligence and failure to consider sworn affidavits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a construction site labor accident due to insufficient reasoning on the plaintiff's contributory negligence and failure to evaluate sworn affidavits. The appellant argued that the lower court ignored critical sworn statements proving the employer's liability and the plaintiff's financial situation, which were essential for determining fault and compensation. The court held that the appellate judgment was legally flawed because it neither explicitly nor implicitly addressed these evidentiary elements, violating procedural requirements for reasoned decisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34(2) and 60(3) of Law 1846/1951; Article 16(1) and (3) of Law 551/1914; Article 671(1)(d) of the Civil Procedure Code: In labor accident cases involving violence, the employer is exempt from compensation if insured with IKA, but this does not preclude claims for moral damages if the accident resulted from employer fault; furthermore, sworn affidavits submitted as evidence must be specifically referenced in the judgment as having been created after prior summons and evaluated by the court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 57 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εργατικό ατύχημα κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών. Οριοθέτηση της υποχρέωσης για λήψη μέτρων ασφαλείας από τον εργολάβο ολόκληρου του έργου, από τον κύριο του έργου και από εργολάβο ή υπεργολάβο μέρους αυτού. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του παθόντος και για μη λήψη υπ' όψη ενόρκων βεβαιώσεων.
Αριθμός 57/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ν. Ν. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρου Ζούμπου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Β. Μ. του Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καλλίγερου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2005 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 351/2006 μη οριστική και η 2202/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7180/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α. ν. 1846/1951 "περί κοινωνικών ασφαλίσεων", σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 16 παρ.1 και 3 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το β. δ. της 24-7/25-8-1920, συνάγεται ότι σε περίπτωση ατυχήματος που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος εργαζομένου, εάν αυτός υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ.
Η απαλλαγή αυτή, όμως, δεν καταλαμβάνει την αξίωση προς επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος, εφ' όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων στην υπηρεσία, στο πλαίσιο της οποίας επισυνέβη το ατύχημα, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του αστικού κώδικα (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 52/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983, που αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων ή τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, πλην των δημοσίων, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται:
α) να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β) να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου και γ) να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου.
Σε περίπτωση που η εκτέλεση ολόκληρου του έργου δεν ανατίθεται σε ένα μόνο εργολάβο, ο κύριος αυτού είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το ανατιθέμενο έργο, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφ' όσον αυτά δεν αφορούν σε τμήμα του έργου που ανέλαβε και εκτελεί ο εργολάβος ή υπεργολάβος.
Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: α) να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, β) να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες τις οποίες δίνει ο επιβλέπων το έργο και οι οποίες αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν και γ) να εφαρμόζουν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την υπάρχουσα μελέτη μέτρων ασφαλείας, εφ' όσον αφορά στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 21 παρ.1 του π.δ. 778/1980 που εφαρμόζονται επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, που εκτελούνται σ' αυτές, οι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζονται έτσι, ώστε να αντιστοιχούν στην προς εκτέλεση εργασία και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενο από τους κινδύνους, τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεσή της.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι η υποχρέωση ως προς τη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας και, κατά συνέπεια, η ευθύνη έναντι των εργαζομένων που απασχολούνται σε οικοδομικό έργο ή τρίτων προσώπων σε περίπτωση ατυχήματος οφειλομένου σε παράλειψη ως προς τα μέτρα αυτά, βαρύνει κατ' αρχήν το πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου, ως εργολάβος.
Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του έργου, ως εργοδότης (ΑΚ 681, 688-691 και 698) δεν υπέχει ευθύνη, εκτός εάν επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, οπότε αυτός θεωρείται ότι βρίσκεται προς τον εργοδότη σε σχέση προστήσεως (ΑΚ 922), επί της οποίας θεμελιώνεται η εις ολόκληρο ευθύνη του τελευταίου (ΑΠ 1210/2006).
Εάν η εκτέλεση του έργου έχει ανατεθεί κατά τμήματα, σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, που ενεργούν ως εργολάβοι ή υπεργολάβοι, για τη λήψη και τήρηση των γενικών μέτρων ασφαλείας είναι υπεύθυνος ο κύριος του έργου (εργοδότης), ο οποίος οφείλει να εκπληρώνει την υποχρέωση αυτή για όσο χρόνο διαρκεί η εκτέλεση του τμήματος του έργου, το οποίο έχει ανατεθεί από αυτόν σε συγκεκριμένο εργολάβο ή υπεργολάβο.
Η υποχρέωση αυτή, όμως, δεν εκτείνεται και στα μέτρα ασφαλείας που δεν είναι γενικά, αλλά συνδέονται αποκλειστικά με την εκτέλεση του τμήματος του έργου, το οποίο έχει ανατεθεί στο συγκεκριμένο εργολάβο ή υπεργολάβο, για τα οποία υπεύθυνος είναι ο τελευταίος. Ο εργολάβος ή υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι υπεύθυνος για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, τα οποία βρίσκονται σε συνάρτηση προς το τμήμα του έργου που έχει αναλάβει και προς την εργασία που παρέχεται για την εκτέλεσή του.
Η ευθύνη του δεν εκτείνεται στα γενικά μέτρα ή σε μέτρα που αφορούν σε άλλα τμήματα του έργου ή στις εργασίες που εκτελούνται σχετικώς, για τη λήψη και τήρηση των οποίων υπεύθυνος είναι είτε ο εργολάβος του όλου έργου, είτε ο κύριος αυτού, είτε ο αντίστοιχος εργολάβος ή υπεργολάβος του τμήματος, είτε κάποιοι από αυτούς ως συνυπεύθυνοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Παρά ταύτα, ο εργολάβος ή υπεργολάβος τμήματος του έργου έχει την υποχρέωση να προφυλάξει το προσωπικό, που παρέχει εργασία σ' αυτόν για την κατασκευή συγκεκριμένου τμήματος, από την επέλευση ατυχήματος κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, λαμβάνοντας ακόμη και μέτρα ασφαλείας τα οποία κατ' αρχήν θα έπρεπε να έχει λάβει άλλος υπεύθυνος.
Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) στην ένδικη, από 20-1-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή συνδεόταν με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και απασχολείτο στο συνεργείο του ως τεχνίτης υδραυλικός.
Ότι ο εναγόμενος είχε αναλάβει ως υπεργολάβος την κατασκευή των υδραυλικών εγκαταστάσεων σε οικοδομή (μονοκατοικία) ιδιοκτησίας του, επίσης, εναγομένου Μ. Σ. (ως προς τον οποίο η αγωγή έχει απορριφθεί και σε βάρος του οποίου δεν στρέφεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως). Ότι την 8-7-2004 έπρεπε να γίνουν οι εργασίες της τοποθέτησης υδρορροών και καμινάδας στην οικοδομή και για το σκοπό αυτό έπρεπε να ανοιχθούν οι κατάλληλες οπές στην από οπλισμένο σκυρόδεμα οροφή (πλάκα) του ισογείου και του πρώτου ορόφου αυτής.
Ότι ο εναγόμενος, χωρίς να εισέλθει στην οικοδομή την ημέρα εκείνη, υπέδειξε από έξω στον ενάγοντα τα σημεία, στα οποία θα έπρεπε να διανοιχθούν οι οπές με τη χρήση αεροσυμπιεστή (κομπρεσέρ) και αποχώρησε. Ότι ο ενάγων, που βρισκόταν για πρώτη φορά στη συγκεκριμένη οικοδομή, αφού εργάσθηκε στο δάπεδο και στην οροφή του ισογείου με τη βοήθεια σκαλωσιάς, χρειάσθηκε να βρει τρόπο για να ανεβεί στην οροφή του πρώτου ορόφου (στη στέγη της οικοδομής), για να συνεχίσει την εργασία του εκεί.
Ότι η σκαλωσιά δεν έφθανε μέχρι τη στέγη. Ότι ο ενάγων αναγκάσθηκε να εισέλθει στην οικοδομή, όπου διαπίστωσε ότι το κλιμακοστάσιο αυτής σταματούσε στον πρώτο όροφο. Ότι τότε ο ενάγων ρώτησε κάποιον από το συνεργείο των σοβατζήδων, που εκτελούσε, παράλληλα, τα επιχρίσματα της οικοδομής, εάν υπήρχε φορητή, ξύλινη σκάλα με την οποία θα μπορούσε να ανεβεί στη στέγη.
Ότι ενώ ο ενάγων βρισκόταν στον πρώτο όροφο και αναζητούσε τη φορητή σκάλα, τη στιγμή που περνούσε δίπλα από το κενό φρεάτιο του ανελκυστήρα, παραπάτησε, χτύπησε στα προστατευτικά σίδερα που υπήρχαν στο άνοιγμα του φρεατίου, αλλά δεν τον συγκράτησαν, πέρασε μέσα από αυτό, που είχε διαστάσεις ένα επί ένα μέτρο και έπεσε από το δάπεδο του πρώτου ορόφου στο υπόγειο της οικοδομής, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί.
Ότι για το ατύχημα αυτό είναι υπαίτιος ο εναγόμενος, ως υπεργολάβος των υδραυλικών εγκαταστάσεων και εργοδότης του ενάγοντος, διότι παρέλειψε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την προστασία των εργαζομένων. Ότι, ειδικότερα, ο εναγόμενος δεν είχε φροντίσει να αποκλεισθεί το άνοιγμα του φρεατίου του ανελκυστήρα σύμφωνα με το άρθρο 20 του π.δ. 778/1980, είτε με ανθεκτικό κιγκλίδωμα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια ύψους δεκαπέντε εκατοστών είτε με αμετακίνητο, στερεό σανίδωμα πλήρους κάλυψης, πάχους δυόμισι εκατοστών.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη, πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 120.000 ευρώ και, ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή σε μικρότερη έκταση και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 80.000 ευρώ. Με την κρίση αυτή το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, με βάση τις παραδοχές του, ο αναιρεσείων, ως υπεργολάβος τμήματος του έργου, είχε μεν την υποχρέωση να λάβει και να τηρεί κατ' αρχήν τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία συνδέονταν με την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει, ήτοι τη διεκπεραίωση των υδραυλικών εργασιών, προς τις οποίες, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν άσχετη η κατασκευή του φρεατίου του ανελκυστήρα και η αποφυγή της πτώσεως προσώπων εντός αυτού.
Παρά ταύτα, όμως, αν και η κάλυψη του φρεατίου του ανελκυστήρα, ως γενικό μέτρο ασφαλείας, αποτελούσε, προεχόντως, υποχρέωση του κυρίου του έργου, διότι η κατασκευή του εκτελείτο κατά τμήματα από περισσότερους εργολάβους και, παραλλήλως, υποχρέωση κάποιου τρίτου πρόσωπου, όπως του υπεργολάβου του σκελετού της οικοδομής, που είχε κατασκευάσει το φρεάτιο ή του υπεργολάβου άλλου τμήματος του έργου, που ενδεχομένως είχε άρει προσωρινά το κάλυμμα για να εκτελέσει εργασία εντός του φρεατίου και όχι του υπεργολάβου των υδραυλικών εγκαταστάσεων (του αναιρεσείοντος), στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφ' όσον ο μισθωτός του εν λόγω υπεργολάβου (ο αναιρεσίβλητος) για να εκπληρώσει την παροχή της εργασίας του ήταν υποχρεωμένος να κινηθεί εντός της οικοδομής, θα έπρεπε o εργοδότης αυτού (ο αναιρεσείων) να έχει διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε κίνηση του μισθωτού θα ήταν ακίνδυνη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2.Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 914, 922 και 932 ΑΚ, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια οποιασδήποτε αμέλειας αυτών και όχι μόνο της ειδικής αμέλειας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, περί την τήρηση των όρων ασφαλείας.
Όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του παθόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής (άλλως, εάν πρόκειται για αποζημίωση, οπότε η έννοια της συνυπαιτιότητας του παθόντος και η έκταση των συνεπειών αυτής ρυθμίζονται από το άρθρο 16 του ν. 551/1914 διαφορετικά, βλ.
ΑΠ 1687/2000). Για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ήτοι του "ευλόγου" αυτής, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ' όψη, εκτός από τις λοιπές προσδιοριστικές περιστάσεις, όπως οι συνθήκες του ατυχήματος, η έκταση των συνεπειών αυτού, η οικονομική κατάσταση των μερών κλπ, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία εξ αρχής.
Για να υπάρχει πταίσμα του υπαιτίου ή συντρέχον πταίσμα του παθόντος, πρέπει η συμπεριφορά ενός εκάστου να έχει συντελέσει στην επέλευση του ατυχήματος, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην υπαίτια συμπεριφορά και στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη των εν λόγω προσώπων ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο άλλως δεν θα επερχόταν.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που κυριαρχικά δέχεται ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, πέραν των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε, συντρέχουσα υπαιτιότητα για την επέλευση της πτώσεώς του εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα και του εξ αυτής τραυματισμού του, διότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν κατόπιν εντολής και υποδείξεως του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), ως εργοδότη του.
Ότι ο ενάγων εισήλθε στην οικοδομή όχι αυτοβούλως και χωρίς λόγο, αλλά για να διεκπεραιώσει την ανατεθείσα εργασία, ήτοι τη διάνοιξη της οπής στην οροφή του πρώτου ορόφου αυτής. Και ότι, όταν συνέβη το ατύχημα, ο εναγόμενος δεν βρισκόταν στην οικοδομή για να επιβλέπει και καθοδηγεί τον ενάγοντα. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης και σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε συμβάλει με προσωπική του αμέλεια στην επέλευση του ατυχήματος, διότι, αν και ήταν έμπειρος οικοδόμος, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει για να αντιληφθεί το άνοιγμα του φρεατίου και να μην πέσει μέσα σ' αυτό κατά την κίνησή του εντός της οικοδομής (από εξωτερικές συνθήκες άπλετου φωτός εισήλθε βιαστικά στην οικοδομή και κινήθηκε πριν ακόμη προσαρμοσθεί η όρασή του στο σκοτάδι).
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία κατά την απόρριψη της περί συνυπαιτιότητας του παθόντος ενστάσεως του αναιρεσείοντος, διότι οι ως άνω, μόνες σχετικές παραδοχές αυτού, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσίβλητος (εργαζόμενος) βρισκόταν στο εσωτερικό της οικοδομής για λόγο που αναγόταν στην εκτέλεση της ανατεθείσας εργασίας, ενώ ο αναιρεσείων (εργοδότης) είχε αποχωρήσει από αυτή, δεν δίνουν απάντηση στο εάν η πτώση του αναιρεσίβλητου οφειλόταν αποκλειστικά στην έλλειψη κιγκλιδώματος ή καλύμματος επί του ανοίγματος του φρεατίου του ανελκυστήρα ή, παράλληλα, σε στιγμιαία επιπολαιότητα και απροσεξία του παθόντος κατά την κίνησή του εντός της οικοδομής.
Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3.Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 και 671 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προβαίνει σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπ' όψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Το δικαστήριο της ουσίας έχει την ευχέρεια να μνημονεύσει ή και να εξάρει ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας αυτών. Εκ τούτου, όμως, δεν έπεται ότι αγνοήθηκαν κάποια άλλα αποδεικτικά μέσα, αρκεί από το όλο περιεχόμενο της απόφασης να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπ' όψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκφραση της δίκης, διότι μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα και γι' αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτό αφ' ενός δημιουργήθηκε ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφ' ετέρου έχει ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1009/2010, ΑΠ 605/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε, εκτός των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων και της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, τις 8023 και 8024/30-11-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Μαρινοπούλου, οι οποίες είχαν προσκομισθεί από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) και ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος).
Ο τελευταίος, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, είχε επικαλεσθεί και τις 2145 και 2146/25-2-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που είχαν δοθεί ύστερα από κλήτευση του ενάγοντος για την πιστοποίηση της οποίας ο εναγόμενος επικαλείτο την 4602/20-2-2008 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Ι.
Μ.. Από κανένα σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως, όμως, δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, επρόκειτο να συμβάλλουν στην απόδειξη των συνθηκών του ενδίκου εργατικού ατυχήματος και της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, ήτοι ουσιωδών περιστατικών από τα οποία εξαρτάτο η υπαιτιότητα του εναγομένου, η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος και το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, διότι περί αυτών ούτε ρητή μνεία γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε έμμεση αναφορά.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παράλειψη και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 7180/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ