Supreme Court allows appeal on interest claim dismissal due to procedural error in statute of limitations application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the first ground of appeal regarding the dismissal of an interest claim as procedurally inadmissible. The appellants argued that the lower court erred by rejecting the claim for interest accrued over a specific period, whereas the law permits such claims if filed within the required timeframe. The court found the lower court's application of the statute of limitations incorrect and ordered the case remitted to the Athens Court of Appeal for re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 296(1) of the Code of Civil Procedure; The dismissal of an incidental claim for interest is procedurally inadmissible if the claim was not filed as a counterclaim or in a separate action within the statutory period, requiring the court to examine the validity of the filing method.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 57 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 57/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λουράντο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Θάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10 Μαρτίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6417/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1034/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 1 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και την απόρριψη των λοιπών της 1262/14.11.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 1034/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1262/14-11-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1034/22-2-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 74981/4771/21-5-2003 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες διετείνοντο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής κατά την ενδιαφέρουσα την παρούσα αναιρετική διαδικασία ιστορική της βάση και αίτημα αυτής, ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. .....
εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελικής Αλλέργη-Λιακάτου εκπλειστηριάσθηκε με επίσπευση της δανείστριας Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος, η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εφεσίβλητη Τράπεζα, ένα τουριστικό συγκρότημα επιπλωμένων διαμερισμάτων στη θέση "....." ....., ιδιοκτησίας της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτιδας εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εμπορική Εταιρεία Μαρού" αντί του ποσού των 132.600.000 δραχμών, από το οποίο 131.600.000 δραχμές κατέβαλαν οι ενάγοντες συμμέτρως με δημόσια παρακατάθεση υπέρ της άνω δανείστριας και ποσό 1.000.000 δραχμών με εντολή της τελευταίας κατέβαλαν στην παραπάνω συμβολαιογράφο έναντι της αμοιβής της για τη διενέργεια του πλειστηριασμού.
Ότι κατόπιν ασκήσεως ανακοπής της άνω οφειλέτιδας εταιρείας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2309/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός, οι δε ενάγοντες ως υπερθεματιστές με την κοινοποίηση προς την οφειλέτιδα εταιρεία της από 8-7-1994 επιταγής τους ζήτησαν την απόδοση του εκπλειστηριάσματος.
Η τελευταία άσκησε ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2947/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε αμετάκλητα η άνω επιταγή με αποτέλεσμα να αναβιώσει η οφειλή προς την εναγομένη και να καταστεί αυτή αδικαιολόγητα πλουσιώτερη. Ότι με την από 27-3-1998 αγωγή οι ενάγοντες ζήτησαν την καταβολή σ' αυτούς του ποσού των 131.600.000 δραχμών, το οποίο πράγματι κατέβαλε η εναγομένη, χωρίς όμως τους τόκους, γι' αυτό και άσκησαν την από 27-8-1998 νέα αγωγή τους με την οποία μεταξύ άλλων ζήτησαν και την καταβολή του ποσού των τόκων του άνω κεφαλαίου ύψους 145.571.235 δραχμών.
Επί της δεύτερης αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7724/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη και αναγνώρισε την καταβολή στους ενάγοντες για τόκους υπερημερίας το ποσό των 145.571.235 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 17-3-1994 που έλαβε γνώση της ακυρότητας του πλειστηριασμού η εναγομένη, οπότε κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη και μπορούσε να προβλέψει την αναζήτηση του εν λόγω ποσού, μέχρι 15-6-1998 που καταβλήθηκε από αυτή το εκπλειστηρίασμα, αφού προηγουμένως έκρινε ότι κατ' ορθό υπολογισμό το οφειλόμενο ποσό των τόκων (υπερημερίας) ανερχόταν σε 158.545.100 δραχμές.
Το ποσό των 145.571.235 δραχμών κατέβαλε η εναγομένη στις 2-7-2002 μετά από έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι ενάγοντες, μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης, υπό την άνω, ιδιότητα της διαδόχου της συγχωνευθείσης σ' αυτή Τράπεζας που επέσπευσε τον ακυρωθέντα πλειστηριασμό, να τους καταβάλλει συμμέτρως την μη αιτηθείσα διαφορά τόκων ύψους (158545100-145571235) 12.973.865 δραχμών και ήδη 38.074,00 € εντόκως α) από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της προηγουμένης από 27-9-1998 αγωγής τους, ήτοι από 3-10-198, κατά την οποία θεωρείται ότι έλαβε χώρα όχληση για το ποσό αυτό, παρά την ανυπαρξία αιτήματος, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, μέχρις εξοφλήσεως, (β) άλλως από της επιδόσεως της υπ' αριθμ. 7724/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (25-10-2000) μέχρι εξοφλήσεως, καθόσον από της τελευταίας εαυτής ημερομηνίας όφειλαν να προβλέψουν την αναζήτηση του κατ' άρθρο 912 ΑΚ, (γ) άλλως από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της ενδίκου αγωγής μέχρις εξοφλήσεως".
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα κατά τη με στοιχ. (γ) επικουρική του βάση, η 6417/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου - Αθηνών, κεφάλα, ο αυτής κατά του οποίου εναντιώθηκαν οι διάδικοι με τις (ι) 1310/21-12-2005 και (ιι) 2584/22-3-2006, αντίστοιχα, εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 1034/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (ι) εφέσεως των εναγόντων.
Αντίθετα κατά παραδοχή κατά τούτο της με στοιχ. (ιι) εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι" αυτής αποφάσεως κατά το εν λόγω κεφάλαιό της και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, απέρριψε την αγωγή κατά τούτο, ως μη νόμιμη, σε συνέπεια με τη παραδοχή της ότι ως αγωγή ανατοκισμού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 296 ΑΚ, νοείται μόνο η καταψηφιστική, σε αντιδιαστολή με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή.
Κατά το κεφάλαιο τούτο της τελευταίας αυτής αποφάσεως (αξίωση δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας από την επίδοση της ένδικης αγωγής) εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες-εφεσίβλητοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι.
Ειδικότερα: Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι δυνατό να έχει περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως, αν πρόκειται για το δημόσιο, Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική και μόνο αγωγή, χωρίς να αρκεί μετά τον περιορισμό της σε αναγνωριστική η γενομένη δι' αυτής όχληση (βλ. Β' Ολ. ΑΠ 10/2007). Με αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής αξίωση υπολοίπου κεφαλαίου δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας κατά το από 17-3-1994 έως 15-6-1998 χρονικό διάστημα, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως απορρίφθηκε κατά τούτο ως μη νόμιμη με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον βάσιμο διατυπούμενο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως με το δεύτερο αυτού σκέλος.
Η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος αυτού αυτή αναιρετική αιτίαση για την απόρριψη του παρεπόμενου περί τοκοδοσίας αιτήματος (από την επίδοση της ένδικης αγωγής) ελέγχεται, ως αβάσιμη, σε συνέπεια με την νομική παραδοχή ότι ο ανατοκισμός προεχόντως προϋποθέτει την άσκηση καταψηφιστικής αγωγής ως διαδικαστικής πράξεως.
Η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού λόγου αναιρέσεως στο σύνολο του προσβαλλόμενου με την ένδικη αίτηση κεφαλαίου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως [αξίωση ποσού 12.973.865 δρχ. (38.074,00 €)] καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ετέρου, δευτέρου, λόγου αυτού. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά τη παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το εν λόγω κεφάλαιο και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών, και ορίζει στο οσό των 1.500,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1034/22-2-2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει, κατά μερικό συμψηφισμό, στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ