Supreme Court allows appeal against second instance dismissal of administrative complaint due to failure to notify Minister of Finance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of an administrative complaint. The appellant had filed a complaint against an indemnity agreement for unauthorized use of public beach areas but failed to serve a copy of the complaint to the Minister of Finance within the statutory one-month period. The court held that while the first instance court correctly declared the complaint inadmissible for this procedural defect, the second instance court erred in dismissing the appeal on this ground, as the defect rendered the appeal inadmissible rather than the original complaint.
Legislator headnote
AI generatedArticles 115 paragraphs 1 and 2 of the Law on Public Property; The failure to notify the Minister of Finance of an administrative complaint against the State renders the complaint inadmissible, but a subsequent appeal against the dismissal of such a complaint is also inadmissible for the same procedural defect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 57 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 57/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τούτου εν προκειμένω υπό του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Θεσσαλονίκης το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δημήτριο Καμάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18640/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3265/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την 27-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12.11.1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1993, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951, όπως η παράγραφος 2 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.
Η αποζημίωση ορίζεται σε πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του ειρηνοδίκη ή προέδρου πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του ειρηνοδίκη ή του προέδρου ουδεμία επιρροή ασκεί στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του, ενώ στις περιπτώσεις που διατάξεις του ΑΚ ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και την επαναφορά διαδικασία γενικά του προέδρου πρωτοδικών από την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Κατά το άρθρο 669 του τελευταίου, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Όπως, όμως, γίνεται ήδη δεκτό (Ολ. ΑΠ 21-22/2002), στις αποφάσεις που εκδίδονται επί ανακοπών, κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για κάρπωση ή χρήση δημοσίου κτήματος χωρίς συμβατική σχέση δεν ισχύει η απαγόρευση από το άρθρο 699 ΚΠολΔ της άσκησης ένδικων μέσων, αλλ΄ υπόκεινται αυτές στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και αναίρεσης.
Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις του από 11/12.11.1929 ως άνω διατάγματος και ιδιαίτερα του άρθρου 115 αυτού, όπως ισχύει μετά τις προαναφερόμενες τροποποιήσεις, του β.δ. 619/1965 και των άρθρων 2, 5 παρ. 3 και 9 παρ. 1 του π.δ. 551/1988 "Οργανισμός Νομαρχιών (Οργάνωση Οικονομικών Υπηρεσιών)" προκύπτουν τα εξής : Το πρωτόκολλο με το οποίο καθορίζεται αποζημίωση σε βάρος εκείνων που χρησιμοποιούν αυθαίρετα ακίνητα που ανήκουν στο Δημόσιο εκδίδεται από τον κατά τόπο αρμόδιο οικονομικό έφορο.
Η ανακοπή κατά του εκδιδομένου πρωτοκόλλου κοινοποιείται, επί ποινή ακυρότητας, στον κατά τα ανωτέρω αρμόδιο οικονομικό έφορο, ο οποίος εξαιρετικώς στην περίπτωση αυτή εκπροσωπεί το δημόσιο, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών (άρθρο 5 παρ. 4 α.ν. 263/1968). Μετά το π.δ. 551/1988 και την έναρξη λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών των Νομαρχιών, οι αρμοδιότητες των οικονομικών εφοριών σχετικά με την επιμέλεια της διαχείρισης και την προστασία της δημόσιας περιουσίας περιήλθαν στις Κτηματικές Υπηρεσίες και συνεπώς ο "αρμόδιος οικονομικός έφορος" για την κοινοποίηση της ανακοπής και την εκπροσώπηση του Δημοσίου είναι πλέον ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας που εξέδωσε το πρωτόκολλο.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968 σαφώς συνάγεται, ότι για την άσκηση της εν λόγω ανακοπής, πέραν, της κοινοποιήσεως αντιγράφου αυτής στον προϊστάμενο της κτηματικής υπηρεσίας που εξέδωσε το πρωτόκολλο, δεν απαιτείται και πρόσθετη κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών, δοθέντος ότι η πάγια διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου (ν.δ.
της 26.6./10.7.1944) εξακολουθεί μεν να ισχύει πλην όμως έχει σιωπηρώς καταργηθεί στην εξεταζόμενη περίπτωση από την ειδικώς ρυθμίζουσα το θέμα μεταγενέστερη και ως εκ τούτου επικρατέστερη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968 (Ολ. ΑΠ 1222/1975). Σημειώνεται σχετικώς, ότι διαφορετική είναι η περίπτωση των ανακοπών του ΚΕΔΕ, κατά το άρθρο 85 του οποίου απαιτείται πάντοτε κοινοποίηση του σχετικού δικογράφου στον Υπουργό των Οικονομικών, καθώς και των λοιπών δικών πλην της ανωτέρω ειδικώς ρυθμιζομένης, κατά του Δημοσίου, όταν αυτό εκπροσωπείται δικαστικώς από τους διευθυντές των Ταμείων, ή τους οικονομικούς εφόρους ή τελώνες, ή άλλα κρατικά όργανα, οπότε, κατ΄ άρθρο 5 του άνω κώδικος του 1944 απαιτείται, επί ποινή ακυρότητας, η πρόσθετη προς τον Υπουργό των Οικονομικών επίδοση του δικογράφου (Ολ.
ΑΠ 34/1988).
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε τα εξής στην προσβαλλόμενη απόφασή του : Ο ανακόπτων και εκκαλών, ήδη δε αναιρεσείων, με την από 9-2-2004 ανακοπή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είχε ζητήσει να ακυρωθεί το 23/2003 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, δυνάμει του οποίου καθορίστηκε σε βάρος του αποζημίωση 40.200 ευρώ, για αυθαίρετη χρήση τμημάτων παλαιού και νέου αιγιαλού στην περιοχή .... , για το χρονικό διάστημα από 1-7-2000 έως 31-10-2002.
Το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο είχε κοινοποιηθεί σ΄ αυτόν στις 15-1-2004. Στη συνέχεια ο ανακόπτων, στις 9-2-2004 κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιό Δικαστήριο την παραπάνω ανακοπή του και στις 13.2.2004, δηλαδή μέσα στην προθεσμία του ενός μηνός που ορίζει ο νόμος, επέδωσε αντίγραφο αυτής στον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου.
Δεν επικαλέσθηκε όμως ούτε προσκόμισε αποδεικτικό επίδοσης της ανακοπής του και στον Υπουργό των Οικονομικών, ώστε να ολοκληρωθεί η άσκηση αυτής και να επέλθουν οι έννομες συνέπειές της. Ενόψει αυτών το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή για τον ίδιο λόγο, δεν έσφαλε αλλ΄ ορθά εφάρμοσε το νόμο με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
΄Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο σύμφωνα με τα παραπάνω κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που πλήττει την προσβαλλομένη για την πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη μειωμένη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3265/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ