Supreme Court dismisses appeal for lack of specificity regarding substantive law violation and facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding an indefinite-term employment contract. The appellant argued the lower court violated substantive law by accepting a fixed-term contract claim, but the Court found the appeal inadmissible due to a lack of specificity. The appellant failed to cite the specific factual premises accepted by the lower court that allegedly led to the alleged legal error, rendering the grounds for appeal vague and insufficient under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 K.Pol.D.: An appeal for violation of substantive law is inadmissible if the grounds are indeterminate; the appellant must specify both the violated legal rule and the specific factual premises of the contested decision that constitute the error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 579 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 579/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …, ως καθολικού διαδόχου, λόγω συγχώνευσης του νομικού προσώπου Ο.Γ.Ε.Ε.Κ.Α. "..." και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Αθανασόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Α. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βαλαβάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 154/2006 μη οριστική και 2915/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2694/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-9-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπαραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 6/2019, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικά σφάλματα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας, της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 9/2016, 2/2013, 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση στο ιστορικό της υπό κρίση αιτήσεώς του το αναιρεσείον εκθέτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 21-12-2004 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου, όπως αυτές χαρακτηρίσθηκαν, που κατήρτισε με το ΝΠΙΔ "Ο.Γ.Ε.Ε.Κ.Α.-...", του οποίου καθολικός διάδοχος τυγχάνει αυτό (αναιρεσείον) προσελήφθη από αυτό και απασχολήθηκε στο Τυροκομείο του Γαλακτοκομικού ΤΤΕ Ιωαννίνων ως τυροκόμος κατά τα χρονικά διαστήματα από 11-10-1999 έως 10-6-2000, 1-11-2000 έως 30-6-2001, από 1-11-2001 έως 30-6-2002, από 3-2-2003 έως 30-6-2003, από 23-9-2003 έως 31-12-2003, από 2-1-2004 έως 1-4-2004, από 2-4-2004 έως 15-6-2004 και από 12-10-2004 έως 31-12-2004, οπότε ο "..." έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Ότι με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ανωτέρω εργοδότη (ήδη αναιρεσείοντος) και ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων του ως ορισμένου χρόνου έγινε προσχηματικά. Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή του και συνεχώς έκτοτε και να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ασκηθείσα έφεσή του και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεώς του, αφού παραθέτει ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 648, 669 ΑΚ, 1, 2, 3, 8 παρ. 1 και 3 Ν.2112/1920, 14 παρ.1, 21 Ν.2190/1994, 249 παρ.1 και 3 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και των άρθρων 5, 7 και 11 ΠΔ 164/2004, 103 παρ.2, 3, 7, 8 και 118 παρ. 7 του Συντάγματος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "Το Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα αντίθετα, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσίβλητος συνδέεται μαζί μου με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, οι οποίες σε καμμία περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες, και των άρθρων 103 παρ.2,7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν.2190/1994 και 5 και 11 του π.δ 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε αλλά ήταν εφαρμοστέες...".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα διότι, αν και το Εφετείο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, δεν παρατίθενται, ούτε και αποσπασματικά, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε κατά το αναιρεσείον η προβαλλόμενη παραβίαση των αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2694/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ