Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision rejecting appeal against default judgment on interest rates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant company's appeal against the First Instance Court's decision to reject the appeal filed by the public hospital. The appellant argued that the First Instance Court erred in accepting the appeal against a default judgment regarding interest rates, claiming the lower court should have dismissed the appeal as inadmissible. The court held that the appeal was procedurally valid and the First Instance Court correctly applied the law by rejecting the appellant's arguments on the merits, specifically regarding the scope of the appeal against the default judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 528, 532, 561, 564, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a default judgment is admissible if filed within the time limit, and the appellate court may reject the appeal on merits even if the default judgment was not fully contested by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 579 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 579/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωκίων Τσίντο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2011 αγωγή και την από 10/9/2011 προσεπίκληση σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18542/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1433/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/5/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1433/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο κατά της 18542/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρίνοντας κατ’ ουσίαν δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011: "Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους.
Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας.
Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσης αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1015/2005), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017).
Η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης γίνεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Και με τη διάταξη αυτή εφαρμόζεται η καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή τα διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, την οποία αρχή ρυθμίζει ειδικά η διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ.
Έτσι, στην περίπτωση που ο διάδικος ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ’ ουσίαν, κάποιος λόγος της έφεσης.
Όμως, η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος, ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που ο τελευταίος προβάλλει, ως υπεράσπιση, κατά των λόγων της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής (πρβλ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 343/2013).
Η επανάληψη της ρύθμισης αυτής στο άρθρο 528 ΚΠολΔ, θα ήταν άσκοπη και νομοτεχνικά περιττή, αν πράγματι ο νομοθέτης ήθελε να ρυθμίσει κατά τον ίδιο τρόπο την έφεση κατά των ερήμην και κατά των αντιμωλία εκδιδομένων αποφάσεων. Επειδή, όμως, τούτο δεν συμβαίνει, δηλαδή ο νομοθέτης δεν θέλησε να δώσει στο άρθρο 528 λειτουργία διαφορετική από εκείνη που είχε υπό την ισχύ του ν. 2207/1994, η διατύπωσή του παρέμεινε χωρίς καμία ως προς αυτό μεταβολή, υποδεικνύοντας ότι η έφεση, όταν λειτουργεί ως αναιτιολόγητη ανακοπή, δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως στο σύνολό της, αλλά στην έκταση που προσδιορίζουν τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ως προς τα μη θιγόμενα με το ένδικο μέσο της έφεσης κεφάλαια, δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπόθεση και δεν εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση και παρά την τυχόν γενικότητα της διατυπώσεως του διατακτικού της εφετειακής απόφασης (ΑΠ 192/1998) και μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της "μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.
Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.
Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" (που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης - άρθρ. 520 παρ. 2 - και αντέφεσης - άρθρ. 523) δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.
Παρέπεται, ότι το Εφετείο, αν μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δικάζοντας την αγωγή, επιδικάσει τόκους επί του κεφαλαίου που δεν επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη και το κεφάλαιο αυτό δεν είχε μεταβιβαστεί ενώπιόν του με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, υποπίπτει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 207/2017, ΑΠ 2185/2013).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σχετικές με κεφάλαια τα οποία δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση και είναι άσχετα με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 302/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:
Με την από 10.9.2011 αγωγή της κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 22468,80 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το μη καταβληθέν τίμημα των πωληθέντων σ’ αυτό με βάση τις εκτιθέμενες συμβάσεις προμήθειας ιατροτεχνικών ειδών, με τους νόμιμους τόκους και ειδικότερα με το επιτόκιο υπερημερίας του άρθρου 3 παρ. 3 και άρθρου 4 παρ. 4 του ΠΔ 166/2003 (επιτόκιο αναφοράς της Ε.Κ.Τ.
προσαυξημένο κατά το περιθώριο (7%) και με χρόνο έναρξης της τοκογονίας την επομένη της παρέλευσης 60 ημερών από την παραλαβή των εμπορευμάτων, η οποία έγινε τη δεύτερη ημέρα από την αναφερόμενη σε κάθε επικαλούμενο τιμολόγιο πώλησης ημερομηνία. Με την 18542/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη εκτός από το αίτημα καταβολής τόκων ως προς την ημερομηνία έναρξης της τοκοδοσίας και του υπολογισμού του επιτοκίου, που κρίθηκε μη νόμιμο και ακολούθως, λόγω της τεκμαιρόμενης ομολογίας των πραγματικών περιστατικών της αγωγής, συνεπεία της ερημοδικίας, έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την καταβολή του ποσού της κύριας απαίτησης και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει τούτο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, με σχετική περί τούτου διάταξη στο διατακτικό της απόφασης.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση μόνο το εναγόμενο που ερημοδικάστηκε, με την οποία, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, ισχυρίζεται ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έσφαλε καθόσον: 1) τα πολιτικά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς υπαγόμενης στα δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, 2) δεν απείχε της έκδοσης απόφασης, αφού δεν είχε προσκομίσει η ενάγουσα πράξη του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή βεβαίωση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 2145/1993, 3) δεν απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη, αφού στο δικόγραφο δεν εξειδικεύονται τα πωληθέντα προϊόντα, ούτε κατονομάζεται το καταστατικό όργανο που είχε την αντιπροσωπευτική εξουσία να συνάψει τις επίδικες συμβάσεις, το αρμόδιο όργανο που παρέλαβε τα πωληθέντα προϊόντα και ο χρόνος που παρελήφθησαν, ούτε ότι τα τιμολόγια -δελτία αποστολής υπογράφηκαν από παραλήπτη, 4) οι συμβάσεις δεν ήταν έγκυρες αφού δεν καταρτίστηκαν εγγράφως, 5) δεν οφείλει το ποσό των επίδικων τιμολογίων, 6) η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην καταβολή του τιμήματος αφού έχει εκχωρήσει την απαίτησή της στην Τράπεζα Κύπρου και, τέλος, 7) εσφαλμένα προσδιόρισε τη δικαστική δαπάνη με βάση το άρθρο 176 ΚΠολΔ, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.
Για τους διαλαμβανόμενους ως άνω λόγους ζήτησε, να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου του (αναιρεσείουσας). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού έκρινε παραδεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου εναγομένου, εξαφάνισε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 528 ΚΠολΔ, την εκκαλουμένη, και δικάζοντας την αγωγή, κατά τη διάταξη του άρθρου 535 παρ.1 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι αυτή είναι νόμιμη κατά την κύρια από τη σύμβαση πώλησης και την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάσεις της, ενώ μη νόμιμη κατά το κύριο περί καταβολής τόκων αίτημα, ακολούθως δε και ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, καταδίκασε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα ως κεφάλαιο το ποσό των 22468,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι εσφαλμένα το Εφετείο, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεν εφάρμοσε ως προς την τοκογονία και το επιτόκιο υπερημερίας το άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003, το οποίο, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως των επίδικων συμβάσεων, ήτοι πριν τις 16.3.2013, είχε εφαρμογή, αλλά απέρριψε το αίτημά της και υποχρέωσε το εναγόμενο σε καταβολή του κεφαλαίου με το κοινό επιτόκιο και από το χρόνο επίδοσης της αγωγής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση και εκτίμηση του από 28.9.2012 δικόγραφου της έφεσης προκύπτει ότι η πρωτόδικη 18542/2012 ερήμην απόφαση, ουδόλως πλήττεται κατά το κεφάλαιο των τόκων που επιδικάστηκαν. Αφενός μεν στους λόγους της έφεσης δεν διατυπώνεται παράπονο για την επιδίκαση των τόκων, παρά μόνο για την απαίτηση, αφετέρου, ενόψει του ότι με την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς το ποσοστό του τόκου και του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας και επιδικάστηκαν τόκοι μικρότερου σε ποσοστό επιτοκίου και με χρόνο έναρξης καταβολής τόκων από μεταγενέστερο χρόνο, το εκκαλούν, ως νικήσας μερικώς ως προς τούτο το κεφάλαιο διάδικος, δεν είχε λόγο να προσβάλει την απόφαση κατά το ίδιο μέρος για την ευνοϊκή γι’ αυτόν διάταξη.
Έτσι, η υπόθεση, παρά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, μεταβιβάστηκε στο Εφετείο κατά τα λοιπά κεφάλαια, εκτός εκείνου των τόκων, το οποίο δεν προσβλήθηκε με την έφεση, παρά τη γενικότητα της διατυπώσεως του διατακτικού της εφετειακής αποφάσεως και δεν ήχθη προς κρίση και έρευνα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφού δεν ασκήθηκε ως προς αυτή τη δυσμενή γι’ αυτή διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, έφεση ή αντέφεση της ήδη αναιρεσείουσας, με άμεση δικονομική συνέπεια, ο λόγος αυτός της αναίρεσης αρνητικά να αξιολογείται, ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 17.5.2016 αίτηση για αναίρεση της 1433/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική ....5.2016 έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.5.2016 αίτηση της υπό εκκαθάριση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", για αναίρεση της 1433/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ