Legislator Case Law & Legislation
579/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of will invalidity due to testator's inability to read handwritten text.

Case Number 579/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the appellate court's decision to dismiss the claim regarding the invalidity of a handwritten will. The appellate court had rejected the argument that the testator lacked the capacity to read the document, relying only on his ability to read with difficulty using a magnifying glass. The court ruled this reasoning violated Article 1723 of the Civil Code, which strictly requires the testator to be able to read the text by hand to validate such a will. Consequently, the case was remitted to a new panel of the appellate court for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1718, 1721, 1723 of the Civil Code; A handwritten will is invalid if the testator lacked the capacity to read the text by hand at the time of execution, and an appellate court's finding of capacity based merely on the ability to read with difficulty using a magnifying glass violates this statutory requirement.

Keywords

AI generated
handwritten will validity testator reading capacity Civil Code Article 1723 will invalidity grounds appellate review standard legal capacity to read remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 1718, 1721, 1723 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 494, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 579 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 579/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Π. Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευτύχιου Καλαμίδα.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Διονυσία-Κρίνα Τζαβάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:63/2012 του ιδίου Δικαστηρίου και 11/2015 του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 24-8-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η εγκατάσταση κληρονόμου, που δεν υποβάλλεται κατά τον ΑΚ σε κάποιο πανηγυρικό τύπο, γίνεται με διαθήκη, εφόσον από το περιεχόμενό της συνάγεται πρόθεση του διαθέτη να ρυθμίσει τα αφορώντα την περιουσία του μετά το θάνατό του και να ορίσει το τιμώμενο πρόσωπο, ως άμεσο και καθολικό διάδοχό του.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 και 1723 ΑΚ, προκύπτει ότι για το κύρος της ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία συντάσσεται από ενήλικο, που γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, απαιτείται το όλο περιεχόμενο της διαθήκης να έχει γραφεί με το χέρι του διαθέτη και να έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν, συνηθέστατα στο τέλος της, χωρίς να υποβάλλεται σε κάποιο συγκεκριμένο τύπο.

Η χρονολογία, από την οποία προκύπτει η ημέρα ο μήνας και το έτος, απαιτείται για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βουλήσεώς του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί μα καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες, ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά.

Η έλλειψη συνεπώς κάποιου από τους ανωτέρω βασικούς όρους συνεπάγεται την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Ως μη ικανοί να διαβάζουν χειρόγραφα και ως εκ τούτου ανίκανοι προς σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης, νοούνται εκείνοι οι οποίοι μπορούν να γράψουν, αλλά εξαιτίας παθήσεως ή αδυναμίας των οφθαλμών ή από άλλη αιτία δεν μπορούν να διαβάσουν τα γραφόμενα.

Την ακυρότητα αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομιά του. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του ή εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του.

Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο του αιτιολογικού της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Συνακόλουθα όταν το Εφετείο κρίνει κάποιο ικανό κατά το άρθρο 1723 ΑΚ για σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης, πρέπει οι παραδοχές του να καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά το άνω άρθρο, για την ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, ειδικότερα δε πρέπει στις παραδοχές του Εφετείου να διαλαμβάνεται ότι ο διαθέτης είναι ικανός να διαβάζει χειρόγραφα.

Κατά ταύτα αν το Εφετείο θεωρήσει κάποιον ικανό να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη επειδή είναι ικανός να διαβάζει, χωρίς να περιλαμβάνει στις παραδοχές του τη λέξη "χειρόγραφα", τότε παραβιάζει ευθέως την άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1723 ΑΚ γιατί αρκείται σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την ικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης, ήτοι αρκείται στην ικανότητα του διαθέτη απλώς να διαβάζει, χωρίς την αναφορά της λέξεως χειρόγραφα, ενώ προσέτι, ως προς το ασκών ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ζήτημα της ικανότητας του διαθέτη να διαβάζει χειρόγραφα, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού δέχεται ότι ο διαθέτης μπορούσε να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη επειδή ήταν απλώς ικανός να διαβάζει, χωρίς να διαλαμβάνει στην αιτιολογία του την αναγκαία για την επάρκειά της λέξη "χειρόγραφα" (ΑΠ 1360/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη περί ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντος και κατά την αποτελούσα αντικείμενο της αναιρέσεως επικουρική της βάση, κατά την οποία ο διαθέτης λόγω παθήσεως των οφθαλμών του δεν ήταν ικανός να διαβάσει χειρόγραφα και συνακόλουθα να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη: "Στις 3.3.2007 απεβίωσε στην Κέρκυρα, όπου κατοικούσε εν ζωή, ο πατέρας των διαδίκων Σ.

Δ. του Φ., σε ηλικία 87 ετών. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσας κατέλιπε ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του τα δύο τέκνα του, ήτοι τον ενάγοντα Α. Δ. και τον εναγόμενο Π. Δ., αφού η σύζυγός του και μητέρα των διαδίκων Α. Δ., το γένος Α. Χ., είχε προαποβιώσει στις 2.1.1995 (βλ. υπ’ αριθμ. πρωτ. .../8.3.2012 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Κέρκυρας, όπου αναφέρεται και ο χρόνος θανάτου της συζύγου του αποβιώσαντος).

Ο εναγόμενος μετά το θάνατο του πατέρα του, με αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας ζήτησε τη δημοσίευση της φερομένης ως συνταχθείσας στις 16-2-2005 ιδιόγραφης διαθήκης αυτού, η οποία δημοσιεύτηκε δυνάμει του υπ’ αριθ. 284/8-10-2007 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης, αφού προσκομίστηκαν υπ’ αυτού και τα υπ’ αριθ.

πρωτ. .../3-5-2012 και .../2-5-2012 πιστοποιητικά του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και Κέρκυρας, αντίστοιχα, περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του πατέρα του. Επίσης η ως άνω διαθήκη κηρύχθηκε κυρία δυνάμει της υπ’ αριθ. 491/8-10-2007 απόφασης του αυτού ως άνω Δικαστηρίου. Με βάση την εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη ο διαθέτης κατέλειπε την ευρεθείσα κατά το χρόνο του θανάτου του, ακίνητη περιουσία του ως εξής:

Α) στον εναγόμενο όρισε να περιέλθουν κατά κυριότητα τα παρακάτω ακίνητα 1) δύο γκαρσονιέρες στην περιοχή ... της Κέρκυρας, ή τα 2/8 του κτιρίου που αγόρασε το έτος 2004 από τη Μ. Β., 2) ένα κτίριο - εστιατόριο 84 τ.μ. μαζί με ολόκληρο το ακίνητο 1.700 τ.μ. στην τοποθεσία ... Κέρκυρας, μετά των πέντε μικρών οικίσκων όπισθεν του εστιατορίου και πάντων των μικρών αποθηκών εντός του ανωτέρω ακινήτου, 3) ενός κτήματος με 12 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ..., 4) ένα κτήμα με 14 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ...

Κέρκυρας, 5) ένα κτήμα χέρσο περίπου 600 τ.μ. στην τοποθεσία ... Κέρκυρας, 6) ένα μικρό αγρόκτημα περίπου 400 τ.μ. στην τοποθεσία ... Κέρκυρας και 7) το μερίδιο από την κληρονομιά της συζύγου του Α. στα παρακάτω κτήματα α) στο κτήμα ενός περίπου στρέμματος με 18 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ..., β) στο κτήμα περίπου μισού στρέμματος με 3 μεγάλα ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ...

Κέρκυρας και γ) στο κτήμα δύο στρεμμάτων με 34 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ... στην κοινότητα ... Κέρκυρας και Β) στον ενάγοντα Α. Δ. όρισε να περιέλθει η κυριότητα των κάτωθι ακινήτων : 1) ενός ισόγειου σπιτιού διαστάσεων 11X4 μέτρων στην τοποθεσία ... Κέρκυρας, 2) από το ευρισκόμενο στην ίδια τοποθεσία σπίτι τα 3/4 του πρώτου ορόφου και το Υ2 του ισογείου και 3) ενός κτήματος με 10 ελαιόδενδρα στην τοποθεσία ...

Κέρκυρας. Επίσης πλέον των ανωτέρω, στη διαθήκη αναφέρει ο διαθέτης και τα εξής: "Φεύγω από τη ζωή πικραμένος και στενοχωρημένος διότι ο υιός μου Α. (δηλαδή ο ενάγων) με κτύπησε τρείς φορές (με έπιασε από το λαιμό να με φουρκίσει) και τον μεγαλύτερον αδελφόν του Π. (δηλαδή τον εναγόμενο) τον κτήπησε και αυτόν έξι φορές πιάνοντας τον από το λαιμό για να τον φουρκίσει και επίσης βρίζει και φωνάζει μέσα στο μαγαζί του Π.

τη γυναίκα του αδελφού του... Ως πατέρας δούλεψα εις την ζωή μου σκληρά και δημιούργησα περιουσία δια τα πεδιά μου εις τα οποία φέρθηκα με την ίδιαν αγάπην και στοργή και εις τα δύο εξίσου. Όμως ο Α. δεν το εκτίμησε και με πίκρανε πολύ... Τελειώνοντας εις τον υιό μου Α. αφήνω την κατάραν μου και κάθε μέρα που ξημερώνει να είναι μαύρη διά αυτόν και η κατάρα μου να είναι προστάτης της ζωής του,..".] Ο ενάγων ισχυρίστηκε με την αγωγή ότι η ως άνω διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από το χέρι του πατέρα του, αλλά έχει πλαστογραφηθεί από τον εναγόμενο με τη συνδρομή της συζύγου του Ε.

Δ., υποστηρίζων ότι η γραφή δεν είναι δική του ούτε η υπογραφή του αφού διαφέρει σημαντικά από το γραφικό του χαρακτήρα και κατά το χαρακτήρα της υπογραφής του. Πλέον τούτου, ότι ο πατέρας τους κατά το χρόνο που φέρεται ως συνταχθείσα η επίμαχη διαθήκη, δεν ήταν σε θέση να διαβάζει καθότι έπασχε από ασθένεια των οφθαλμών του που του στερούσε την ικανότητα να διαβάζει και να διακρίνει πρόσωπα και αντικείμενα, έστω και από ελάχιστη απόσταση.

Ο εναγόμενος αρνήθηκε την αγωγή και ισχυρίστηκε ότι η διαθήκη είναι γνήσια ............ αποδείχτηκε ότι ο διαθέτης, αφού συνέταξε τη διαθήκη την παρέδωσε προς φύλαξη στον δικηγόρο Κέρκυρας Π. Π., προφανώς για να είναι σίγουρος ότι μετά το θάνατο του θα παραδοθεί στα τέκνα του και θα υλοποιηθεί η τελευταία του βούληση.

Πράγματι ο εν λόγω δικηγόρος, μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο του διαθέτη, απέστειλε μία επιστολή προς τον ενάγοντα Α. Δ. και στον εναγόμενο, με την οποία τους γνωστοποίησε ότι ο πατέρας τους προ του θανάτου του, του είχε εμπιστευθεί την από 16-2-2005 ιδιόγραφη διαθήκη του και τους κάλεσε να επιμεληθούν, ώστε να προχωρήσει η νόμιμη διαδικασία δημοσίευσης αυτής και η κήρυξή της ως κυρίας από το Δικαστήριο.

Ο ενάγων αρνήθηκε, μη δεχόμενος ότι η διαθήκη αυτή ήταν πράγματι του πατέρα του και έτσι αυτή δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με αίτηση του εναγομένου, δυνάμει του υπ’ αριθ. 284/8-10- 2007 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης και της υπ’ αριθ. 491/8-10-2007 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου ............. ‘ Ηδη ο ενάγων εκκαλών δεν εμμένει στον ισχυρισμό περί πλαστότητας της διαθήκης ...

Επομένως με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά η αγωγή κατά την κυρία βάση της είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τα από 14-7-1995 και 16-3-1996 πορίσματα φλουροαγγειογραφίας, διεξαχθείσας από το Οφθαλμολογικό Κέντρο Αθηνών περί διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας στους δύο οφθαλμούς του διαθέτη, το αντίγραφο της από 13-1-2004 βεβαίωσης του ειδικού παθολόγου Γ.

Κ. στην οποία αναφέρεται διάγνωση διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας του διαθέτη, το αντίγραφο της υπ’ αριθ. πρωτ. ...16-1-2004 ιατρικής βεβαίωσης της επιμελήτριας παθολογικής κλινικής του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κέρκυρας Ο. Κ. και της υπ’ αριθ. πρωτ. ...22-1-2004 βεβαίωσης της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής και εκ του βιβλιαρίου υγείας του διαθέτη, όπου αναφέρεται από το χειρουργό οφθαλμίατρο Τ.

Δ. ότι η οπτική οξύτητα του διαθέτη ήταν 1/20 cc, αποδείχτηκε ότι ο διαθέτης έπασχε από διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια αμφοτέρων των οφθαλμών και ότι η οπτική του οξύτητα ήταν 1/20 cc με γυαλιά και κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης. Επίσης εκ της από 8-10-2007 ιατρικής γνωμάτευσης του ως άνω οφθαλμίατρου προκύπτει ότι είχε χειρουργηθεί το έτος 2007 για καταρράκτη άμφω, ότι έπασχε από χρόνιο γλαύκωμα αμφοτέρων των οφθαλμών και από γεροντική εκφύλιση ωχράς άμφω, ως προς δε την οξύτητα του, αναφέρει ότι ήταν χαμηλή χωρίς ειδικότερο ποσοστικό προσδιορισμό και ότι η όρασή του με την παρέλευση του χρόνου συνεχώς μειωνόταν.

Όμως σε κανένα εκ των ανωτέρω ιατρικών πιστοποιητικών δεν βεβαιώνεται ότι ο διαθέτης έπασχε από ολική τυφλότητα και ότι ήταν παντελώς ανίκανος να γράφει και να διαβάζει. Εξ άλλου ούτε ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε ρητά ότι έπασχε από ολική τύφλωση, στη δε προσκομισθείσα υπ’ αυτού, υπ’ αριθ. .../8-3-2012 ένορκη βεβαίωση του ιατρού Γ.

Κ. που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μ. Μ., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου, παρόντος του τελευταίου, δεν βεβαιώνει ο εν λόγω γιατρός, ότι ο διαθέτης έπασχε από ολική τύφλωση αλλά ότι "η όραση αυτή πλησιάζει τα όρια της ολικής τύφλωσης, ώστε ο Σ. Δ. να εμφανίζει σημαντική δυσχέρεια στην καθημερινότητά του όπως αναγνώριση προσώπων, ανάγνωση, παρακολούθηση τηλεόρασης και λοιπά...".

Όλα τα ανωτέρω πιστοποιητικά και γνωματεύσεις καθώς και η προσκομισθείσα υπό του ενάγοντος, από 8-5-2014 ιατρική γνωμάτευση του οφθαλμίατρου Σ. Σ., Διευθυντού των τακτικών εξωτερικών ιατρείων του Γ.Π. Νοσοκομείου "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", στην οποία αναφέρει ότι το 1/20 είναι το όριο όπου κάποιος κάτω απ’ αυτό θεωρείται τυφλός, συνάγεται ανενδοίαστα ότι ο διαθέτης δεν ήταν ολικά τυφλός και ότι μπορούσε να γράφει, όπως αποδείχτηκε και εκ της ανωτέρω γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, με την οποία η πραγματογνώμων αποφάνθηκε ότι η επίμαχη διαθήκη γράφτηκε από τον ίδιο και η υπογραφή στο τέλος του κειμένου της τέθηκε από τον ίδιο, όπως άλλωστε συνομολόγησε εμμέσως και ο ενάγων, μπορούσε όμως και να διαβάζει κατά το χρόνο που συνέταξε την επίμαχη διαθήκη έστω και με δυσκολία, εξ αιτίας των ανωτέρω προβλημάτων της όρασης χρησιμοποιώντας μάλιστα μεγεθυντικό φακό.

Προς το συμπέρασμα αυτό, άγεται το δικαστήριο πέραν των ανωτέρω ιατρικών πιστοποιητικών και γνωματεύσεων που δεν βεβαιώνουν περί ολικής τύφλωσης του διαθέτη και παντελούς ανικανότητας αυτού να διαβάζει, εκ του ότι στις 27-1-2004 (δηλαδή ένα χρόνο περίπου προ της σύνταξης της επίδικης διαθήκης) ο τελευταίος συνήψε σύμβαση αγοραπωλησίας ακινήτου και υπέγραψε το υπ’ αριθ. .../27-1-2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Σπίγγου, στις 7-9-2004 (δηλαδή λίγους μήνες πριν τη σύνταξη της διαθήκης), υπέγραψε το υπ’ αριθ. .../7-9-2004 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Φιλήμονος Παϊπέτη και την 1-9-2006 (μετά τη σύνταξη της διαθήκης) υπέγραψε το νεοεκδοθέν με αίτησή του, υπ’ αριθ. ...

δελτίο αστυνομικής ταυτότητάς του που εκδόθηκε από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Κέρκυρας. Επίσης αποδεικνύεται από τις ανωτέρω δικαιοπραξίες ότι ήταν δραστήριος μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του παρά τα προβλήματα υγείας του, ότι κυκλοφορούσε μόνος του στην Κέρκυρα, ότι είχε σώας τας φρένας και δεν είχε παραιτηθεί από τη ζωή και τις δραστηριότητές του, αλλ’ αντίθετα, φρόντιζε την περιουσία του και γενικά ότι ήταν σε θέση να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του.

Επισφράγισμα όλων αυτών είναι και το γεγονός ότι την επίμαχη διαθήκη του την εμπιστεύθηκε στον δικηγόρο Κέρκυρας Π. Π., γεγονός που καταδεικνύει ότι με την ενέργειά του αυτή ήθελε να διασφαλιστεί η διάσωσή της και η δημοσίευσή της από το δικαστήριο, ώστε να γίνει σεβαστή και να υλοποιηθεί η τελευταία του βούληση και ιδίως να μη αμφισβητηθεί η γνησιότητά της από τον ενάγοντα γυιό του, καθόσον οι σχέσεις του με αυτόν κάθε άλλο παρά ιδανικές ήταν.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, της παραδοχής του Δικαστηρίου ότι με βάση τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ο διαθέτης είχε οπτική οξύτητα 1/20 της φυσιολογικής τοιαύτης και όχι μικρότερο ποσοστό, ώστε να είναι "τυφλός" κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 1 του Ν. 1904/1951, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.958/1979, του γεγονότος ότι δεν μπορεί να διαταχθεί ως ζήτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης η κατάσταση της όρασης του διαθέτη, αφού αυτός έχει αποβιώσει και το ότι παρεκτός της σαφήνειας της ανωτέρω διατάξεως ως προς το ποιος άνθρωπος νοείται "τυφλός", η ερμηνεία της δεν αποτελεί αντικείμενο πραγματογνωμοσύνης, σε περίπτωση δε που διοριστούν ως πραγματογνώμονες γιατροί έχοντες την αντίστοιχη με την πάθηση του διαθέτη εξειδίκευση, ώστε με βάση τις προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις και γνωματεύσεις που διαλαμβάνουν τις ανωτέρω διαπιστώσεις να αποφανθούν με βάση τη σχετική βιβλιογραφία και τις προσωπικές τους γνώσεις, αυτοί θα αποφανθούν όχι για το ποσοστό της οπτικής οξύτητας του διαθέτη και συνεπώς εάν αυτός ήταν τυφλός κατά την έννοια της προαναφερομένης διατάξεως, αλλά εάν με βάση τη διαπιστωθείσα οπτική οξύτητα είχε τη δυνατότητα ανάγνωσης του εγγράφου της διαθήκης, για το οποίο ζήτημα δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δεν διέταξε, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δεν έσφαλε και αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών με την έφεσή του για σχετικό σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης, το δε αίτημα που υποβάλλεται στο παρόν Δικαστήριο με όμοιο περιεχόμενο είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους κρίνονται ασφαλή για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης του περί του ζητήματος εάν ο διαθέτης είχε την ικανότητα γραφής, υπογραφής και ανάγνωσης της προσβαλλόμενης διαθήκης και δεν χρειάζεται η συμπλήρωσή τους με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Κατά συνέπεια, η επικουρική βάση της αγωγής περί ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη ιδιόγραφης διαθήκης λόγω ανικανότητας αυτού να διαβάζει κατά το χρόνο που αυτή συντάχθηκε, είναι αβάσιμη κατ’ ουσία και απορριπτέα, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει ο ενάγων με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, προβάλλοντας αιτιάσεις ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη των ιατρικών πιστοποιητικών και γνωμοδοτήσεων που προσκόμισε, δεν έγινε δεκτή, είναι παντελώς αβάσιμα και απορριπτέα και συνεπώς απορριπτέος και ο λόγος αυτός ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1723 ΑΚ, γιατί ως προς το ζήτημα της ικανότητας του διαθέτη να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή της, δεχθέν ότι αυτός (διαθέτης) κατά το χρόνο συντάξεως της ένδικης διαθήκης είχε την εν λόγω ικανότητα, αφού μπορούσε έστω και με δυσκολία (ως πάσχων από σοβαρή πάθηση των οφθαλμών, που όμως δεν τον καθιστούσε τυφλό, αφού διέθετε οπτική οξύτητα προσδιοριζόμενη στο 1/20 της φυσιολογικής - άρθρο 1 Ν. 1904/1951 όπως ισχύει -) χρησιμοποιώντας μάλιστα μεγενθυντικό φακό να διαβάζει, χωρίς όμως την αναφορά της λέξεως "χειρόγραφα".

Προσέτι η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ζήτημα της δυνατότητας αναγνώσεως από τον διαθέτη χειρογράφων, αφού δέχεται ότι αυτός (διαθέτης) μπορούσε να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη, επειδή ήταν ικανός, έστω και με δυσκολία να διαβάζει, χωρίς να διαλαμβάνει την αναγκαία για την πληρότητα του πραγματικού της εφαρμοζομένης διατάξεως λέξη "χειρόγραφα".

Ενόψει τούτων, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την αποτελούσα αντικείμενο της αναιρέσεως επικουρική της βάση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 11/2015 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος, από αυτόν, παραβόλου.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κερκύρας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ