Legislator Case Law & Legislation
579/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank promotion decision, upholding internal promotion criteria and good faith principles.

Case Number 579/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision recognizing the employee's right to promotion. The employee argued he surpassed colleagues in qualifications and performance, while the bank contended the General Council's refusal was based on valid internal criteria. The court ruled that the lower court correctly found the bank's decision contrary to good faith, thereby validating the promotion despite the bank's internal assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 and 207 of the Civil Code; The internal organization of a bank establishes promotion rules by contract, yet a promotion decision violating good faith principles is void, allowing the employee to claim the promotion was effectively fulfilled.

Keywords

AI generated
bank internal organization employee promotion criteria good faith principle supreme court appeal civil code articles internal council decision promotion voidness

Cited Legislation

AI generated
Articles 27, 33, and 38 of the Bank of Greece Statute
Articles 201 and 207 of the Civil Code
Article 12 of Law 1082/1980
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 579 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 579/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Βασιλικής Κουτσούκου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1797/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1121/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/8/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.

Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω συμβούλιο ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1).

Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, η από βαθµό σε βαθµό προαγωγή υπαλλήλου κατηγορίας Β' αποφασίζεται: 1] µέχρι τον τέταρτο βαθµό (Τµηµατάρχη), κατ' απόλυτο εκλογή και ελεύθερη κρίση του Διοικητή, µετά από γνώµη του Συµβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας και 2] στους βαθμούς τρίτο [Εντεταλµένο Τµηµατάρχη - Προϊστάµενο] και δεύτερο [Υποδιευθυντή], κατ' απόλυτο εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συµβουλίου, µε πρόταση του Διοικητή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο κρινόµενος έχει συµπληρώσει τον απαιτούµενο, κατά τον Κανονισµό, χρόνο στον κατεχόµενο βαθµό, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στην ανώτερη θέση και κατά την άσκηση γενικά της υπηρεσίας του επέδειξε εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα.

Τα απαιτούµενα για την προαγωγή προσόντα εξευρίσκονται από το, κατά το άρθρο 34 του Κανονισµού Καταστάσεως των υπαλλήλων, που έχει συµβατική ισχύ, συντασσόµενο κάθε έτος, φύλλο ποιότητας για κάθε υπάλληλο, στο οποίο αναφέρονται µε λεπτοµέρεια τα στοιχεία, που λαµβάνονται υπόψη για τον προσδιορισµό της ποιότητας των υπαλλήλων, όπως είναι η θεωρητική και επαγγελµατική κατάρτιση, τα υπηρεσιακά, πνευµατικά ή ηθικά προσόντα και ειδικώς επί προαγωγής στους βαθµούς τέταρτο µέχρι δεύτερο [Τµηµατάρχη έως Υποδιευθυντή], η επίδειξη, κατά την άσκηση υπηρεσίας, ικανότητας συστηµατικού προσδιορισµού και αποτελεσµατικού συνδυασµού των µέσων που τέθηκαν στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να τείνει στην αύξηση αποδόσεως του έργου της υπηρεσίας του και της παραγωγικότητας όσων εργάζονται σε αυτή.

Τα κριτήρια αξιολόγησης, που καθορίζονται στο πρακτικό γνωµοδοτικής Επιτροπής προαγωγών είναι α] οι ικανότητες [γνώσεις απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων και εξειδικευµένες γνώσεις, αντίληψη -κρίση, οργανωτικές ικανότητες, επικοινωνία], β] απόδοση [ποιότητα εργασίας, ταχύτητα στην εκτέλεση εργασίας, σταθερότητα στην απόδοση, προσαρµοστικότητα στις απαιτήσεις της υπηρεσίας], γ] συµπεριφορά [προσωπικότητα, υπευθυνότητα, πρωτοβουλία, αίσθηση οµαδικής εργασίας - συνεργασία], δ] διοικητικές ικανότητες [προγραµµατισµός, οργάνωση, εποπτεία, κατανοµή εργασίας, εντοπισµός και επίλυση προβληµάτων, καθοδήγηση και εκχώρηση αρµοδιοτήτων, δηµιουργία στελεχών, βαθµός ανταπόκρισης σε υψηλότερα καθήκοντα].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο εκκαλών (ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) την 20/6/1974 µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξελίχθηκε βαθµολογικώς έως τον βαθµό του Τµηµατάρχη, τον οποίο κατέχει από 1/4/1989.

Είναι πτυχιούχος του Τµήµατος Πολιτικών Επιστηµών από το έτος 1971 και Δηµόσιας Διοίκησης της ΠΑΣΠΕ από το έτος 1979. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο. Έχει παρακολουθήσει 3 σεµινάρια. Από 10/5/1982 του ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταµένου Υπηρεσίας του Τµήµατος Σχέσεων µε τις Τράπεζες, από 5/10/1984 Προϊσταµένου Υπηρεσίας του ιδίου Τµήµατος, από 15/7/1994 Προϊσταµένου Υπηρεσίας του Τµήµατος Πιστωτικών Παραβάσεων και λοιπών Χρηµατοδοτήσεων και από 30/7/1999 καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταµένου του Τµήµατος αυτού.

Η βαθµολογία του για τα έτη 1999, 2000,2001 και 2002 ήταν 10 εξαίρετος και 7 πολύ καλός, 12 εξαίρετος και 5 πολύ καλός, 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλός και 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλός, αντιστοίχως. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις για τον βαθµό του Εντεταλµένου Τµηµατάρχη - Προϊσταµένου µε την 7/27-5-2002 απόφαση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης, που κοινοποιήθηκε µε την 5/29-5-2002 εγκύκλιό της, ο εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος) παραλείφθηκε, ενώ προήχθησαν, µεταξύ άλλων, οι κατωτέρω αναφερόµενοι προς σύγκριση οµοιόβαθµοι συνάδελφοί του ήτοι Α.

Α., Α. Χ., Β. Κ., Β. Β., Μ. Κ., Μ. - Γ. Θ., Χ. Σ., Δ. Β., Κ. Ν., Κ. Σ., Τ. Α., Τ. Ε. και Λ. Φ.. Κατά τον Οργανισµό της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισµό της Βαθµολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγοµένης η προαγωγή υπαλλήλου από τον 4ο βαθµό (Τµηµατάρχη) στον 3ο βαθµό (εντεταλµένου Τµηματάρχη - Προϊσταµένου) αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συµβουλίου ύστερα από πρόταση του Διοικητή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, ο υπάλληλος συµπλήρωσε τριετή τουλάχιστον ευδόκιµη υπηρεσία στον βαθµό του Τµηµατάρχη, έχει τα προσόντα της ανώτερης θέσεως, κατά την άσκηση δε της υπηρεσίας του έχει επιδείξει εξαιρετική επίδοση, ήθος και φιλεργία, ακόµη ικανότητα συστηµατικού προσδιορισµού και αποτελεσµατικού συνδυασµού των µέσων που τίθενται στη διάθεσή του για την αύξηση της αποδόσεως του έργου της υπηρεσίας του και της παραγωγικότητος του προσωπικού της υπηρεσίας, επιδικότερον µέριµνα για την πλήρη απασχόληση του προσωπικού της υπηρεσιακής του µονάδας ... .

Ο συγκρινόµενος Α. Α. προσλήφθηκε την 14/2/1972 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1-4-1992. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυµνασίου. Γνωρίζει αγγλικά κατέχοντας σχετικό τίτλο (GCE) και έχει παρακολουθήσει 5 επιµορφωτικά σεµινάρια. Από 17/8/1992 άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταµένου Υπηρεσίας τµήµατος Γραµµατείας υποεπιτροπής πιστώσεων.

Υπήρξε µέλος κλιµακίων σε επιθεωρήσεις όλων των µονάδων της Τράπεζας και των Αποθεµάτων της ΕΥΕ, ενώ του ανατέθηκαν καθήκοντα Επιθεωρητή Α'. Από το 1998 έως το 2000 συμμετείχε με απόφαση της Διοίκησης σε ομάδα για την περιγραφή θέσεων εργασίας και αξιολόγησης προσωπικού της Τράπεζας. Η βαθμολογία του τον κρίσιμο προ της προαγωγής χρόνο, ήτοι κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν 12 εξαίρετος και 1 πολύ καλός και 13 εξαίρετος αντιστοίχως (δεν βαθμολογήθηκε για διοικητικές ικανότητες).

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα ο εκκαλών (ενάγων) υστερεί του ως άνω συγκρινομένου ως προς την Γ.Υ.Α. (χρόνο προσλήψεως), τον βαθμό γνώσεως της ξένης γλώσσας και την υπηρεσιακή επιμόρφωση, είναι ισοδύναµος ως προς αυτόν ως προς την βαθµολογία, ενώ υπερέχει ως προς την Ε.Υ.Α (χρόνο προαγωγής στον κατεχόµενο βαθµό) τους τίτλους σπουδών, και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και, συνεπώς, ο εκκαλών (ενάγων) υπερέχει καταφανώς αυτού, καθισταµένης καταφώρως εξ αντικειµένου άδικης της σχετικής κρίσεως του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης (εναγομένης) περί παραλείψεως της προαγωγής του. ...

Ο Α. Χ. προσλήφθηκε την 14/8/1972 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/4/1991. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυµνασίου. Γνωρίζει αγγλικά και τυγχάνει κάτοχος διπλώµατος profisiency και GCE. Έχει παρακολουθήσει 2 σεµινάρια ενώ υπήρξε εισηγητής σε σεµινάρια για υπαλλήλους του κεντρικού καταστήµατος και Υποκαταστήµατος της Τ.Ε.

και Εµπορικών Τραπεζών, για την γνησιότητα - πλαστότητα και παραποίηση ξένων τραπεζογραµµατίων, ενώ συνέταξε και σηµείωµα για την γνησιότητα - πλαστότητα και παραποίηση ξένων τραπεζογραµµατίων. Ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταµένου Υπηρεσίας του Τµήµατος Διαχειρίσεως ξένων τραπεζογραµµατίων από 14/8/1984, Προϊσταµένου Υπηρεσίας από 12/8/1991 και 3/2/1992 του ιδίου Τµήµατος, Αναπληρωτή δε Προϊσταµένου του Τµήµατος Ταµείου Τίτλων από 21/6/1995.

Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλός και 17 εξαίρετος αντιστοίχως. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο ενάγων υπερέχει έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς την Ε.Υ.Α και τους τίτλους σπουδών, ενώ υστερεί ως προς την Γ.Υ.Α τον βαθµό γνώσεως της ξένης γλώσσας, την υπηρεσιακή επιµόρφωση, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και τη βαθµολογία και, συνεπώς, ο εκκαλών (ενάγων) δεν υπερέχει και µάλιστα καταφανώς αυτού, ώστε να µη καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η σχετική κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης (εναγομένης) περί της παραλείψεως προαγωγής του. ...

Ο Β. Κ. προσλήφθηκε την 12/8/1972 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/4/1991. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυµνασίου. Γνωρίζει αγγλικά κατέχοντας τίτλο. lower. Έχει παρακολουθήσει 3 σεµινάρια. Ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταµένου Υπηρεσίας στο Υποκατάστηµα Πειραιώς από 2/9/1985, Προϊσταµένου Υπηρεσίας Ελέγχου Διαχειρίσεων από 3/4/1995 και Αναπληρωτή Προϊσταµένου του Τµήµατος Ταµιακών Εργασιών από 7/10/1996 .

Η βαθµολαγία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 12 εξαίρετος και 5 πολύ καλός και 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλός, αντιστοίχως. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο ενάγων υπερέχει έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς την Ε. Υ .Α, τους τίτλους σπουδών, είναι ισοδύναµος ως προς αυτόν ως προς την υπηρεσιακή επιµόρφωση, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς την Γ.Υ.Α, τον βαθµό γνώσεως της ξένης γλώσσας, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και τη βαθµολογία και, συνεπώς, ο εκκαλών δεν υπερέχει και µάλιστα καταφανώς αυτού, ώστε να µην καθίσταται καταφανώς εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης (εναγομένης) περί της παραλείψεως προαγωγής του ...

Ο Β. Β. προσλήφθηκε την 7/9/1974 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/10/1995. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυµνασίου. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο. Εχει παρακολουθήσει 7 επιµορφωτικά σεµινάρια, ενώ υπήρξε εισηγητής σε επιµορφωτικά σεµινάρια συµµετείχε δε σε επιτροπές και οµάδες εργασίας.

Ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταµένου του Τµήµατος Επιχειρησιακού Σχεδιασµού και Υποστήριξης διαδικασιών από 10/2/2000. Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 13 εξαίρετος και 17 εξαίρετος, αντιστοίχως. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο εκκαλών υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινόµενου ως προς την υπηρεσιακή επιµόρφωση και τη βαθµολογία, είναι ισοδύναµος ως προς αυτόν ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ υπερέχει έναντι αυτού ως προς την Γ.Υ.Α, την Ε.Υ.Α, τους τίτλους σπουδών και την ανάληψη υπευθύνων καθηκόντων, και συνεπώς ο εκκαλών υπερέχει καταφανώς αυτού, ώστε να καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως προαγωγής του. ...

Ο Μ. Κ. προσλήφθηκε την 19/6/1973 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/1/1992. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυµνασίου. Γνωρίζει αγγλικά, κατέχοντας τους τίτλους Lower Proficiency και GC.E, και γαλλικά χωρίς σχετικό πιστοποιητικό. Έχει παρακολουθήσει 4 επιµορφωτικά σεµινάρια, ενώ υπήρξε εισηγητής σε επιµορφωτικά σεµινάρια και έχει συµµετάσχει σε επιτροπές και οµάδες εργασίας.

Ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταµένου υπηρεσίας του Τµήµατος Διαχειρίσεως ξένων τραπεζογραµµατίων από 18/7/1988 και Αναπληρωτή Προϊσταµένου του Τµήµατος Διαχείρισης Ξένων Τραπεζογραµµατίων από 13/2/1995. Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 16 εξαίρετος και 1 πολύ καλός και 17 εξαίρετος, αντιστοίχως. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο εκκαλών υπερέχει έναντι του ως άνω συγκρινόµενου ως προς την ΕΥΑ και τους τίτλους σπουδών, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς την Γ.Υ.Α., τη γνώση ξένων γλωσσών, την υπηρεσιακή επιµόρφωση, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και τη βαθµολογία και, συνεπώς, ο εκκαλών δεν υπερέχει έναντι αυτού και µάλιστα καταφανώς, ώστε να µη καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως προαγωγής του ... .

Ο Μ. Γ. Θ. προσλήφθηκε την 3/3/1972 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/4/1996. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυµνασίου. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο. Έχει παρακολουθήσει διάφορα σεµινάρια (ο αριθµός των οποίων δεν προκύπτει από τον φάκελο που προσκοµίζεται) στην Τράπεζα και την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, συνέταξε δε προτάσεις για την ενοποίηση των λογαριασµών της µισθοδοσίας του προσωπικού της τράπεζας και σχετικά µε τις εισφορές των ταµείων της τράπεζας, ενώ συµµετείχε στην επιτροπή για την εξέταση των αιτηµάτων των υπαλλήλων της Τράπεζας και των συνταξιούχων των Ασφαλιστικών Ταµείων που είχαν πληγεί από τους σεισµούς.

Ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταµένου Υπηρεσίας από 16/5/1991 και από 21/7/1992 και Αναπληρωτή Προϊσταµένου του Τµήµατος Οικονοµικών Υπηρεσιών από 16/11/1999. Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 17 εξαίρετος. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο εκκαλών υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς την Γ .Υ.Α και τη βαθµολογία, είναι ισοδύναµος ως προς αυτόν ως προς την γνώση ξένης γλώσσας, ενώ υπερέχει έναντι αυτού ως προς την Ε.Υ.Α τους τίτλους σπουδών και την ανάληψη υπευθύνων καθηκόντων και, συνεπώς, ο ενάγων υπερέχει έναντι αυτού καταφανώς ώστε να καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως της προαγωγής του ... .

Ο Χ. Σ. προσλήφθηκε την 12/8/1972 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/7/1992. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυµνασίου και δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα Έχει παρακολουθήσει ένα επιµορφωτικό σεµινάριο. Ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταµένου Υπηρεσίας του Τµήµατος Σχέσεων µε τις εξαγωγικές επιχειρήσεις από 28-11-1988 και Προϊσταµένου Υπηρεσίας στο ίδιο Τµήµα από 23-6- 1993, ενώ από 7-9-1995 απεσπάσθη στο Σ.Υ.Τ.Ε και για το λόγο αυτό δεν αξιολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000.

Σύµφωνα µε το άρθρο 20 εδ , γ' της από 4/8/1982 ΣΣΕ µεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών "ο χρόνος της απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία". Υπό τα ανωτέρω δεδομένα ο εκκαλών υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς τη Γ.Υ.Α, είναι ισοδύναµος ως προς αυτό ως προς τα καθήκοντα, ενώ υπερέχει έναντι αυτού ως προς την ΕΥΑ, τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών και την υπηρεσιακή επιμόρφωση και συνεπώς ο εκκαλών υπερέχει καταφανώς έναντι αυτού ώστε να καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως της προαγωγής του ... .

Ο Δ. Β. προσλήφθηκε την 8/8/1980 και προήχθη στον βαθµό του µηµατάρχη από 1/7/1996. Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ (Τµήµα Διοίκησης Επιχειρήσεων). Γνωρίζει αγγλικά, κατέχοντας τίτλο FCE, και γαλλικά χωρίς τίτλο. Έχει παρακολουθήσει 26 σεµινάρια, υπήρξε εισηγητής σε επιµορφωτικά σεµινάρια, έχει συντάξει µελέτες και προτάσεις, ενώ συµµετείχε σε επιτροπές και οµάδες εργασίας, υπήρξε µέλος της νοµοπαρασκευαστικής επιτροπής του ΥΠΕΟΟ για την υιοθέτηση της Οδηγίας 98/31/ΕΚ µε την οποία τροποποιείται και συµπληρώνεται η Οδηγία 93/6/ΕΟΚ για την ύπαρξη των ιδίων Κεφαλαίων των Π.Ι και Ε.Π.Ε.Υ.

Διετέλεσε Επιθεωρητής Α' από 2/6/1997. Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 13 εξαίρετος. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο εκκαλών υπερέχει έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς την Γ.Υ.Α και Ε.Υ.Α και τ ους τίτλους σπουδών, ενώ ύστερεί έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς την γνώση ξένων γλωσσών, την υπηρεσιακή επιµόρφωση, τα υπεύθυνα καθήκοντα και τη βαθµολογία και, συνεπώς, ο ενάγων δε υπερέχει και µάλιστα καταφανώς έναντι αυτού, ώστε να µη καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως της προαγωγής του ... .

Ο Κ. Ν. προσλήφθηκε την 11/8/1980 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/7/1996. Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ (Τµήµα Διοίκησης Επιχειρήσεων). Γνωρίζει αγγλικά χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο. Έχει παρακολουθήσει 4 σεµινάρια. Ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταµένου υπηρεσίας του Τοµέα Εξωτερικών Οικονοµικών συναλλαγών από 30/1/1987, Προϊσταµένου Υπηρεσίας στον ίδιο Τοµέα από 24/11/1989, Προϊσταµένου Υπηρεσίας στον Τοµέα Στατιστικής ισοζυγίου πληρωµών από 8/3/1995 και Αναπληρωτή Προϊσταµένου του Τµήµατος Συλλογής Στοιχείων Τραπεζικού Τοµέα από 1-8-2001.

Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 17 εξαίρετος. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα, ο εκκαλών υπερέχει έναντι του ως άνω συκρινοµένου ως προς την Γ.Υ.Α την Ε.Υ Α και τους τίτλους σπουδών, είναι ισοδύναµος ως προς αυτόν ως προς τη γνώση της ξένης γλώσσας, υστερεί δε έναντι αυτού ως προς την υπηρεσιακή επιµόρφωση, τα υπεύθυνα καθήκοντα και τη βαθµολογία και συνεπώς, ο εκκαλών δεν υπερέχει και µάλιστα καταφανώς αυτού, ώστε να µη καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως προαγωγής του ... .

Ο Κ. Σ., προσλήφθηκε την 12/8/1980 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/7/1996. Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ (Τµήµα Διοίκησης Επιχειρήσεων). Γνωρίζει αγγλικά χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο. Έχει παρακολουθήσει 17 επιµορφωτικά σεµινάρια. Διετέλεσε Επιθεωρητής Α' από 29-11-1997. Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 13 εξαίρετος.

Υπό τα ανωτέρω δεδο µένα ο εκκαλών υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς την υπηρεσιακή επιµόρφωση και τη βαθµολογία ειναι ισοδύναµος ως προς αυτόν ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ υπερέχει έναντι αυτού ως προς την Γ. Υ .Α, την Ε.Υ.Α, του τίτλους σπουδών και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και, συνεπώς, ο εκκαλών υπερέχει καταφανώς αυτού, ώστε να καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως της προαγωγής του ... .

Ο Τ. Α. προσλήφθηκε την 20/8/1980 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/1 0/1996. Είναι πτυχιούχος Ανωτάτης Βιοµηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης (Τµήµα Διοίκησης Επιχειρήσεων). Γνωρίζει γαλλικά κατέχοντας τίτλο Supeueur III και αγγλικά χωρίς σχετικό πιστοποιητικό. Έχει παρακολουθήσει 6 επιµορφωτικά σεµινάρια. Από το 2000 ήταν υπεύθυνος ενηµέρωσης για το ΕΥΡΩ.

Ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταµένου Υπηρεσίας στο Υποκατάστηµα Βόλου από 15/3/1995. Τα έτη 1999 και 2000 βαθµολογήθηκε µε 9 εξαίρετος και 8 πολύ καλός και 16 εξαίρετος και 1 πολύ καλός, αντιστοίχως. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο εκκαλών υστερεί έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, την υπηρεσιακή επιµόρφωση και τη βαθµολογία, ενώ υπερέχει έναντι αυτού ως προς την Γ.Υ.Α, την Ε.Υ.Α τους τίτλους σπουδών και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και, συνεπώς, ο εκκαλών υπερέχει καταφανώς αυτού, ώστε να καθίσταται καταφώρως εξ αντικειµένου άδικη η κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως της προαγωγής του ... .

Ο Τ. Ε. προσλήφθηκε την 2/5/1983 και προήχθη στον βαθµό του Τµηµατάρχη από 1/4/1997. Είναι πτυχιούχος Φυσικής Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης και ΑΣΟΕΕ (Οικονοµικού Τµήµατος). Γνωρίζει πολύ καλά αγγλικά καίτοι δεν κατέχει σχετικό πιστοποιητικό. Έχει παρακολουθήσει 5 επιµορφωτικά σεµινάρια, ενώ συµµετείχε στην επιτροπή Διεύθυνσης Έργου για την εφαρµογή µηχανογραφικού συστήµατος στη Διεύθυνση Συναλλάγµατος και στην οµάδα αξιολόγησης προσφορών στα πλαίσια αγοράς µηχανογραφικού συστήµατος για τη διεύθυνση συναλλάγµατος.

Διετέλεσε Αναλυτής Συστηµάτων Β' στο Τµήµα Οργάνωσης. Επίσης ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταµένου Τµήµατος στη Διεύθυνση Συναλλάγµατος από 11/12/2000. Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 10 εξαίρετος και 3 πολύ καλός και 11 εξαίρετος και 2 πολύ καλός, αντιστοίχως. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο εκκαλών υπερέχει έναντι του ως άνω συγκρινοµένου ως προς την Γ.Υ.Α, την Ε.Υ.Α και τη βαθµολογία, είναι ισοδύναµος ως προς αυτόν ως προς τους τίτλους σπουδών, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς το βαθµό γνώσεως της ξένης γλώσσας, την υπηρεσιακή επιµόρφωση και τα υπεύθυνα καθήκοντα και, συνεπώς, ο εκκαλών δεν υπερέχει καταφανώς αυτού, ώστε να μη καθίσταται εξ αντικειµένου άδικη η σχετική κρίση του Γενικού Συµβουλίου της εφεσίβλητης περί της παραλείψεως της προαγωγής του ... .

Ο Λ. Φ. προσλήφθηκε την 25-7-1977 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-4-1996. Είναι πτυχιούχος Μαθηματικών. Γνωρίζει αγγλικά κατέχοντας τον τίτλο GCE in Mathematics (Grade A'). Έχει παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ συμμετείχε σε επιτροπές και ομάδες εργασίας. Διετέλεσε αναλυτής συστημάτων Α' από 8/12/1995. Επίσης ανέλαβε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταµένου του Τµήµατος Μηχανογραφικών Εφαρµογών και Τραπεζικών Εργασιών στη Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης από 10/2/2000.

Η βαθµολογία του τα έτη 1999 και 2000 ήταν 13 εξαίρετος και 17 εξαίρετος, αντιστοίχως. Υπό τα ανωτέρω δεδοµένα ο εκκαλών υπερέχει έναντι του ως άνω συγκρινομένου ως προς την Γ.Υ.Α., την Ε.Υ.Α. και τους τίτλους σπουδών, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, την υπηρεσιακή επιμόρφωση, τα υπεύθυνα καθήκοντα και την βαθμολογία και, συνεπώς, ο εκκαλών δεν υπερέχει καταφανώς έναντι αυτού, ώστε να μη καθίσταται καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη η σχετική κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης για την παράλειψη της προαγωγής του".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δέχθηκε την αγωγή κατά την κυρία της βάση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα προαγωγής του εκκαλούντος (ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου) στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προισταμένου από 1-5-2002.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσίβλητου και των άνω προαχθέντων συναδέλφων του προέκυπτε κατάδηλη υπεροχή αυτού έναντι ορισμένων συναδέλφων του, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι με βάση τη σύγκριση των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων του αναιρεσίβλητου και των αναφερομένων συναδέλφων του, ο πρώτος υπερείχε καταφανώς ορισμένων εξ αυτών και ως εκ τούτου η παράλειψή του να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002 ήταν κατάφωρα άδικη, στηρίζει με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα ότι η πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, σύμφωνα με τα ανωτέρω, παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως από την αναιρεσείουσα, με συνέπεια να επέλθει πλασματική πλήρωση αυτής (αιρέσεως).

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-8-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 1121/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ