Supreme Court dismisses appeal against private school teacher dismissals, upholding lower court's rejection of invalidity claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by former private school teachers against their dismissals. The teachers argued their resignations were invalid due to coercion and improper procedure, but the court found their claims baseless. The court ruled that the teachers voluntarily submitted to the dismissal process to secure unemployment benefits, and the procedural steps taken were sufficient to validate the resignations.
Legislator headnote
AI generatedLaw 682/1977, Art. 30; Law 2740/1999, Art. 6: A resignation by a private school teacher is valid if accepted by the school owner, even if procedural formalities are not strictly followed, provided no coercion or fraud is proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 579 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 579/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Π. του Ο., 2) Α. Σ. του Α., 3) Σ. Τ. του Γ., 4) Β. Β. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27/11/2006 (2) αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 366/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/12/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 20/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της 366/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. 718Β/2-3-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ..., προκύπτει ότι, αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου αυτής επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε με το νόμιμο εκπρόσωπό της ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υπόθεσης, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 Κ.Πολ.Δικ.).
Ο νόμος 682/1977 περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης ορίζει με το άρθρο 30 παρ.2 ότι, μετά την έγκριση της γενόμενης πρότασης από τον οικείο Επιθεωρητή, οι γραμμένοι στον πίνακα Α προσλαμβάνονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου που αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών του εκπαιδευτικού και λήγει την 31 Αυγούστου του έκτου έτους από της προσλήψεως και ότι μετά τη λήξη της σύμβασης, η σχέση εργασίας μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου μετά από πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου και με το άρθρο 30 παρ.3 ότι οι εκπαιδευτικοί του πίνακα Β προσλαμβάνονται με σύμβαση διετούς διάρκειας, ότι μετά την πάροδο δύο ετών, η σύμβαση ανανεώνεται αυτοδικαίως για 4 ακόμη έτη εφόσον δεν έχει καταγγελθεί από τον ιδιοκτήτη και ότι μετά τη λήξη της 6ετίας, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο τέλος της παρ.2 για τους εκπαιδευτικούς του πίνακα Α'.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει σαφώς ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένης διάρκειας των εκπαιδευτικών του πίνακα Α και του πίνακα Β λήγει αυτοδικαίως κατά τη 31 Αυγούστου του 6ου έτους, εκτός αν επακολουθήσει η μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ύστερα από πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου και ότι η μη υποβολή αυτής της πρότασης από τον ιδιοκτήτη ισοδυναμεί με αποχή από την κατάρτιση νέας σύμβασης που δεν υπόκειται σε ακύρωση.
Εξ άλλου, το άρθρο 11 παρ.1Γ του νόμου 1351/1983, που ορίζει ότι, μέχρι να ρυθμισθούν με νόμο τα θέματα της ιδιωτικής γενικής εκπαίδευσης, κανείς ιδιωτικός εκπαιδευτικός με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δεν απολύεται παρά μόνο με απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, δεν έχει την έννοια της αναγκαστικής, έστω και προσωρινής, παράτασης ή μετατροπής των συμβάσεων εργασίας 6ετούς διάρκειας, αφενός γιατί η λήξη των συμβάσεων ορισμένου χρόνου επέρχεται αυτοδικαίως χωρίς να προηγείται συγκεκριμένη πράξη απολύσεως και θα έπρεπε άρα να διατυπωθεί ρητά η βούληση του νομοθέτη για αναγκαστική παράταση ή μετατροπή των παραπάνω συμβάσεων, που διατυπώθηκε άλλωστε με τον τρόπο αυτό στην ειδική περίπτωση της παρ.4 του ίδιου άρθρου 11 του ν. 1351/1983 και αφετέρου γιατί η έννοια και οι περιπτώσεις της "απολύσεως" καθορίστηκαν ήδη με το άρθρο 33 παρ.4 του νόμου 682/1977, χωρίς να γίνει ταύτιση ή εξομοίωσή της με τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου, για την οποία δεν απαιτείται να υπάρχει πράξη του οικείου Επιθεωρητού (βλ.
άρθρ.33 παρ.1 του ν.682/77 και Π.Υ.Σ. 108/82 που κυρώθηκε με το άρθρο 11 παρ.1 Α του ν.1351/1983) και δεν είναι ανάγκη ν` αποφαίνεται το υπηρεσιακό συμβούλιο (Α.Π. 1167/1995, Α.Π. 1197/1987). Περαιτέρω, παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., υπάρχει όταν το δικαστήριο: α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, αν και συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του.
Κατά δε τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Για το ορισμένο του λόγου, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα πράγματα τα "πράγματα" που το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του, ενώ προτάθηκαν, καθώς και τα στοιχεία, από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα, που προήλθε από τη μη λήψη ή τη λήψη των "πραγμάτων".
Αν το δικαστήριο απέρριψε κάποιον ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου, για οποιονδήποτε λόγο (ουσιαστικό ή τυπικό), δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Αντίφαση, εξάλλου, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Δεν υπάρχει αντίφαση, όταν υπάρχουν μεν αντιφατικές αιτιολογίες, αλλ' όμως τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν τους όρους του νόμου ή όταν από την αντίφαση των αιτιολογιών δεν προκύπτει τέτοια ασάφεια, ώστε να καθιστά αδύνατο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων εκτίμησή του, ως αποδειχθέντα τα εξης: "Η εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, ιδιωτικού ΤΕΛ και ΤΕΣ, με την επωνυμία "ΣΧΟΛΕΣ ΕΓΝΑΤΙΑ", που λειτουργεί στα Ιωάννινα, περιοχή αρμοδιότητας της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ιωαννίνων.
Οι ενάγοντες ήταν ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί εγγεγραμμένοι στον πίνακα Β'. Προσλήφθηκαν από την εναγομένη με τις ακόλουθες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας για να εργαστούν ως εκπαιδευτικοί στο ανωτέρω Ιδιωτικό Επαγγελματικό Εκπαιδευτήριο αυτής: Α) Η Β. Β.: Με την 23/12.2.1999 πράξη του Προϊσταμένου του Γραφείου TEE της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.
Ιωαννίνων, είχε προσληφθεί για τη διδασκαλία του μαθήματος της γαλλικής γλώσσας, ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός του κλάδου ΠΕ 5 και μισθολογικό κλιμάκιο 18 από τις 10.1.1999 μέχρι τις 31.8.1999 για τέσσερις ώρες την εβδομάδα, ακολούθως με την 90/9.11.1999 πράξη του ίδιου Προϊσταμένου προσλήφθηκε πάλι ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός για το διάστημα από την 1.10.1999 έως τις 31.8.1999 για τέσσερις ώρες την εβδομάδα.
Η εναγομένη με την από 30.6.2000 καταγγελία σύμβασης εργασίας, κατήγγειλε τη σύμβαση της ανωτέρω καθηγήτριας από την ημερομηνία αυτή. Στη συνέχεια με την 103/2.11.2000 πράξη του ίδιου ως άνω προϊσταμένου, η ανωτέρω εκπαιδευτικός διορίστηκε πάλι ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός του ίδιου κλάδου και μισθολογικού κλιμακίου, από 22.9.2000 έως τις 31.8.2001 για δύο ώρες μειωμένο ωράριο, με ίδιο κλάδο και μισθολογικό κλιμάκιο, για το διάστημα από 20.9.2001 έως τις 31.8.2002 για δύο ώρες την εβδομάδα.
Με την από 21.6.2002 καταγγελία της εναγομένης καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας από την ανωτέρω ημερομηνία. Ακολούθως, με την 42/8.10.2002 πράξη του αυτού προϊσταμένου προσλήφθηκε εκ νέου ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός για το διάστημα από 15.9.2002 έως 31.8.2003 για τέσσερις ώρες την εβδομάδα. Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την εναγομένη με την από 10.6.2003 καταγγελία της εναγομένης.
Στη συνέχεια με την 38/17.10.2003 πράξη του ως άνω προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός για το χρονικό διάστημα από 11.9.2003 έως 31.8.2004 για τέσσερις ώρες την εβδομάδα. Η ενάγουσα με την από 17.6.2004 αίτηση της ζήτησε να γίνει δεκτή η παραίτηση της από την εργασία της για προσωπικούς λόγους, μάλιστα δε για την οικειοθελή αποχώρηση της συντάχθηκε η από την ημέρα αυτή αναγγελία προς τον ΟΑΕΔ, η οποία υπογράφεται από την επιχείρηση και την ενάγουσα.
Τέλος με την 25/29.10.2004 πράξη του προαναφερόμενου προϊσταμένου, η ενάγουσα προσλήφθηκε ως εκπαιδευτικός με μειωμένο ωράριο του ίδιου κλάδου και με το αυτό μισθολογικό κλιμάκιο, με σύμβαση εργασίας διετούς διάρκειας που αρχίζει από 27.9.2004 και για επτά ώρες την εβδομάδα. Η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την από 30.6.2006 καταγγελία της και κατέβαλε σαυτή ως αποζημίωση το ποσό των 1475,98 ευρώ.
Με βάση αυτή την καταγγελία ο Προϊστάμενος του Γραφείου TEE της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων με την 17/1573α/5.9.2006 απόφαση του απέλυσε την ενάγουσα από την 1.9.2006. Κατ' ακολουθία η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε κατά τη λήξη της διετούς διάρκειας αυτής που είχε καταρτισθεί από την ενάγουσα με την εναγομένη και ύστερα από την 25/29.10.2004 πράξη του οικείου προϊσταμένου.
Η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων λύθηκε λόγω της παρέλευσης του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτής στις 31.8.2006, δεδομένου ότι λόγω της καταγγελίας της σύμβασης δεν υπήρξε ανανέωση της για τέσσερα χρόνια. Εντεύθεν, η καταγγελία αυτή που έγινε σύμφωνα με την πρόβλεψη του νόμου, και δεν έγινε για λόγους εκδικήσεως της ενάγουσας, αλλά εξαιτίας της κακής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, η οποία επιδεινώθηκε και κατέληξε στην υποβολή αίτησης για αναστολή της λειτουργίας του ιδιωτικού TEE και την 233/34530/Δ5/11.7.2008 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων για άρση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αυτού.
Εφόσον δε έληξε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας νόμιμα η εναγομένη δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και δεν περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή αυτών και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας. Κατ' ακολουθία η αγωγή της ενάγουσας Β. Β. είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Β) Ο Δ. Π.: Προσλήφθηκε με την 89/27.11.1995 πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ 4 με μισθολογικό κλιμάκιο 16 για το διάστημα 3.10.1995 έως 31.8.1996 για τρεις ώρες την εβδομάδα, με την 65/24.10.1996 πράξη του ίδιου προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθιος για το διάστημα από 10.10.1996 έως 31.8.1997 για έξι ώρες την εβδομάδα, με την 81/10.11.1997 πράξη αυτού προσλήφθηκε ως ωρομίσθιος για το χρονικό διάστημα από 1.10.1997 έως 31.8.1998 για πέντε ώρες την εβδομάδα, με την 13/26.11.1998 πράξη του ίδιου προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθιος για το διάστημα από 1.10.1998 έως 31.8.1999 για πέντε ώρες την εβδομάδα, με την 90/9.11.1999 πράξη αυτού προσλήφθηκε ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός για το διάστημα από 1.10.1999 έως 31.8.2000 για εννιά ώρες την εβδομάδα.
Με την από 30.6.2000 καταγγελία της εναγομένης η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε με καταβολή της αναλογούσας αποζημίωσης. Με την 103/2.11.2000 πράξη του ίδιου προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθιος για το διάστημα από 22.9.2000 έως 31.8.2001 για οκτώ ώρες την εβδομάδα. Η σύμβαση καταγγέλθηκε με την από 30.6.2001 καταγγελία της εναγομένης.
Ακολούθως με την 4/29.10.2001 πράξη του προϊσταμένου του Γραφείου TEE, προσλήφθηκε ως εκπαιδευτικός με μειωμένο ωράριο εργασίας δεκαέξι ωρών την εβδομάδα για το χρονικό διάστημα από 20.9.2001 έως 31.8.2002. Η σύμβαση καταγγέλθηκε με την από 21.6.2002 καταγγελία της εναγομένης. Στη συνέχεια με την 42/8.10.2002 πράξη του αυτού προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός για το διάστημα από 15.9.2002 έως 31.8.2003 για δεκαπέντε ώρες την εβδομάδα, ενώ με την 51/5.11.2002 πράξη του αναπροσαρμόστηκε το ωράριο σε δεκατρείς ώρες την εβδομάδα.
Η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε με την από 10.6.2003 καταγγελία της εναγομένης. Μετά με την 38/17.10.2003 πράξη του ανωτέρω προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός για το διάστημα από 11.9.2003 έως 31.8.2004 για δεκατρείς ώρες την εβδομάδα. Ο ενάγων με την από 17.6.2004 αίτηση του ζήτησε να γίνει δεκτή η παραίτηση του από την εργασία του, χωρίς να αναφέρεται σε λόγο παραίτησης, μάλιστα δε για την οικειοθελή αποχώρηση του συντάχθηκε η από την ημέρα αυτή αναγγελία προς τον ΟΑΕΔ, η οποία υπογράφεται από την επιχείρηση και τον ενάγοντα.
Τέλος με την 25/29.10.2004 πράξη του προαναφερόμενου προϊσταμένου, ο ενάγων προσλήφθηκε ως εκπαιδευτικός με μειωμένο ωράριο του κλάδου ΠΕ 04.02 -Χημικών και με μισθολογικό κλιμάκιο 18, με σύμβαση εργασίας διετούς διάρκειας που αρχίζει από 21.9.2004 και για δέκα ώρες την εβδομάδα, που αναπροσαρμόστηκαν σε εννιά ώρες την εβδομάδα με την 17/2278/3.11.2005 απόφαση.
Η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με την από 31.8.2006 καταγγελία της και κατέβαλε σ' αυτόν ως αποζημίωση το ποσό των 1552,53 ευρώ. Με βάση αυτή την καταγγελία ο Προϊστάμενος του Γραφείου TEE της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων με την 17/1573α/5.9.2006 απόφαση του απέλυσε τον ενάγοντα από την 1.9.2006, δηλαδή κατά τη λήξη της διετούς διάρκειας της σύμβασης εργασίας που είχε καταρτισθεί από τον ενάγοντα με την εναγομένη και ύστερα από την 25/29.10.2004 πράξη του οικείου προϊσταμένου.
Η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων λύθηκε λόγω της παρέλευσης του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτής στις 31.8.2006, δεδομένου ότι λόγω της καταγγελίας της σύμβασης δεν υπήρξε ανανέωση της για τέσσερα χρόνια. Γ) Α. Σ.: Με την 51/5.11.2002 πράξη του Προϊσταμένου του Γραφείου Τ.Ε.Ε. της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ιωαννίνων προσλήφθηκε από την εναγομένη για τη διδασκαλία μαθημάτων της ειδικότητας της, ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ 04.02 - Χημικών και μισθολογικό κλιμάκιο 18 για το χρονικό διάστημα από 25.9.2002 έως 31.8.2003 για οκτώ ώρες την εβδομάδα.
Με την από 10.6.2003 καταγγελία της η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση αυτή. Ακολούθως με την 38/17.10.2003 πράξη του αυτού προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός για το διάστημα από.. 11.9.2003 έως 31.8.2003 για έξι ώρες την εβδομάδα, η οποία πράξη τροποποιήθηκε με την 10.4.5.2004 όμοια πράξη, σύμφωνα με την οποία προσλαμβάνεται ως εκπαιδευτικός με μειωμένο ωράριο, η πρόσληψη γίνεται για έξι ώρες την εβδομάδα, έχει διάρκεια διετή, ήτοι από 11.9.2003 μέχρι 31.8.2005.
Η ενάγουσα με την από 17.6.2004 αίτηση της ζήτησε να γίνει δεκτή η παραίτηση της από την εργασία της για προσωπικούς λόγους. Με βάση αυτή την παραίτηση ο Προϊστάμενος του Γραφείου Τ.Ε.Ε. απέλυσε την ενάγουσα από το ιδιωτικό TEE, με την 16/1134/22.6.2004 απόφαση του. Τέλος με την 25/29.10.2004 πράξη του προαναφερόμενου προϊσταμένου, η ενάγουσα προσλήφθηκε ως εκπαιδευτικός με μειωμένο ωράριο του ίδιου κλάδου και με το αυτό μισθολογικό κλιμάκιο, με σύμβαση εργασίας διετούς διάρκειας που αρχίζει από 21.9.2004 και για εννιά ώρες την εβδομάδα, που αναπροσαρμόστηκαν σε τρεις ώρες την εβδομάδα με την 17/2278/3.11.2005 απόφαση.
Η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την από 31.8.2006 καταγγελία της και κατέβαλε σ' αυτή ως αποζημίωση το ποσό των 504,57 ευρώ. Με βάση αυτή την καταγγελία ο Προϊστάμενος του Γραφείου TEE της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων με την 17/1573α/5.9.2006 απόφαση του απέλυσε την ενάγουσα από την 1.9.2006.
Κατ' ακολουθία η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε κατά τη λήξη της διετίας διάρκειας της σύμβασης εργασίας που είχε καταρτισθεί από την ενάγουσα με την εναγομένη και ύστερα από την 25/29.10.2004 πράξη του οικείου προϊσταμένου. Η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων λύθηκε λόγω της παρέλευσης του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτής στις 31.8.2006, δεδομένου ότι λόγω της καταγγελίας της σύμβασης δεν υπήρξε ανανέωση της για τέσσερα χρόνια.
Εντεύθεν, η καταγγελία αυτή που έγινε σύμφωνα με την πρόβλεψη του νόμου, και δεν έγινε για λόγου εκδικήσεως της ενάγουσας, αλλά εξαιτίας της κακής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, η οποία επιδεινώθηκε και κατέληξε στην υποβολή αίτησης για αναστολή της λειτουργίας του ιδιωτικού TEE και την 233/34530/Δ5/11.7.2008 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων για άρση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αυτού.
Εφόσον δε έληξε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας νόμιμα η εναγομένη δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και δεν περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή αυτών και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας. Κατ' ακολουθία η αγωγή της ενάγουσας Α. Σ. αναφορικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Δ) Η Σ. Τ.: Με την 4/29.10.2001 πράξη του Προϊσταμένου του Γραφείου Τ.Ε.Ε. της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ιωαννίνων προσλήφθηκε από την εναγομένη για τη διδασκαλία μαθημάτων της ειδικότητας της, ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ 02 - Φιλολόγων και μισθολογικό κλιμάκιο 18 για το χρονικό διάστημα από 20.9.2001 έως 31.8.2002 για οκτώ ώρες την εβδομάδα.
Με την από 21.6.2002 καταγγελία της η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση αυτή. Ακολούθως με την 42/8.10.2002 πράξη του αυτού προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός για το διάστημα από 15.9.2002 έως 31.8.2003 για δεκαεπτά ώρες την εβδομάδα, η οποία αναπροσαρμόστηκε σε δεκαέξι ώρες την εβδομάδα με την 51/5.11.2002 πράξη.
Η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση με την από 17.6.2003 καταγγελία της. Στη συνέχεια με την 38/17.10.2003 πράξη του ίδιου προϊσταμένου προσλήφθηκε ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός για το διάστημα από 11.9.2003 έως 31.8.2003 για δεκαέξι ώρες την εβδομάδα, ενώ η πράξη, αυτή τροποποιήθηκε με την 10/4.5.2004 όμοια πράξη, σύμφωνα με την οποία προσλήφθηκε με μειωμένο ωράριο του ίδιου κλάδου και μισθολογικού κλιμακίου για δεκαοκτώ ώρες την εβδομάδα και για το διάστημα από 11.9.2003 έως 31.8.2005.
Η ενάγουσα με την από 17.6.2004 αίτηση της ζήτησε να γίνει δεκτή η παραίτηση της από την εργασία της για προσωπικούς λόγους. Με βάση αυτή την παραίτηση ο Προϊστάμενος του Γραφείου Τ.Ε.Ε. απέλυσε την ενάγουσα από το ιδιωτικό TEE, με την 16/1134/22.6.2004 απόφαση του. Τέλος με την 25/29.10.2004 πράξη του προαναφερόμενου προϊσταμένου, η ενάγουσα προσλήφθηκε ως εκπαιδευτικός με μειωμένο ωράριο του ίδιου κλάδου και με το αυτό μισθολογικό κλιμάκιο, με σύμβαση εργασίας διετούς διάρκειας που αρχίζει από 21.9.2004 και για δεκατέσσερις ώρες την εβδομάδα, που αναπροσαρμόστηκαν από την 1.9.2005 σε εννιά ώρες την εβδομάδα με την 17/2278/3.11.2005 απόφαση.
Η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την από 31.8.2006 καταγγελία της και κατέβαλε σ' αυτή ως αποζημίωση το ποσό των 1475,98 ευρώ. Με βάση αυτή την καταγγελία ο Προϊστάμενος του Γραφείου TEE της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων με την 17/1573α/5.9.2006 απόφαση του απέλυσε την ενάγουσα από την 1.9.2006.
Κατ' ακολουθία η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε κατά τη λήξη της διετούς διάρκειας της σύμβασης εργασίας που είχε καταρτισθεί από την ενάγουσα με την εναγομένη και ύστερα από την 25/29.10.2004 πράξη του οικείου προϊσταμένου. Η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων λύθηκε λόγω της παρέλευσης του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτής στις 31.8.2006, δεδομένου ότι λόγω της καταγγελίας της σύμβασης δεν υπήρξε ανανέωση της για τέσσερα χρόνια.
Εντεύθεν, η καταγγελία αυτή που έγινε σύμφωνα με την πρόβλεψη του νόμου, και δεν έγινε για λόγους εκδικήσεως της ενάγουσας, αλλά εξαιτίας της κακής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, η οποία επιδεινώθηκε και κατέληξε στην υποβολή αίτησης για αναστολή της λειτουργίας του ιδιωτικού TEE και την 233/34530/Δ5/11.7.2008 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων για άρση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αυτού.
Εφόσον δε έληξε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, η εναγομένη νόμιμα δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και δεν περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή αυτών και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας. Κατ' ακολουθία η αγωγή της ενάγουσας Σ. Τ. αναφορικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο απέρριψε τις ένδικες αγωγές, ως προς την βάση τους, περί ακυρότητας των ως άνω καταγγελιών εκ μέρους της εναγομένης των επιδίκων εργασιακών συμβάσεων, αφού δέχθηκε ότι δεν ήταν αναγκαία, για το έγκυρο των εν λόγω απολύσεων η ύπαρξη πράξης από τον οικείο επιθεωρητή (και, συνεπώς, ούτε πράξη του οικείου ΠΥΣΔΕ), διότι αυτή απαιτείται για την περίπτωση της απόλυσης εκπαιδευτικού κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας αυτού και όχι στην περίπτωση που λύεται η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου λόγω της παρέλευσης της συμφωνημένης ή νόμιμης διάρκειας αυτής.
Περαιτέρω, δεν απαιτείται από οποιαδήποτε διάταξη να κοινοποιείται η καταγγελία του άρθρου 30 παρ. 3 του ν. 682/1977 μετά την παρέλευση της διετούς διάρκειας της σύμβασης εργασίας, σε ορισμένη προθεσμία πριν από τη λήξη της στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό ή στον Προϊστάμενο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων και μάλιστα με ποινή ακυρότητας σε περίπτωση μη τηρήσεως της.
Ούτε άλλωστε από οποιαδήποτε διάταξη προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας και για να επιφέρει αυτή τα έννομα αποτελέσματα της, ήτοι τη λύση της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, πρέπει να έχει εκδοθεί, όταν απαιτείται, πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μέχρι την 31η Αυγούστου του έτους της καταγγελίας.
Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η λύση της σύμβασης επήλθε λόγω της λήξεως της ορισμένης διετούς διάρκειας αυτής, όπως δέχθηκε το Εφετείο και όχι με καταγγελία, ώστε να απαιτείται πράξη του οικείου Επιθεωρητή, παρεκτός του ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω εκδόθηκε η προαναφερόμενη πράξη του Προϊσταμένου του Γραφείου TEE της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ιωαννίνων.
Η καταγγελία, εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, έγινε μόνο σύμφωνα με το νόμο για να δηλωθεί η βούληση του ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση της σύμβασης για τα επόμενα τέσσερα έτη και να αποτραπεί η αυτοδίκαιη ανανέωση αυτής. Ούτε η καταγγελία αυτή είναι άκυρη επειδή δεν επιδόθηκε στους ενάγοντες τουλάχιστον από τις 20.8.2006 ή επειδή δεν εκδόθηκε η πράξη του Προϊσταμένου το αργότερο μέχρι την 31.8.2006, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι "για τη βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών (περί ακυρότητας) οι ενάγοντες επικαλούνται όμοιους λόγους ακυρότητας των προηγούμενων καταγγελιών των συμβάσεων τους, καθώς και ότι οι παραιτήσεις των ιδίων του έτους 2004 είναι άκυρες αφού έγιναν πριν από τη λήξη του σχολικού έτους, αλλά και επειδή δεν υποβλήθηκαν από τους ίδιους στο Γραφείο TEE Ιωαννίνων και υπογράφηκαν από αυτούς ύστερα από πίεση της εναγομένης που τους υποχρέωνε να τις υπογράψουν, και ενέδιδαν ενόψει του ότι είχαν ανάγκη από εργασία αφού τους διαβεβαίωνε ότι θα τους επαναπροσλάβει τη νέα σχολική χρονιά και τους διαβεβαίωνε ότι υπογράφονταν για τυπικούς λόγους για χρήση του λογιστηρίου της και για μη ζητήσουν αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ώστε να πιστεύουν ότι δεν έχουν συνέπεια.
Όμως, σχετικά με τις καταγγελίες των προηγούμενων ετών, ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος ενόψει του ότι δεν μπορούν πλέον να ζητήσουν την ακυρότητα της καταγγελίας αφού παρήλθε η οριζόμενη με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία κοινοποιήσεως αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 98/04, ΑΠ 21/04, ΑΠ 1372/02).
Επίσης, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της παραίτησης. Η παραίτηση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, σαφώς ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους επιτρέπεται μόνο με τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, στην προκείμενη δε περίπτωση, παρεκτός του ότι έγινε μετά τη λήξη του διδακτικού έτους, έγινε και με τη συναίνεση της εναγομένης ιδιοκτήτριας του σχολείου, ούτε δε οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν το αντίθετο.
Ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους επειδή υπέστησαν απειλές, ή εκβιασμό ή επειδή η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη τους για εργασία ή επειδή παρασύρθηκαν στη δήλωση αυτή συνεπεία απάτης της εναγομένης. Δεν πείθεται το Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες, όντες εκπαιδευτικοί, δεν είχαν υπόψη τους τη σημασία της αίτησης παραίτησης που υπέβαλαν.
Κρίνεται όμως ότι σε συμφωνία με την επιχείρηση υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους προκειμένου και εκείνη μεν να διευκολυνθεί μη καταβάλλοντος τις αποδοχές τους μέχρι τις 31 Αυγούστου που ίσχυε η σύμβαση εργασίας, αλλά και οι ενάγοντες να επιδοτηθούν ως άνεργοι από τον ΟΑΕΔ, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις, τουλάχιστον για τους Δ.
Π., Β. Β. και Σ. Τ., από τις οποίες προκύπτει ότι αυτοί έλαβαν τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως επιδοτούμενοι άνεργοι και μάλιστα όχι μόνο το χρονικό διάστημα μετά την ανωτέρω παραίτηση τους μέχρι την επαναπρόσληψη αυτών, αλλά και τα προηγούμενα αντίστοιχα μετά την καταγγελία των συμβάσεων τους χρονικά διαστήματα.
Εξάλλου, το γεγονός ότι σχετικά με τις παραιτήσεις τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 682/1977 ήτοι η υποβολή της παραίτησης στον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και δι' αυτού στον Προϊστάμενο του Γραφείου TEE και όχι αυτοπροσώπως από τον παραιτούμενο εκπαιδευτικό στον ιδιοκτήτη του σχολείου και αυθημερόν αυτοπροσώπως στον Προϊστάμενο του Γραφείου TEE, όπως ορίζει η διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 2740/1999, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της παραίτησης, αφού η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής δεν συνδέεται με ακυρότητα της παραίτησης ή ανυπόστατο αυτής".
Με βάση τα ανωτέρω, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν πλήρως το συμπέρασμα, στο οποίο οδηγήθηκε, ήτοι ότι οι επίδικες απολύσεις δεν είναι άκυρες και, περαιτέρω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Επομένως, οι από τους αριθ. 1 και 19 λόγοι (πρώτος, α, γ και δεύτερος) αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες τα αντίθετα υποστηρίζουν, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο από το αριθ. 8 προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο, έλαβε υπόψη του τους περί ακυρότητας των απολύσεών τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, πλην τους απέρριψε κατ' ουσίαν.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση των Δ. Π. κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 366/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ