Legislator Case Law & Legislation
579/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming court accepted unproven oral contract and date errors without evidence.

Case Number 579/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court accepted an unproven oral agreement and misdated a written complaint without sufficient evidence. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly evaluated witness testimonies and documentary evidence within its free discretion.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 10, Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure; The appellate court cannot overturn a first-instance judgment merely because it accepted facts without direct proof if those facts were derived from credible witness testimony and documentary evaluation, nor can it be said to have distorted documents when the distortion stems from the court's own assessment of their evidentiary value.

Keywords

AI generated
appellate review standards free evaluation of evidence oral contract proof documentary distortion claim witness testimony weight civil procedure appeal unproven facts admission

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 10 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 579 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 579/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Κ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος Αθηνών.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. χήρας Α. Λ., το γένος Γ. Π., 2)Σ. συζύγου Σ. Β., το γένος Α. Λ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Μαργέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 82/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 652/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2009 αίτησή του καθώς και τους από 4-1-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 5-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, κύριων και πρόσθετου, και της αιτήσεως στο σύνολό της. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και ο καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρ. 559 αρ.10 περ.α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο μέρος, τρίτο, τρίτο μέρος, λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι α) δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσία ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δικηγόρου ότι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και των αναιρεσιβλήτων προφορική συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, αντί αμοιβής 35.000.000 δρχ (102.500 €) σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της και β) ότι ο αναιρεσείων δεν υποβλήθηκε σε καμμία δαπάνη .

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα του αναιρεσείοντος και της ανώμοτης κατάθεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, της ένορκης βεβαίωσης που αναφέρει και η οποία, όπως βεβαιώνει, ελήφθη μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος (ενάγοντος), καθώς και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, από την υπάρχουσα σ'αυτή βεβαίωση, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος και την ανώμοτη κατάθεση της δεύτερης εναγομένης, που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την υπ'αριθμ. 4381/21.1.2008 ένορκη βεβαίωση της Α.

Θ., που προσκομίζουν οι εναγόμενες, που δόθηκε ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Δέδε...μετά προηγούμενη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος......... καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και εκτίμησε α) τα από 22-3-2007 πρακτικά του ΔΣΑ, που τηρήθηκαν λόγω της καταγγελίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης στο ΔΣΑ, σύμφωνα με την οποία (καταγγελία) παρακρατούσε αυτός (ο αναιρεσείων δικηγόρος) και ο δικηγόρος Σ.

Β., εν διαστάσει σύζυγος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τους φακέλλους υποθέσεώς της, στα οποία πρακτικά έχει καταχωρηθεί η κατάθεση του τελευταίου (συζύγου), με την οποία επιβεβαιώνεται η κατάρτιση εργολαβικής προφορικής συμφωνίας μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτων, αντί αμοιβής σε περίπτωση επιτυχίας 35.000.000 δρχ., β) το σημείωμα - ανταίτηση του Σ.

Β., εν διαστάσει συζύγου της δεύτερης αναιρεσίβλητης Σ. Λ., που αφορούσε σε υπόθεση διατροφής του ανηλίκου τέκνου τους, γ) το σχέδιο αρνητικής αγωγής, δ) την ανταίτηση του Σ. Β., ε) το σχέδιο αγωγής απογραφής μαρμάρινων όγκων στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών, στ) τις ιδιόγραφες ερωτήσεις στον Σ. Β. κατά τη συζήτηση ασφαλιστικών μέτρων εκ του άρθρου 1108 ΑΚ, ζ) το αποδεικτικό επιδόσεως του δικ.

επιμελητή Π. Κ., η) τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο χειρισμός από αυτόν υποθέσεων χωρίς τη συμμετοχή του Σ. Β. κατά τα έτη 2002-2003 (στοιχεία για σύνταξη αρνητικής αγωγής, κατάσταση σχετικών με ασφαλιστικά μέτρα, σχέδιο κάποιου εξώδικου, παραγγελία στο δικαστικό επιμελητή για την επίδοση της αρνητικής αγωγής και τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ερωτήσεις στο μάρτυρα του αντιδίκου της δεύτερης αναιρεσίβλητης Μ.

Λ., με το επώνυμο Τ.).Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος, (ο τρίτος αληθώς από τον αριθ. 11 και όχι από τον αρ. 8) λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα σχετικά μέρη τους, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο και τρίτο, τέταρτο μέρος, λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται επίσης πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της καταθέσεως της μάρτυρα του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και παραθέτει τις απόψεις του σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τους λόγους όμως αυτούς, όπως κατά τα σχετικά μέρη τους, διατυπώνονται στο αναιρετήριο, και ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, γίνεται μνεία περί της καταθέσεως της ως άνω μάρτυρα, επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων (ανέλεγκτη) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 επ., 100 παρ. 1 και 2 και 107 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 " περί Κώδικος Δικηγόρων" προκύπτει ότι εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής, για δε τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριο της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσο προ το οριζόμενο για τη σύνταξη της αγωγής (2%), του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ αυτής (1%).

Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι δικηγόρος μέλος του Δ.Σ.Α., και διατηρεί δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα, επί της οδού .... Φίλος του από πολλών ετών ήταν ο επίσης δικηγόρος Σ. Β., ο οποίος από το έτος 1991 είχε έντονη δραστηριότητα στην αυτοδιοίκηση και από το έτος 1995 έως και το τέλος του έτους 2002 διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότητας Θρακομακεδόνων.

Ο προαναφερόμενος Σ. Β. από τα τέλη του έτους 1998 γνωρίστηκε με τη δεύτερη εναγομένη Σ. Λ. (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), και από το έτος 1999 διατηρούσε στενή σχέση με αυτήν, η οποία κατέληξε σε γάμο το έτος 2001. Η τελευταία καθώς και η μητέρα της Ε. Λ., πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), είχαν από το έτος 1996 σφοδρή αντιδικία με τον Μ.

Λ., αδελφό της προαναφερομένης Σ. Λ. και γιο της Ε. Λ., για θέματα κληρονομικής και οικονομικής φύσεως. Ειδικότερα οι Ε., Σ. και Μ. Λ. είχαν κληρονομήσει, κατά ποσοστό 2/8 εξ' αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ' αδιαιρέτου καθένας από τους λοιπούς, από τον αποβιώσαντα το έτος 1996, χωρίς να αφήσει διαθήκη, Α. Λ., σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών, μεταξύ άλλων και ένα βιομηχανοστάσιο - σχιστήριο κοπής και επεξεργασίας μαρμάρων στο ...

στη θέση ..., επί της ..., το οποίο αποτελείτο από στεγασμένο χώρο από μπετόν αρμέ και λαμαρινοκατασκευή, συνολικής επιφάνειας 1.255 τετρ. μέτρων, κτισμένο σε οικόπεδο εκτάσεως 10.365 τ.μ.. Την εξ' αδιαθέτου αυτή κληρονομιά αποδέχτηκαν οι εναγόμενες με την υπ' αριθμ. .../1997 πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελεωνόρας Μουλοπούλου, που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα.

Την ως άνω επιχείρηση σχιστηρίου και επεξεργασίας μαρμάρων την λειτούργησαν όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι, ήτοι οι εναγόμενες και ο Μ. Λ., μέχρι το Νοέμβριο του έτους 1996. Έκτοτε όμως διέκοψαν τη λειτουργία της λόγω ασυμφωνίας τους στη λειτουργία της για την εκπλήρωση των σκοπών της. Κατόπιν αυτού ο Μ.

Λ. τοποθέτησε λουκέτο στην εξωτερική πόρτα του εργοστασίου, παρεμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό την είσοδο των εναγομένων, λοιπών συγκυρίων, στην κοινή επιχείρηση προς άσκηση του δικαιώματος τους σύγχρησης αυτής, παρόλο που αυτές είχαν την πλειοψηφία των μερίδων. Μάλιστα περί το Μάιο του έτους 1997 άλλαξε και την κλειδαριά του γραφείου της κοινής επιχείρησης.

Οι εναγόμενες ενδιαφερόμενες για την εξεύρεση λύσης για ανάκτηση της νομής του βιομηχανοστασίου και ανάληψη της διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης αυτού είχαν αναθέσει την υπόθεση τους αρχικά σε διάφορους δικηγόρους μεταξύ των οποίων και στον Χ. Κ., ο οποίος εχειρίζετο τις υποθέσεις τους έως τον Νοέμβριο 2001.

Μετά τον δεσμό και τον εν συνεχεία γάμο της δεύτερης εναγόμενης Σ. Λ. με τον ανωτέρω δικηγόρο Αθηνών Σ. Β., ο τελευταίος ως σύζυγος πλέον και ως εκ τούτου άμεσα ενδιαφερόμενος για τις υποθέσεις της συζύγου του, ανέλαβε τον νομικό χειρισμό των υποθέσεων των εναγομένων. Στο γραφείο του επί της οδού ..., εγένοντο οι συναντήσεις, συνετάσσοντο τα δικόγραφα (αγωγές, προτάσεις, αιτήσεις, μηνύσεις, υπομνήματα κ.λ.π.) καθώς και τα εξώδικα έγγραφα.

Ο ανωτέρω δικηγόρος Σ. Β., προς καλύτερη υπεράσπιση και προώθηση των συμφερόντων των εναγομένων, επειδή γνώριζε άριστα την διαφορά αυτών με τον υιό της πρώτης και αδελφό της δεύτερης Μ. Λ., κατά τον σχεδιασμό της στρατηγικής του επέλεξε να εμφανίζεται άλλος δικηγόρος ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων για να μην εμφανίζεται εκείνος αλλά να καταθέτει ως μάρτυρας αυτών.

Για το σκοπό αυτόν, απευθύνθηκε στον ενάγοντα που ήταν φίλος και συνάδελφος του και αφού τον ενημέρωσε για τον δικαστικό αγώνα στον οποίο είχαν εμπλακεί η σύζυγος και η πεθερά του και του ανέπτυξε την στρατηγική του στον χειρισμό των υποθέσεων αυτών, του ζήτησε να τον εξυπηρετήσει και να υπογράφει ο ενάγων τα δικόγραφα κ.λ,π.

έγγραφα που αυτός (ο Σ. Β.) συνέτασσε και να παρίσταται και να εμφανίζεται ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων, κάτι το οποίο άλλωστε είναι σύνηθες στην δικηγορική πρακτική. Ο ενάγων προκειμένου να διευκολύνει τον φίλο του δέχτηκε και μάλιστα προσφέρθηκε να βοηθήσει αφιλοκερδώς, άνευ αμοιβής, αρχικά δε παραστάθηκε σε μία διεξαγωγή αποδείξεων υποθέσεως των εναγομένων.

Στην συνέχεια ο Σ. Β., ο οποίος είχε μελετήσει την υπόθεση της επανάκτησης από τις εναγόμενες της νομής του κοινού ακινήτου και είχε καταλήξει στον σωστό νομικό χειρισμό, συνέταξε την από 16.5.2002 αρνητική αγωγή των νυν εναγομένων κατά του Μ. Λ., απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία υπέγραψε και κατέθεσε ο ενάγων, με αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή της συγκυριότητας τους και του δικαιώματος τους προς σύγχρηση της κοινής επιχείρησης, να παραλείπει την προσβολή στο μέλλον και να ανέχεται την άσκηση του δικαιώματος των τότε εναγουσών στο μέλλον.

Επί της αγωγής αυτής, κατά την συζήτηση της οποίας στις 21.3.2003 παραστάθηκε ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων (τότε εναγουσών) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1902/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, ο τότε εναγόμενος Μ.

Λ., συμμορφωθείς εκουσίως αφαίρεσε τα λουκέτα και οι τότε ενάγουσες έλαβαν τα κλειδιά του εργοστασίου και μετά την απογραφή των μαρμάρινων όγκων που βρίσκονταν στον αύλειο χώρο του εργοστασίου (τα οποία δεν θα περιλαμβάνοντα στην επακολουθήσασα μίσθωση), οι εναγόμενες την 1.9.2003 εκμίσθωσαν το εργοστάσιο με τα υπάρχοντα μηχανήματα στην εταιρεία "Μάρμαρα ...

Α.Ε." με μηνιαίο μίσθωμα 5.300 ευρώ το πρώτο έτος αναπροσαρμοζόμενο ετησίως. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο όμως δεν αποδείχθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων η κατάρτιση προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων σύμφωνα με την οποία η δεύτερη εναγόμενη, ενεργούσα κατ' εντολή και για λογαριασμό και της πρώτης εναγόμενης ανέθεσε στον ενάγοντα δικηγόρο εργολαβικά να ενεργήσει τον χειρισμό της υπόθεσης τους με αντικείμενο την επανάκτηση της νομής και την ανάληψη της διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού βιομηχανοστασίου αντί αμοιβής 35.000.000 δρχ (102.500 ευρώ) σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς του, της ασαφούς καταθέσεως της μάρτυρος του ενάγοντος αδελφής του, μη παρέχουσας πίστης εν προκειμένω.

Αντιθέτως από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προσηκόντως συνεκτιμωμένου αποδείχθηκε ότι ο σύζυγος της δεύτερης εναγόμενης χειρίστηκε την υπόθεση της επανάκτησης της νομής και ανάληψης της διαχείρισης και εκμετάλλευσης του κοινού βιομηχανοστασίου από τις νυν εναγόμενες. Αυτός συνέτασσε τα δικόγραφα τα οποία δακτυλογραφούντο πολλές φορές και από την ίδια την δεύτερη εναγόμενη - σύζυγο του στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου του στον οποίο ήταν αποθηκευμένος ο βασικός κορμός των ισχυρισμών των εναγομένων.

Τα δικόγραφα αυτά, υπέγραφε στη συνέχεια ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος των νυν εναγομένων και στη συνέχεια κοινοποιούντο προς τον αντίδικο των εναγομένων Μ. Λ., από την δικαστική επιμελήτρια με την οποία συνεργάζεται ο Σ. Β., Ά. Κ.. Πριν δε από την διεξαγωγή των δικών, ο Σ. Β. συνέτασσε προτάσεις (που υπέγραφε ο ενάγων), ετοίμαζε τον φάκελο με τα σχετικά έγγραφα και συνεργάζετο με τον ενάγοντα σχετικά με την υπόθεση και τις ερωτήσεις που θα υπέβαλε ο ενάγων παριστάμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος των νυν εναγομένων στον Σ.

Β. κατά την εξέταση του ως μάρτυρα στο ακροατήριο. Για την παραπάνω συμμετοχή του στις υποθέσεις των εναγομένων, ο ενάγων όχι μόνο δεν είχε καταρτίσει καμία προφορική συμφωνία με τις εναγόμενες περί εργολαβίας της δίκης αντί αμοιβής 35.000.000 δρ. (102.500 ευρώ), αλλά αντιθέτως δεν είχε ζητήσει καμία αμοιβή, λόγω της στενής φιλίας του με τον σύζυγο της δεύτερης εναγομένης, ενόψει του ότι μάλιστα δεν είχε υποβληθεί σε καμία δαπάνη.

Μετά όμως την διάσταση των συζύγων (δεύτερης εναγόμενης και Σ. Β.) τον Σεπτέμβριο 2006, όταν η δεύτερη εναγόμενη ενεργούσα και ως εκπρόσωπος της μητέρας της πρώτης εναγομένης, ζήτησε να παραλάβει τους φακέλους των υποθέσεων τους από το δικηγορικό γραφείο του εν διαστάσει συζύγου της και αυτός αρνήθηκε να τους παραδώσει με την αιτιολογία ότι πληρεξούσιος δικηγόρος τους ήταν ο ενάγων, η δεύτερη εναγόμενη αναγκάστηκε να καταφύγει στην διαμεσολάβηση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και τότε ο ενάγων για πρώτη φορά απαίτησε αμοιβή προκειμένου να συναινέσει στην παράδοση των φακέλων οι οποίοι σημειωτέον ότι παρεδόθησαν τελικά από το δικηγορικό γραφείο του Σ.

Β. στις 12.7.2007. Ο ενάγων προσδιόρισε την αμοιβή του στο ποσό των 25.000 ευρώ, σύμφωνα με την από 27.11.2006 Κατάσταση Δικαστικών και Εξώδικων ενεργειών του, που ο ίδιος συνέταξε και εγχείρησε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγομένων και όχι στο ποσό των 35.000.000 δρχ (102.500 ευρώ) που όπως ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή είχε συμφωνήσει ως αμοιβή με τις εναγόμενες.

Επομένως εφόσον δεν αποδεικνύεται συμφωνία των διαδίκων, κατά την οποία οι εναγόμενες ανέθεσαν εργολαβικώς στον ενάγοντα την διεξαγωγή της δίκης περί επανάκτησης της νομής και διαχείρισης του επικοίνου, αντί αμοιβής 102.500 ευρώ, ο ενάγων ο οποίος υπέγραψε την από 16.5.2002 αρνητική αγωγή (έστω και αν δεν συνέταξε αυτήν) την κατέθεσε, υπέγραψε τις προτάσεις και παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως πληρεξούσιος δικηγόρος δικαιούται να λάβει την ποοβλεπόιιενη από τα άρθρα 98 επ., 100 παρ. 1,2, 107 Ν.Δ. 3026/54 "Περί Κώδικος Δικηγόρων", αμοιβή η οποία με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής, ορίζεται σε 2% για την σύνταξη της αγωγής και 1% για την σύνταξη των προτάσεων.

Όπως δε προκύπτει από το δικόγραφο της από 16.5.2002 αρνητικής αγωγής: α) η συνολική αξία του κοινού οικοπέδου ανέρχεται κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό σε 277.945 ευρώ (ήτοι κατά τα αναγραφόμενα στην αγωγή 25.935 ευρώ το δυτικό τμήμα και 202.010 ευρώ το ανατολικό τμήμα και όχι 313.639 ευρώ που εσφαλμένα αναγράφεται στην αγωγή αυτή) β) η αξία των επ' αυτού κτισμάτων ανέρχεται σε 57.410 ευρώ και γ) η αξία των ευρισκομένων στο εργοστάσιο μηχανημάτων σε 60.455 ευρώ και συνολικά η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται σε 345.810 ευρω (227.945 + 57.410 + 60.455).

Σημειώνεται ότι οι αναγραφόμενες στο δικόγραφο της ανωτέρω αγωγής ποσότητες μαρμάρινων όγκων που ευρίσκοντο στον αύλειο χώρο του βιομηχανοστασίου , αξίας 384.507 ευρώ, δεν συνυπολογίζονται στην αξία του αντικειμένου της αρνητικής αγωγής, διότι απετέλεσαν αντικείμενο άλλης δίκης που ανοίχτηκε με την από 31.5.2005 αγωγή των νυν εναγομένων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αντικείμενο την διανομή των μαρμάρινων όγκων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3966/2006 οριστική απόφαση του ανωτέρου Δικαστηρίου που διέταξε την λύση της συγκυριότητας και την δια πλειστηριασμού πώληση των μαρμάρων.

Για την υπόθεση αυτή, με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής εκείνης, επιδικάσθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση στον ενάγοντα ως οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή το ποσό των 2.883 από την πρώτη εναγόμενη και το ποσό των 4.325 ευρώ από την δεύτερη εναγόμενη και ως προς τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά καθώς και ως προς τα επιδικασθέντα με την εκκαλουμένη ποσά των 110 ευρώ για κάθε μία των εναγομένων, ως οφειλομένη από αυτές αμοιβή του ενάγοντος για σύνταξη προτάσεων προς αντίκρουση της από 28.5.2004 αγωγής του Μ.

Λ. εναντίον τους, δεν παραπονούνται με λόγο εφέσεως οι εναγόμενες.

Συνεπώς η οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή του ενάγοντος στην υπόθεση της επανάκτησης της νομής και της ανάληψης της διαχείρισης του κοινού βιομηχανοστασίου των εναγομένων, ανέρχεται, με βάση το ποσοστό συγκυριότητας εκάστης εναγόμενης επί του επικοίνου: α) για την πρώτη εναγόμενη στο ποσό των 2.593,60 ευρώ (345.810 ευρώ Χ 2/8 = 86.452,50 Χ 3%) και β) για την δεύτερη εναγόμενη στο ποσό των 3.890,40 ευρώ (345.810 ευρώ Χ 3/8 = 129.678,75 Χ 3%).

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί συμφωνία περί διεξαγωγής της δίκης εργολαβικώς από τον ενάγοντα αντί συνολικής αμοιβής 102.500 ευρώ την οποία υποχρέωσε να του καταβάλουν οι εναγόμενες κατά το ποσοστό συγκυριότητας κάθε μίας, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 98 επ., 100 παρ. 1,2, 107 Ν.Δ. 3026/54 "Περί Κώδικος Δικηγόρων", ουδέ των άρθρων 91 και 178 του ιδίου Κώδικα, αφού υπολόγισε την αμοιβή με βάση τα οριζόμενα υπό του άρθρου 100 ποσοστά επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, την οποία σαφώς προσδιόρισε και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 178 Κώδικος περί Δικηγόρων περί ελαχίστων ορίων αμοιβών, αιτίαση η οποία άλλωστε στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο της ουσίας υπολόγισε την αμοιβή με βάση την κατά την κρίση του πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής (345.810 €) και όχι με εκείνη που κατά την άποψη του αναιρεσείοντος είναι η ορθή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, καθώς και ο τρίτος λόγος, πρώτο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των άρθρων 98 επ. του Κώδικος περί Δικηγόρων, περί κατωτάτων ορίων αμοιβών, βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής είναι αβάσιμοι.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται παραβίαση του άρθρου 41 παρ. 1 του Ν. 1249/1982, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίαση του νόμου αυτού από το Δικαστήριο της ουσίας. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 1 εδ.

β' του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση με βάση αυτές της εννοίας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.

Αν η παραβίαση αυτή υπάρχει στην εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι ανέλεγκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ.

β' ΚΠολΔικ., χωρίς να προσδιορίζει τα διδάγματα της κοινής πείρας και τον τρόπο κατά τον οποίο παραβιάστηκαν. O λόγος όμως αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας πού παραβιάστηκαν, ή ότι το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων.

Ομοίως, αόριστος είναι ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ , γιατί στο αναιρετήριο δεν καθορίζεται, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί και προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, αλλά γίνεται απλή ενάριθμη επίκληση του λόγου αυτού.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν επιτρέπει ο νόμος ή αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ. 1δ.

Κ.Πολ.Δ. Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. Κ.Πολ. Δ., αλλ` ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα και γι` αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα,δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι και ιδρύεται έτσι ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1δ. Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μοναδική προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση από το δικαστήριο απαιτείται να συντάχθηκε πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως μετά προηγούμενη κλήτευση πριν από είκοσι τέσσερις ώρες του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται.

Έτσι, απαιτείται το δικαστήριο αυτό να αναφέρει στην απόφασή του την ένορκη βεβαίωση, που έλαβε υπόψη και ότι αυτή έχει συνταχθεί μετά την τήρηση της ως άνω προϋποθέσεως ή, γεγονός που είναι το ίδιο, ότι έχει συνταχθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 671 παρ. 1δ Κ.Πολ.Δ. Αν δεν συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση συντάξεως αυτής, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλ` ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την 18944/12.10.2000 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Μ. Τ. που δόθηκε ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Αθανασίας Στακάκη, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε στο Εφετείο,.

ομολογώντας ότι δεν ελήφθη μετά νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων του . Ενόψει των ανωτέρω, ότι η βεβαίωση αυτή είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη, ο αληθώς από τον άριθ. 11 (και όχι από τον αριθμ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά το μέρος του αυτό, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς τις λοιπές αποδιδόμενες αιτιάσεις, που αναφέρονται στην αξία του αντικειμένου της αγωγής βάλλουν κατά της εκτίμησης των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (561 παρ. 1 ΚΠολΔικ). Ομοίως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τον οποίο μέμφεται το Δικαστήριο ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη σε σχέση με την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα του αναιρεσείοντος και της ανώμοτης κατάθεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, της ένορκης βεβαίωσης που αναφέρει και η οποία, όπως βεβαιώνει, ελήφθη μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος (ενάγοντος), καθώς και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, διότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, στηρίχθηκε, προκειμένου να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα, σε ανώμοτη κατάθεση διαδίκου και ένορκη κατάθεση μάρτυρα ενώπιον συμβολαιογράφου, τις οποίες θεώρησε πλέον αξιόπιστες σε σχέση με την κατάθεση της μάρτυρα του αναιρεσείοντος, αδελφής του Μ. - Ν.

Κ., στην παρούσα δίκη, είναι αβάσιμος, αφού πρόκειται για ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας. Ομοίως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται μομφή στην πληττόμενη απόφαση από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη του την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση, είναι απαράδεκτος, γιατί η εκτίμηση της καταθέσεως μάρτυρα, η οποία ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

Ο από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρ. 439 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει σε αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο του ιδιαίτερου δικογράφου ο αναιρεσείων προβάλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) των πρακτικών του ΔΣΑ και συγκεκριμένα της περικοπής τους που αναφέρεται σε συμφωνία του με τις αναιρεσίβλητες εργολαβικής αμοιβής, προφορικώς καταρτισθείσης, β) της αρνητικής αγωγής που συνέταξε στις 15-4-2002 εν σχεδίω, από την οποία γράφτηκε λέξη προς λέξη η κατατεθείσα αγωγή, αποδίδοντας σε αυτές περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που έχουν, αφού δέχθηκε ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση της προφορικής εργολαβικής συμφωνίας και ότι η αρνητική αγωγή συντάχθηκε στις 16-5-2002 από τον Σ.

Β. και αυτός (αναιρεσείων) απλώς την υπέγραψε, την κατέθεσε και την υποστήριξε στο δικαστήριο, ήτοι δέχθηκε γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Όπως, όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση των ως άνω εγγράφων, αλλά, συνεκτιμώντας αυτά ως αποδεικτικά μέσα προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους και κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα.

Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, τέταρτος και πρόσθετος του ιδιαίτερου δικογράφου, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-05-2009 αίτηση του Θ. Κ. για αναίρεση της 652/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ