Supreme Court allows appeal against traffic court verdict due to contradictory findings and failure to assess road conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a traffic court verdict, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court's decision was flawed because it contained contradictory findings regarding the second defendant's actions and failed to properly assess road conditions. The court found these arguments valid, noting the lower court used hypothetical phrasing that created legal uncertainty about the defendant's compliance with traffic laws. Consequently, the Supreme Court annulled the original judgment and ordered the case to be retried by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's decision contains contradictory findings or fails to address material facts, rendering the legal assessment impossible to verify.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 579 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 579/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κωνσταντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαρβάρα Τσάτσου-Θανοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4042/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2806/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/7/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 15/10/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως όπως εκτίθεται στο σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι υπό στοιχεία Α και Β αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. Γ 7792 και 7793/3-12-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα συνεδρίαση της 6-11-2009, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους Α και Β αναιρεσίβλητους Ψ1 και Ψ2. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων τούτων.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι? α) ζημιογόνος συμπεριφορά, (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείo, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), "3. Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες (Ρ-1 μέχρι Ρ-75) τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών? Ρ-1...Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας. (1) Η πινακίδα αυτή, που τοποθετείται πριν από τον κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προταιραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει".
Συνεπώς, σε όποιο κόμβο υπάρχει πινακίδα Ρ-2, με το σήμα STOP, ο οδηγός έχει διττή υποχρέωση, να διακόψει την πορεία του πριν από την είσοδό του στον κόμβο και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει. Εξάλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι' επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.1 εδάφ.
α' και β' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδάφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του αυτού ως άνω άρθρου και αριθμού, αποτελεί λόγο αναιρέσεως και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο εάν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα, οι αιτιολογίες της απόφασης πρέπει να καλύπτουν την παρανομία, την υπαιτιότητα, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια. Ειδικότερα, επί ευθύνης προς αποζημίωση από σύγκρουση οχημάτων, ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. "Στις 19.7.03 και περί ώρα 11.45, ο ενάγων, οδηγώντας το υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... IX δίκυκλο μοτοποδήλατο, εκινείτο επί ανωνύμου κεντρικής οδού, διπλής κυκλοφορίας, στην περιοχή "...", στη θέση "..." της πόλης των ... και στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση από το Παλαιό Λιμεναρχείο προς τον .... Την ίδια χρονική περίοδο, η δεύτερη εναγομένη, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη εκ της κυκλοφορίας του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όμως, μετά την ανάκληση της αδείας σύστασης και λειτουργίας της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας με την απόφαση (Κ3-1230/5.2.2007), το Επικουρικό Κεφάλαιο, που υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, και ο ενάγων νομιμοποιείται να στραφεί κατ' αυτού, εκινείτο στην ίδια περιοχή, επί της ανώνυμης οδού, διπλής κυκλοφορίας, ..., με κατεύθυνση από ...
προς ... και τελικό προορισμό, στο σημείο διασταύρωσης των ανωτέρω οδών, την είσοδο επί της οδού κίνησης του ενάγοντα, αλλά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αυτόν. Τη στιγμή που η δεύτερη εναγομένη, στο ύψος της εν λόγω διασταύρωσης, είχε εκτελέσει τον ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την μέχρι τότε πορεία της, είχε εισέλθει στην οδό κίνησης του ενάγοντα και ευθυγράμμιζε την κίνηση του μοτοποδηλάτου της με τον άξονα της τελευταίας αυτής οδού, ο ενάγων, αιφνιδιασθείς από την παρουσία της, την οποία μόλις είχε αντιληφθεί, επιχείρησε απότομη τροχοπέδηση του δικού του μοτοποδηλάτου, με αποτέλεσμα το τελευταίο να ανατραπεί λίγο μετά την είσοδό του στη διασταύρωση και να τραυματιστεί ο ενάγων.
Το ότι η τροχοπέδηση εκ μέρους του ενάγοντα και η πτώση του στο οδόστρωμα έλαβαν χώρα, αφού η δεύτερη εναγομένη είχε ευθυγραμμιστεί παράλληλα με αυτόν, προκύπτει από την από 19.7.03 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα .... Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι η δεύτερη εναγομένη, παραβιάζοντας πινακίδα με ένδειξη ΣΤΟΠ, που υπήρχε στην πορεία της, εισήλθε στη διασταύρωση, "παίρνοντας ανεπίτρεπτα κλειστά τη στροφή", χωρίς να ελέγξει και με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, πρωτίστως καθώς έρχονται σε αντίθεση με τη ρητή περί τούτου προανακριτική κατάθεση του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος αναφέρει ότι ο ίδιος αντελήφθη την εν λόγω εναγομένη να σταματά έμπροσθεν της πινακίδας ΣΤΟΠ προ της διασταύρωσης και στη συνέχεια να εισέρχεται σ' αυτή "παίρνοντας κανονικά τη στροφή".
Στο ανωτέρω, όμως, συμπέρασμα συνηγορούν και τα ακόλουθα: Α) Αν η δεύτερη εναγομένη πράγματι δεν σταματούσε έμπροσθεν της πινακίδας ΣΤΟΠ, αλλά με ταχύτητα εισήρχετο στη διασταύρωση, τότε θα ήταν υποχρεωμένη να "πάρει τη στροφή ανοιχτά", προκειμένου να μην χάσει την ισορροπία του οχήματός της, καθώς η γωνία των οικοδομικών γραμμών στα αριστερά της δημιουργούσε απότομη στροφή 90 μοιρών στην πορεία της, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων.
Έτσι, όμως ενεργώντας η ως άνω παράβασή της δεν θα συνεδέετο αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς, ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι ο ενάγων την ίδια στιγμή εισήρχετο στη διασταύρωση, αφενός θα την αντιλαμβανόταν έγκαιρα και αφετέρου, αν αυτός εκινείτο μόνο με 20 χλμ./ώρα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, θα είχε τη δυνατότητα, από πλευράς απόστασης, με απλή και όχι απότομη τροχοπέδηση του μοτοποδηλάτου του, ενόψει και της ανωφέρειας στην πορεία του, (βλ.
έκθεση αυτοψίας), να αποφύγει και τη σύγκρουση και την ανατροπή του. β) Αν η δεύτερη εναγομένη πράγματι "έπαιρνε ανεπίτρεπτα κλειστά τη στροφή", δηλαδή κατά την έναρξη εκτέλεσης του προς τα αριστερά ελιγμού της είχε καταλάβει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, όπου μέχρι τότε εκινείτο, κατά παράβαση του άρθρου 23 παρ. 2 εδ.
τελ. ΚΟΚ, τότε οπωσδήποτε η ταχύτητά της θα ήταν μηδαμινή, αφού διαφορετικά θα έχανε την ισορροπία της. Έτσι, όμως, ενεργώντας, αν γίνει δεκτό, ότι ο ενάγων την ίδια στιγμή εισήρχετο στη διασταύρωση, τότε η σύγκρουση των δύο οχημάτων θα ήταν αναπόφευκτη, καθώς ο μεν ενάγων δεν θα είχε περιθώριο επιτυχούς τροχοπέδησης, η δε δεύτερη εναγομένη δεν θα προλάβαινε να ευθυγραμμισθεί στην οδό, όπου είχε εισέλθει.
Αν πάλι γίνει δεκτό, ότι ο ενάγων, κατά τον ανωτέρω χρόνο, δεν είχε προσεγγίσει ακόμα τη διασταύρωση, δεδομένου ότι μέχρι τη συνάντηση των δύο μοτοποδηλάτων η δεύτερη εναγομένη είχε εισέλθει στη διασταύρωση και είχε ευθυγραμμισθεί παράλληλα με τον ενάγοντα, τότε η απόσταση που αυτός διένυσε μέχρι το σημείο ανατροπής του, (βλ.
σχεδιάγραμμα) ήταν αρκετή για να του επιτρέψει ελαφρά τροχοπέδηση, που δεν θα οδηγούσε σε ανατροπή του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, προκύπτει ότι η δεύτερη εναγόμενη, κατά την είσοδό της στην οδό κίνησης του ενάγοντα, αφενός ανέκοψε την κίνησή της έμπροσθεν της πινακίδας με την ένδειξη ΣΤΟΠ, στην μέχρι τότε πορεία της, αφετέρου προωθήθηκε προς τα μπροστά, πλησιάζοντας τον άξονα του δρόμου, που επρόκειτο να εγκαταλείψει, εκτελώντας ταυτόχρονα τον ελιγμό προς τα αριστερά, με πολύ μικρή ταχύτητα και εισερχόμενη στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος κίνησης του ενάγοντα, ενεργώντας επομένως σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της εκ του άρθρου 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, γι' αυτό και δεν έχασε την ισορροπία του μοτοποδηλάτου της, ούτε συνεκρούσθη με τον ενάγοντα.
Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντα, ο οποίος, από αμέλειά του δεν εκινείτο με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, επιδεικνύοντας έτσι την επιβαλλόμενη κατά την οδήγηση επιμέλεια, την οποία έπρεπε και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε άλλος μετρίως συνετός οδηγός, που θα βρισκόταν κάτω από παρόμοιες με αυτόν συνθήκες, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ούτε μείωσε την ταχύτητά του, προκειμένου να αποφύγει τους κινδύνους που υπήρχαν στην οδό.
Ειδικότερα, ενώ εκινείτο επί στενής οδού και πλησίαζε σε διασταύρωση με πολύ περιορισμένη ορατότητα, χωρίς να καταβάλει την απαιτούμενη προσοχή, για να μην προκαλέσει κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, δεν μείωσε την ταχύτητά του, μη λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού και της κυκλοφορίας, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Αντίθετα, ενώ όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι θα γινόταν πρόξενος ατυχήματος, κινούμενος με υπερβολική για ης περιστάσεις ταχύτητα, αφενός δεν αντελήφθη έγκαιρα την είσοδο της δεύτερης εναγομένης στην οδό της κίνησής του από τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του και αφετέρου δεν μπόρεσε να διατηρήσει τον έλεγχο του οχήματός του, όταν αιφνιδιασθείς προσπάθησε να τροχοπεδήσει σπασμωδικά κατά τη συνάντησή του με το ως άνω μοτοποδήλατο της δεύτερης εναγομένης, με αποτέλεσμα να ανατραπεί, ενεργώντας, επομένως κατά παράβαση των επιβαλλομένων από τα άρθρα 12 παρ. 1,13 παρ. 2. 19 παρ. 1, 2, 3 του ΚΟΚ υποχρεώσεών του.
Ενόψει των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με αμελή συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης, κατά τις συνθήκες που προεκτέθηκαν". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, μεταξύ των οποίων είναι και το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αναφορικά με την αμέλεια και την υπαιτιότητα των οδηγών των μοτοποδηλάτων για το επισυμβάν ατύχημα και την προτεραιότητα των μοτοποδηλάτων στον πιο πάνω κόμβο, καθ' όσον σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 3, σε όποιο κόμβο υπάρχει πινακίδα Ρ-2 με την ένδειξη ΣΤΟΠ, ο οδηγός έχει διττή σωρευτικά υποχρέωση:
α) να διακόψει την πορεία του πριν από την είσοδό του στον κόμβο και β) να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει, γιατί, με την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη "σταμάτησε έμπροσθεν της πινακίδας ΣΤΟΠ", που αποτελεί το πρώτο σκέλος της διάταξης αυτής, δεν ολοκληρώθηκε η εφαρμογή της, αφού η προσβαλλομένη αρκέστηκε για την εφαρμογή της και ερεύνησε μόνον αυτό το σκέλος της διάταξης και δεν ερεύνησε την παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται στην οδό που πλησιάζει, που αποτελεί το δεύτερο αναγκαίο για την ορθή και πλήρη εφαρμογή της σκέλος αυτής, η οποία τελεί σε προφανή αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού η εφαρμογή της διάταξης αυτής αξιώνει σωρευτικά και υποχρεωτικά και τα δύο στοιχεία, ήτοι και τη διακοπή της πορείας του οχήματος και την παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται στην οδό που πλησιάζει.
Περαιτέρω, με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της αμέλειας και της αποδοθείσας σε βάρος του αναιρεσείοντος αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στον τραυματισμό του και της έλλειψης υπαιτιότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης οδηγού, καθ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση? α) ενώ δέχεται ως τελικό προορισμό των μοτοποδηλάτων τη διασταύρωση των οδών ..., που κινούνταν, η δεύτερη αναιρεσίβλητη οδηγός, με την ανώνυμη οδό που κινούνταν αυτός και ότι η ανατροπή του μοτοποδηλάτου του και ο τραυματισμός του έγινε λίγο μετά από την είσοδό του στη διασταύρωση, δεν αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα ρύθμισης της κίνησης των οχημάτων στη διασταύρωση, ως αναγκαίο στοιχείο για τον καθορισμό της προτεραιότητας κίνησης των οχημάτων στη διασταύρωση, β) ενώ δέχεται κίνηση των μοτοποδηλάτων σε διασταύρωση, δεν αναφέρει ποιο από τα δύο μοτοποδήλατα είχε προτεραιότητα διέλευσης, αν παραβιάστηκε η προτεραιότητα και σε καταφατική περίπτωση από ποιο μοτοποδήλατο, το δικό του ή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που αποτελεί καίριο και κρίσιμο στοιχείο για τον καταλογισμό της υπαιτιότητας για το ατύχημα, γ) παρότι δέχεται ότι το μοτοποδήλατό του κινούταν "επί στενής οδού", δεν προσδιορίζει το πλάτος αυτής, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του μεγέθους "στενής οδού", που δέχθηκε, ενώ δεν προσδιορίζει ούτε και το πλάτος της οδού που κινούταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη, δ) ενώ δέχεται πως και οι δύο οδοί, που κινούνταν τα μοτοποδήλατα, είναι διπλής κατεύθυνσης, δεν αναφέρει αν υπάρχει ή δεν υπάρχει διαχωριστική των ρευμάτων πορείας γραμμή, για τον έλεγχο της νόμιμης κίνησης των μοτοποδηλάτων, ε) ενώ δέχεται πως πλησίαζε σε διασταύρωση με "πολύ περιορισμένη ορατότητα", δεν καθορίζει ούτε την απόσταση, ούτε το λόγο, αλλά ούτε και το εμπόδιο, ώστε να ελεγχθεί το μέγεθος του "πολύ περιορισμένου" της ορατότητας, που δέχθηκε και το εμπόδιο, ενώ περαιτέρω δεν καθορίζει αν υπήρχε περιορισμός της ορατότητας και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη οδηγό του άλλου μοτοποδήλατου, και σε καταφατική περίπτωση, το λόγο, την απόσταση και το εμπόδιο, ώστε να ελεγχθεί αν είναι δυνατή η οπτική επαφή των οδηγών των μοτοποδηλάτων και από ποια απόσταση, στ) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων δεν αντιλήφθηκε "έγκαιρα" την είσοδο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δεν προσδιορίζει την απόσταση που την αντιλήφθηκε, ώστε να ελεγχθεί το μέγεθος του "έγκαιρα", που δέχθηκε και να αποδοθεί έλλειψη προσοχής, ζ) ενώ δέχθηκε πως κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, δεν προσδιορίζει ούτε τις περιστάσεις, ούτε την ταχύτητα με την οποία κινούνταν, ούτε και την ανώτατη επιτρεπόμενη, ούτε αν η ταχύτητα προσδιορίζεται με σχετική σήμανση ή με άλλο τρόπο, ενώ δεν προσδιορίζει καθόλου ούτε την ταχύτητα κίνησης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, για τον έλεγχο των περιστάσεων και του "υπερβολικού" της ταχύτητας, η) ενώ δέχεται πως τη στιγμή που η δεύτερη αναιρεσίβλητη στην υπόψη διασταύρωση είχε εκτελέσει τον ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την μέχρι τότε πορεία της, είχε εισέλθει στην οδό κίνησής του και "ευθυγράμμιζε την κίνηση του μοτοποδηλάτου της με τον άξονα της τελευταίας αυτής οδού", αιφνιδιάστηκε από την παρουσία της και επιχείρησε απότομη τροχοπέδηση του μοτοποδηλάτου του, δεν προσδιορίζει την απόσταση στην οποία βρισκόταν το μοτοποδήλατό του, τη στιγμή που η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκτελούσε τον προς τα αριστερά ελιγμό του μοτοποδηλάτου της και το λόγο για τον οποίο το μοτοποδήλατό του ανατράπηκε εντός της διασταύρωσης, καθώς και το λόγο του αιφνιδιασμού του, αλλά, και αν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί την αναιρεσίβλητη οδηγό πριν από την παρουσία της, σε καταφατική περίπτωση, από ποια απόσταση, για να ελεγχθεί η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε εισέλθει στην οδό κίνησής του, όταν την αντιλήφθηκε και τροχοπέδησε το μοτοποδήλατό του, θ) ενώ δέχεται πως επιχείρησε απότομη τροχοπέδηση του δικού του μοτοποδηλάτου, με αποτέλεσμα να ανατραπεί "λίγο μετά την είσοδό του στη διασταύρωση", δεν αναφέρει το λόγο για τον οποίο τροχοπέδησε απότομα το μοτοποδήλατό του, ποιος δηλαδή δημιούργησε τον κίνδυνο στο οδόστρωμα, αν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης, και σε καταφατική περίπτωση, πόσα μέτρα και σε πόση απόσταση εντός της διασταύρωσης ανατράπηκε το μοτοποδήλατό του, ενώ δεν αιτιολογεί την ανατροπή του εντός της διασταύρωσης, όταν η τροχοπέδηση του μοτοποδηλάτου του έγινε όταν το μοτοποδήλατο της δεύτερης αναιρεσίβλητης είχε εισέλθει εντός της οδού κίνησής του και μάλιστα αφού είχε ευθυγραμμισθεί παράλληλα με αυτόν, ώστε να ελεγχθεί η παραδοχή της ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε εισέλθει στην οδό κίνησής του, ι) ενώ δέχεται πως δεν έλαβε υπόψη του την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού και δεν μείωσε την ταχύτητά του, δεν αναφέρει ποια ήταν η κατάσταση και ποια τα χαρακτηριστικά της οδού, που δέχθηκε, για τον έλεγχο συνδρομής συνθηκών μείωσης της ταχύτητας του μοτοποδηλάτου του, ια) ενώ δέχεται πως δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την είσοδο της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην οδό κίνησής του από τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, δεν προσδιορίζει το λόγο και την αξία που δίνει στην είσοδο της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην οδό κίνησής του "από τα δεξιά", για τον έλεγχο της σκοπιμότητας και της νομιμότητας της παραδοχής της, ιβ) ενώ στην αρχή δέχεται πως η δεύτερη αναιρεσίβλητη οδηγός σταμάτησε έμπροσθεν της πινακίδας ΣΤΟΠ της διασταύρωσης, στο πόρισμά της, εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι "η δεύτερη εναγόμενη κατά την είσοδό της στην οδό κίνησης του ενάγοντα αφενός ανέκοψε την κίνησή της έμπροσθεν της πινακίδας με την ένδειξη ΣΤΟΠ στην μέχρι τότε πορεία της, αφετέρου προωθήθηκε προς τα μπροστά, πλησιάζοντας τον άξονα του δρόμου, που επρόκειτο να εγκαταλείψει, εκτελώντας ταυτόχρονα τον ελιγμό προς τα αριστερά, με πολύ μικρή ταχύτητα και εισερχόμενη στην πλευρά του οδοστρώματος κίνησης του ενάγοντα, ενεργώντας, επομένως, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της εκ του άρθρου 23 παρ. 2 του ΚΟΚ", που σημαίνει ότι απλώς μείωσε την ταχύτητά της και ταυτόχρονα προωθήθηκε προς τα μπροστά, χωρίς να ακινητοποιήσει το μοτοποδήλατό της έμπροσθεν της πινακίδας ΣΤΟΠ και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο μοτοποδήλατό του, όπως είχε υποχρέωση, κατά νόμο, με αποτέλεσμα να υπάρχει πλήρης ασάφεια ως προς τη συμμόρφωση ή μη της δεύτερης αναιρεσίβλητης οδηγού στην υποχρέωσή της να διακόψει την πορεία της και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο μοτοποδήλατό του και έτσι να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, που οδήγησε την προσβαλλόμενη στο πόρισμά της ότι το ένδικο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με αμελή συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης οδηγού.
Χρησιμοποιεί στο αιτιολογικό της τρεις υποθετικές προτάσεις (αν...), οι οποίες καθιστούν ενδοιαστικό το πόρισμά της. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 και ο δεύτερος από τον αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή ή σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2806/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ