Supreme Court allows appeal due to insufficient factual basis regarding traffic signal status and driver negligence in accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding a traffic accident. The lower court failed to clearly establish whether traffic signals were functioning correctly or if the driver exercised proper control over the vehicle. Consequently, the court found the original judgment lacked a legal basis for determining liability.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Code of Obligations; When a judgment fails to clearly state the facts constituting the substantive legal rule applied, rendering appellate review impossible, the appeal is admissible due to lack of legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 579 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 579/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: 1. Χ1 για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της : α) Χ1α και β) Χ1β, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυκοκάπη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Βυτινίδη και 2. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και την από 27-11-2001 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 409/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3746/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 30-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 1-6-2001 και ώρα 02.40' περίπου, ο εναγόμενος Ψ1 οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...... ΕΙΧ αυτοκίνητο της κυριότητας και κατοχής του, ασφαλισμένο για ζημιές προς τρίτους από την κυκλοφορία του στην εναγομένη εταιρεία, επί της διπλής κατευθύνσεως και με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση λεωφόρου.......
των Αθηνών, έχουσας συνολικό πλάτος οδοστρώματος 15 μέτρων και πλάτος κάθε λωρίδας 3,75 μέτρων, διαχωριζομένων των αντιθέτων κατευθύνσεων με νησίδα ασφαλείας, πλάτους 0,50 μέτρων. Το αυτοκίνητο εκινείτο από την περιοχή ..... προς την οδό ....., στην αριστερή λωρίδα της κατευθύνσεώς του, επρόκειτο δε να διασχίσει κάθετα την οδό ...., διπλής επίσης κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και πλάτους κάθε λωρίδας 6 μέτρων.
Η κίνηση οχημάτων και πεζών στη συμβολή των δύο οδών ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι την πιο πάνω ώρα βρίσκονταν σε λειτουργία. Όταν δε αυτοί δείχνουν πράσινο φως για τα οχήματα που κινούνται επί της ....., δείχνουν ερυθρό φως για εκείνα που κινούνται επί της οδού ...... και αντίστροφα, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας για την κατοικημένη αυτή περιοχή είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο Χ οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ....... δίτροχή μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του επί της οδού ....., έχοντας κατεύθυνση από την περιοχή ...... προς την περιοχή ....., ήτοι από δεξιά προς τα αριστερά κατά την πορεία του αυτοκινήτου. Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στη συμβολή των δύο οδών και ενώ το αυτοκίνητο είχε φθάσει στο τέλος σχεδόν αυτής, συγκρούστηκαν μεταξύ τους και συγκεκριμένα η μοτοσυκλέτα με το εμπρόσθιο μέρος της προσέκρουσε με σφοδρότητα στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, το σώμα του οποίου εκτινάχτηκε απ' αυτή και βρέθηκε κάτω από σταθμευμένο στο απέναντι άκρο της .....
φορτηγό αυτοκίνητο (κατεύθυνση προς .....). Οι ενάγοντες, για τη θεμελίωση υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, ισχυρίστηκαν κυρίως ότι αυτός, παραβιάζοντας την κόκκινη ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του, εισήλθε στη διασταύρωση, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία της μοτοσυκλέτας και να επέλθει έτσι η σύγκρουση.
Όμως, ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο αρνήθηκε ο εναγόμενος, καταθέτοντας εξαρχής στην προανακριτική του απολογία ότι ο ίδιος εκινείτο κανονικά με πράσινο για την πορεία του σηματοδότη, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, δοθέντος και ότι στον τόπο του ατυχήματος κατά τη στιγμή της συγκρούσεως δεν βρέθηκαν μάρτυρες, όπως σημειώνεται και στην από ......
έκθεση αυτοψίας του ανθ/μου ......., ούτε κανείς μεταγενέστερα κατέθεσε οτιδήποτε για το κρίσιμο τούτο ζήτημα, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει πεποίθηση για υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού. Για την απόδειξη του ισχυρισμού τους επικαλούνται κυρίως την προανακριτική κατάθεση από 19-7-2001 του Γ1, εργαζόμενου σε πρατήριο υγρών καυσίμων στην περιοχή ......, σύμφωνα με την οποία αυτός άκουσε από οδηγούς TAXI, πελάτες του πρατηρίου, των οποίων δεν γνωρίζει τα ονόματα, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου παραβίασε την κόκκινη ένδειξη του σηματοδότη.
Μόνη, όμως, η αόριστη αυτή κατάθεση δεν αρκεί για την απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, αλλ' ούτε και η από 3-7-2001 προανακριτική επίσης κατάθεση του ......., αδελφού του θανόντος, ο οποίος κατέθεσε ότι έμαθε από τον ανωτέρω Γ1 ότι κάποιος οδηγός ΤΑΧΙ ονόματι "....." ήταν παρών στον τόπο του ατυχήματος και γνωρίζει ότι ο εναγόμενος παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη, δοθέντος ότι ούτε ο ανωτέρω Γ1 κατέθεσε για τον εν λόγω οδηγό ΤΑΧΙ, ούτε ο τελευταίος εμφανίστηκε για να καταθέσει.
Εξάλλου, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες υπέρβαση του ανωτέρου ορίου ταχύτητας από τον οδηγό του αυτοκινήτου, την οποία ο ίδιος στην αρχική του προανακριτική του απολογία προσδιορίζει μεταξύ 70-80 χιλιομέτρων, δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της μοτοσυκλέτας, στο αίμα του οποίου, σημειωτέον, βρέθηκε ποσότητα οινοπνεύματος 1,22 gr/1 , ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος και κυρίως του ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα αμέσως μετά την είσοδο της μοτοσυκλέτας στη συμβολή, γεγονός που δεν επέτρεπε την αποφυγή της συγκρούσεως με έγκαιρη πέδηση ή ελιγμό του αυτοκινήτου και ακόμη ότι η μοτοσυκλέτα εκείνη που με σφοδρότητα επέπεσε στο αυτοκίνητο".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία παρίσταται ατομικά και ως εκπρόσωπος των ανήλικων τέκνων της, κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη από το θάνατο του συζύγου και πατέρα κατά το ατύχημα.
Κρίνοντας κατά τα ανωτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300, 330, εδ β' και 914 ΑΚ.
Και τούτο διότι ενώ δέχεται ότι η κίνηση οχημάτων και πεζών στη συμβολή των δύο οδών, όπου έλαβε χώραν το ατύχημα, ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατά το χρόνο του ατυχήματος βρίσκονταν σε λειτουργία, στη συνέχεια δεν καθίσταται σαφές από τις παραδοχές, ποιός σηματοδότης έδειχνε σταθερό κόκκινο φως, ή παλλόμενο κίτρινο φως ώστε να κριθεί ποιο από τα δύο οχήματα είχε προτεραιότητα στην κίνηση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να δέχεται ευθέως ότι ο σηματοδότης επί της οδού .....
όπου κινούνταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος έδειχνε πράσινο φως περιορίζεται στην αντίκρουση του ισχυρισμού των εναγόντων-εκκαλούντων ότι ο σηματοδότης αυτός έδειχνε σταθερό κόκκινο φως. Από την ασάφεια αυτή δημιουργείται ανεπάρκεια και για την άλλη παραδοχή της προσβαλλομένης σχετικά με το αν τη ταχύτητα του οχήματος που δέχεται βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, ενόψει του ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε σε συμβολή οδών και είναι διαφορετικά τα κριτήρια για την κατανομή πταίσματος, αν οι σηματοδότες δεν λειτουργούσαν ή έδειχναν παλλόμενο φως.
Ακόμη, το Εφετείο δεν έχει παραδοχές περί του αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να ηδύνατο σε κάθε περίπτωση να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και επίσης δεν εξηγεί γιατί η αυξημένη ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου την οποία δέχεται (70-80 χλμ ωριαίως) δεν συνετέλεσε στην ένδικη σύγκρουση, εν όψει του ότι η τελευταία έλαβε χώραν (όπως δέχεται το Εφετείο) εντός κατοικημένης περιοχής και ισόπεδου οδικού κόμβου.
Κατ' ακολουθίαν ενόψει της ανωτέρω ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και επομένως. ιδρύεται ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή ως βασίμου του αναιρετικού λόγου τη υπό κρίση αίτησης, από τον αρ.19 της ΚΠολΔ 559, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς την έφεση της αναιρεσείουσας, την οποία ασκεί ατομικά και ως εκπρόσωπος των ανήλικων τέκνων της, στο ίδιο δικαστήριο, που μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Μετά από αυτά παρέλκει η εξέταση των άλλων λόγων της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3746/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθόσον αφορά την αναιρεσείουσα, η οποία παρίσταται ατομικά και ως εκπρόσωπος των ανηλίκων τέκνων της και τους αναιρεσίβλητους.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, μόνον κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 19 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ