Legislator Case Law & Legislation
578/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specificity regarding factual premises supporting the alleged legal error.

Case Number 578/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the employee's contract status. The appellant argued that the lower court incorrectly applied labor law provisions by characterizing the relationship as fixed-term rather than open-ended, but failed to cite specific factual findings supporting this conclusion. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not provide the essential factual premises from the lower court's decision necessary to demonstrate the alleged violation of substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 K.P.D.; An appeal for violation of substantive law is inadmissible if the appellant fails to specify the factual premises of the contested decision upon which the alleged legal error is based.

Keywords

AI generated
violation of substantive law inadmissible appeal factual premises labor contract status specificity requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 K.P.D.
Art. 176 K.P.D.
Art. 183 K.P.D.
Art. 191 no. 2 K.P.D.
Art. 8 no. 3 N. 2112/1920
Art. 103 no. 2, 7, 8 of the Constitution
Art. 5 and 11 of P.D. 164/2004
Art. 21 N. 2190/1994

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 6/2019
O.A.P. 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 578 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 578/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., ως καθολικού διαδόχου, λόγω συγχώνευσης του νομικού προσώπου Ο.Γ.Ε.Ε.Κ.Α. "..." και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Αθανασόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Λ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βαλαβάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 257/2006 μη οριστική και 3361/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3614/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-4-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπαραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 6/2019, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικά σφάλματα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας, της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 9/2016, 2/2013, 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση στο ιστορικό της υπό κρίση αιτήσεώς του το αναιρεσείον εκθέτει ότι ο αναιρεσίβλητος, με την από 24-3-2005 αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου, όπως αυτές χαρακτηρίσθηκαν, που κατήρτισε με το ΝΠΙΔ "Ο.Γ.Ε.Ε.Κ.Α-..." του οποίου καθολικός διάδοχος τυγχάνει αυτό, (αναιρεσείον), προσελήφθη και απασχολήθηκε ως φύλακας στο Οικοτροφείο του Γαλακτοκομικού ΤΕΕ Ιωαννίνων κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-11-2000 έως 30-6-2001, 23-9-2002 έως 22-11-2002, 22-11-2002 έως 21-1-2003, 23-1-2003 έως 22-9-2003, 23-9-2003 έως 31-12-2003, 2-1-2004 έως 1-4-2004, 2-4-2004 έως 15-6-2004 και 12-10-2004 έως 31-12-2004, οπότε ο "... ..." έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Ότι με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ανωτέρω εργοδότη (ήδη αναιρεσείοντος) και ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεών του ως ορισμένου χρόνου έγινε προσχηματικά. Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή του και συνεχώς έκτοτε και να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη η άνω αγωγή, ακολούθως δέχθηκε την αναγωγή και αναγνώρισε ότι ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την 1-11-2000.

Περαιτέρω, το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεώς του, αφού παραθέτει ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 648, 669 ΑΚ, 1, 2, 3, 8 παρ. 1 και 3 Ν.2112/1920, 14 παρ.1, 21 Ν.2190/1994, 249 παρ.1 και 3 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και των άρθρων 5, 7 και 11 ΠΔ 164/2004, 103 παρ.2, 3, 7, 8 και 118 παρ. 7 του Συντάγματος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "Το Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα αντίθετα, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσίβλητος συνδέεται μαζί μου με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, οι οποίες σε καμμία περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες, και των άρθρων 103 παρ.2,7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν.2190/1994 και 5 και 11 του π.δ 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε αλλά ήταν εφαρμοστέες...".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα διότι, αν και το Εφετείο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, δεν παρατίθενται, ούτε και αποσπασματικά, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε κατά το αναιρεσείον η προβαλλόμενη παραβίαση των αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3614/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ