Supreme Court allows appeal against state court costs cap ruling while dismissing others for lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by private parties against a lower court's decision limiting state court costs to 300 euros. While the appeal by the anonymous company was permitted due to a finding of legal interest regarding the costs reduction, the appeals by the four natural persons were dismissed because they lacked standing to challenge the specific provision. The court ruled that the state's immunity from exceeding the cost cap applies only to its status as a litigant, not to the nature of the dispute, thereby validating the lower court's interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Article 574 of the Civil Code: Legal interest in an appeal requires actual prejudice to the appellant from the contested judgment, and the state's privilege regarding court costs applies based on its litigant status rather than the subject matter of the dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 578 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 578/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε χήρας Θ. Σ., το γένος Μ. Χ., κατοίκου ..., 3) Ε. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 4) Θ. συζύγου Ν. Ψ., το γένος Θ. Σ., κατοίκου ... και 5) Σ. Σ. του Θ., οδός .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γλυκερία Σιούτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται αφενός από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και αφετέρου από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Κολούτσο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4917/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων, θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής, για τον αναιρεσείοντα, συνέπειας. Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Το έννομο δε συμφέρον του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης. (ΑΠ1241/2008,ΑΠ 1710/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ που ορίζει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το σύμφωνημένο μίσθωμα, σαφώς προκύπτει ότι η εκμίσθωση αλλότριου πράγματος (κινητού ή ακινήτου) είναι καθ' όλα έγκυρη, διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου.
Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης έχει ως αποτέλεσμα ν' ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες. Από αυτά έπεται ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα, μόνο αυτός να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές από τη μισθωτική σχέση και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούται , αν δεν είναι και εκμισθωτής, να ασκήσει οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή την νομή (ΑΠ 1086/2014).Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι , στην ένδικη μισθωτική σύμβαση συμβλήθηκε ως εκμισθωτής του επίμαχου μίσθιου κτηρίου μόνον η πρώτη των αναιρεσειόντων ανώνυμη εταιρία (συγκυρία αυτού κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου)και οι δε λοιποί συγκύριοι ως εκ τρίτου συμβληθέντες, και για το λόγο αυτό η ένδικη διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε ως προς αυτούς για έλλειψη νομιμοποιήσεως.
Εξάλλου, από την επισκόπηση της ένδικης αίτησης ανάιρεσης προκύπτει ότι όλοι οι λόγοι αναίρεσης αναφέρονται αποκλειστικά στην επίδικη μισθωτική σχέση και ουδόλως παραπονούνται αυτοί για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ως προς αυτούς .Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προπαρατιθέμενη νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες, φυσικά πρόσωπα, συγκυρίους πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο).
Κατά συνέπεια η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ή τον αριθμό 1 του άρθρου 560) του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ1002/2017).Περαιτέρω,κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να υπάρξει ο άνω λόγος θα πρέπει να είχε προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση (ΑΠ1829/2011) διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ( Ολ.ΑΠ 2/2001), επί πλέον δε, να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ 2/2001). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιοί ήταν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο ,δεν λήφθηκαν ή λήφθηκαν υπ` όψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, ακόμη δε τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1παρ 1β ν3895/2010(ΦΕΚΑ206/8-12-2010)<Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται τα πιο κάτω νομικά πρόσωπα, υπηρεσίες και φορείς του δημόσιου τομέα, καθώς και οι διατάξεις που προβλέπουν τη σύσταση, τις αρμοδιότητες, τα όργανα και διέπουν τη λειτουργία τους και ρυθμίζονται σχετικά θέματα ως εξής:...β) Το π.δ. 188/2002 (ΦΕΚ 175Α`), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 172/2005 σχετικά με τη σύσταση και τη λειτουργία του ... (....), Ν.Π.Ι.Δ.
με έδρα την …που εποπτεύεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης αυτής>,ενώ στην παρ. 4. α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι< Απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεμότητες που υφίστανται κατά την κατάργηση των πιο πάνω φορέων μεταφέρονται στους φορείς στους οποίους μεταφέρθηκε η σχετική με το αντικείμενο τους αρμοδιότητα, οι οποίοι συνεχίζουν και τις εκκρεμείς δίκες.
Αν οι αρμοδιότητες του καταργούμενου φορέα μεταφέρονται σε υπηρεσιακές μονάδες υπουργείου ή σε υπηρεσίες υπαγόμενες σε υπουργείο, οι απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεμότητες που υφίστανται κατά την κατάργηση του φορέα, μεταφέρονται στο υπουργείο στο οποίο ανήκουν οι υπηρεσιακές μονάδες ή υπάγονται οι υπηρεσίες, το οποίο συνεχίζει και τις εκκρεμείς δίκες>, από δε τη διάταξη του άρθρου 1παρ. 1 του ΒΔ της 26-6/10-7-1944 περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται στις σχετικές δίκες από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών> .
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 559αρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί ο Υπουργός των Οικονομικών δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ανακοπής κατά της 5652/2012 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ,που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς τους με βάση μισθωτική διαφορά και στρεφόταν κατά του Υπουργού Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθόσον με τον ν3895/2010, με τον οποίο καταργήθηκε το ΝΠΙΔ, με την επωνυμία ..., -μισθωτής στην προκειμένη μισθωτική σχέση-, ορίστηκε ότι οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν το ως άνω ΝΠΙΔ συνεχίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, στον οποίο και υπάγεται η άνω καταργηθείσα Υπηρεσία και ο οποίος κατήγγειλε στις 29-7-2011 τη σχετική μίσθωση. Εξάλλου, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 559αρ 8ΚΠοΛΔ, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καίτοι δεν προτάθηκαν από το αναιρεσίβλητο, και δή ότι οι επίδικες απαιτήσεις γεννήθηκαν από τη χρησιμοποίηση του επίδικου μισθίου για δημόσια υπηρεσία, ενώ με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε τα ανωτέρω, καίτοι δεν υπήρχε νόμιμη βάση.
Από την επισκόπηση της από 4-5-2012 ανακοπής κατά της 5652/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο με τον 5ο λόγο ανακοπής αμφισβήτησε την παθητική νομιμοποίηση του Υπουργού Εσωτερικών, κατά του οποίου, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, πλην του Υπουργού των Οικονομικών, είχε στραφεί η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ισχυριζόμενο, περαιτέρω ότι το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος και μόνον νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της ανακοπής αυτής ,ενώ με τον πρώτο λόγο αυτής (ανακοπής ) ισχυρίστηκε ότι η ένδικη μίσθωση, η οποία έληγε συμβατικά την 28-2-2011, μετά την κατάργηση του ...
δυνάμει του άρθρου 6περ 16ν3895/2010 κατέστη αορίστου χρόνου και έληξε μετά από συμφωνία των διαδίκων στις 18-7-2011 ,άλλως στις 31-8-2011 λόγω της από 29-7-2011 εξώδικης δήλωσης και καταγγελίας του Ελληνικού Δημοσίου, ισχυρισμούς που νόμιμα επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, το οποίο για το εν λόγω ζήτημα έκρινε τα εξής :<Η επίδικη μισθωτική διαφορά έχει ως έρεισμα την, δυνάμει του από 28-3-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, μίσθωση ακινήτου, που καταρτίστηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσας- καθής η ανακοπή εταιρείας με την επωνυμία "...>, ως εκμισθώτριας, και του νομίμου εκπροσώπου του Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "..." (....), ως μισθωτή, και αφορούσε την προς το τελευταίο εκμίσθωση του κείμενου επί της οδού ... διόροφου κτηρίου, που ανήκει σε καθένα εκκαλούντα- καθού η ανακοπή, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, από τους οποίους, όμως, μόνον η πρώτη (η εκκαλούσα εταιρεία) συμβλήθηκε ως εκμισθώτρια , ενώ οι λοιποί ως "εκ τρίτου συμβαλλόμενοι ", και συγκεκριμένα, ως συγκύριοι του μισθίου κατά ποσοστό 1/5 έκαστος, για να δηλώσουν ότι συναινούν στη μίσθωσή του με τους περιλαμβανόμενους στο ως άνω συμφωνητικό όρους.
Το μηνιαίο μίσθωμα που ορίστηκε προκαταβλητέο στην εκμισθώτρια εταιρεία εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, συνομολογήθηκε σε 9.684,52 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, πλέον ολοκλήρου του τέλους χαρτοσήμου (3,6%), συμφωνήθηκε δε να αναπροσαρμόζεται ετησίως , αρχής γενομένης από 01-3-2004, κατά ποσοστό ίσο του Δ.Τ.Κ.
του αντίστοιχου μήνα του προηγούμενου έτους, προσαυξημένο κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες . Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε σε έξι έτη και άρχισε με την παράδοση του μισθίου την 01η-3-2003 , ήδη όμως, πριν από τη συμφωνηθείσα λήξη της (στις 28-02-2009), παρατάθηκε μονομερώς από το μισθωτή για δύο ακόμη έτη, δηλαδή μέχρι 28-02-2011, σύμφωνα με τον Β.1 όρο της μισθωτήριας σύμβασης.
Το ως άνω νομικό πρόσωπο (μισθωτής) είχε συσταθεί με το π.δ. 188/2002, αποτελούσε δημόσιο Ν.Π.Ι.Δ. με ειδικό σκοπό, την έρευνα και την εκπόνηση μελετών για το σχεδιασμό και την εφαρμογή της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας, για την εκπλήρωση του οποίου (σκοπού του) χρηματοδοτούνταν από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους και υπάγονταν στην εποπτεία του (τότε) Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, μίσθωσε δε και χρησιμοποίησε το επίμαχο κτήριο για τη στέγαση των υπηρεσιών του.
Κατά την παραταθείσα διάρκεια της μίσθωσης, και ειδικότερα κατά τη δημοσίευση στις 08-12-2010 του Ν. 3895/2010 περί "Κατάργησης - συγχώνευσης υπηρεσιών, οργανισμών και φορέων του δημόσιου τομέα" ... καταργήθηκε ο ως άνω αρχικός μισθωτής ( "....") με το άρθρο 1 παρ. 1 β' του ως άνω νόμου (3895/2010), οι σκοποί του οποίου στο εξής εκπληρώνονταν από τη Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Στην δημόσια αυτή υπηρεσία, μεταφέρθηκαν οι αρμοδιότητες του καταργηθέντα φορέα (του μισθωτή , ....) ενώ οι απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεμότητες που υφίσταντο κατά το χρόνο κατάργησής του μεταφέρθηκαν στο ως άνω Υπουργείο, στο οποίο υπάγονταν η προαναφερθείσα Γενική Γραμματεία (Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής), το οποίο συνεχίζει και τις εκκρεμείς δίκες (άρθρο 1 παρ. 4α') .Τα ταμειακά υπόλοιπα και τα υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών του καταργηθέντα φορέα, με εντολή του ως άνω εποπτεύοντος Υπουργού μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό του Δημοσίου, αποτελούντα πλέον έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού (άρθρο 1 παρ. 4γ), ενώ οι υφιστάμενες μισθώσεις ακινήτων, όπως η επίμαχη, ορίστηκε ότι λύονται εντός 3 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, ήτοι μέχρι 08-3-2011, εκτός εάν με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών, παραταθεί για ένα μήνα η λύση τους, εφόσον συνέτρεχε σοβαρός περί αυτού λόγος (άρθρο 6 παρ. 15).
Έκτοτε, δηλαδή, από την κατά τα ανωτέρω κατάργηση του αρχικού μισθωτή (08-12-2010) το μίσθιο χρησιμοποιούνταν από την προαναφερόμενη δημόσια υπηρεσία (Γενική Γραμματεία Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής) στην οποία , κατά τα ανωτέρω, μεταφέρθηκαν όλες οι αρμοδιότητες για την εκπλήρωση του σκοπού του, η οποία και υπεισήλθε αυτοδίκαια στην υφιστάμενη μισθωτική σχέση.
Εφόσον λοιπόν το μίσθιο από 08-12-2010 χρησιμοποιούνταν για τη στέγαση της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας Α) κατά νομική αναγκαιότητα, η μίσθωση εφεξής διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 3130/2003 και συμπληρωματικά από τις περί μισθώσεων διατάξεις του Α.Κ. και Β) φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της επίμαχης μίσθωσης μέχρι την (συμβατική ή εκ του ως άνω νόμου) λήξη αυτής, κατέστη το Ελληνικό Δημόσιο, που υπεισήλθε σ' αυτήν, αναλαμβάνοντας τις απορρέουσες υποχρεώσεις ως μισθωτής.
Συνεπώς το τελευταίο νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης ανακοπής, κατά της σε βάρος του εκδοθείσας ως άνω διαταγής πληρωμής και στην επ' αυτής δίκη, νόμιμα εκπροσωπήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών, σύμφωνα με τη γενική δικαστική εκπροσώπησή του, όπως ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 1 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, και δεν έπρεπε να εκπροσωπηθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης, που αδόκημα επιχειρείται να θεμελιωθεί στην άνω αναφερόμενη παρ. 4α του άρθρου 1 του Ν. 3895/2010.
Τούτο διότι, με την τελευταία διάταξη, δεν εγκαθιδρύεται ικανότητα δικαίου υπέρ του ως άνω Υπουργείου (Εσωτερικών) , η οποία αποκλειστικά ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε διασπάται ο ισχύων γενικός κανόνας της σύμπτωσης των ιδιοτήτων του υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης (Ελλ. Δημοσίου) και της νομιμοποίησής του, ούτε ρυθμίζεται διαφορετικά η γενική δικαστική εκπροσώπηση του Ελληνικού Δημοσίου από τον Υπουργό Οικονομικών, παρά μόνον καθορίζεται η καθ' ύλην αρμόδια δημόσια υπηρεσία που αναλαμβάνει την διεκπεραίωση των πάσης φύσεως μεταφερθέντων σ' αυτήν εκκρεμοτήτων του καταργηθέντος φορέα (...) υπό την έννοια, της επιμελεία της, συνέχισης των τυχόν εκκρεμών δικών.
Ενόψει λοιπόν του ότι η κρινόμενη μισθωτική διαφορά αφορά σε απαιτήσεις της εκμισθώτριας εταιρείας που γεννήθηκαν μετά την κατά τα ανωτέρω χρησιμοποίηση του μισθίου από την προαναφερόμενη δημόσια υπηρεσία..., το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το Ν 3Ί30Ι2003, και έκρινε ότι, στην επί της ενώπιον του δίκη επί της ανακοπής, διάδικος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και απέρριψε ως μη νόμιμους τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της εκμισθώτριας.>.
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος αφού το Εφετείο κατ' αρχάς ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις σχετικά με την νομιμοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, μετά την κατάργηση του ... με νόμο ,υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως διάδοχο του ως άνω νπιδ και εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν ουσιώδη επιρροή στη δίκη και δεν προτάθηκαν, ενώ τέλος δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 19 ΚΠολΔ ,όπως κατά την αληθή νοηματική του έννοια με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού η προσβαλλομένη έχει επαρκείς και σαφείς παραδοχές σχετικά με τη νομιμοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου ,ως διαδόχου στη μισθωτική σχέση του καταργηθέντος με νόμο αρχικού μισθωτή με την επωνυμία ....Ν.Π.Ι.Δ..
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του , η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ 1ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η επίδικη μίσθωση αφορά σύμβαση ιδιωτικού δικάιου καταρτισθείσα μεταξύ ιδιωτών, αυτής και του ..., το οποίο ήταν ΝΠΙΔ και δεν ασκούσε δημόσια λειτουργία, και δεν είναι δυνατόν με την κατάργηση του άνω ΝΠΙΔ δυνάμει του ν. 3895/2010 και την υπεισέλευση στη θέση του, της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών να εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.3130/2003, και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 21 του άνω νόμου, που προβλέπει ότι οι κρατήσεις και τα τέλη μίσθωσης με μισθωτή το Δημόσιο καταβάλλονται από τον εκμισθωτή ,κάτι που δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του ως άνω νόμου για την κατάργηση του άνω ΝΠΙΔ και που έρχεται σε αντίθεση με τον όρο Γ παρ. 1 του από 28-3-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, και ότι το Εφετείο, που δέχθηκε τα ανωτέρω, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3130/2003 με αποτέλεσμα την έκπτωσή τους από το δικαίωμά τους για καταβολή των κρατήσεων και τελών της μίσθωσης εκ μέρους του μισθωτή.
Το Εφετείο σχετικά με το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση τις προαναφερθείσες στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου παραδοχές, επιπλέον δε και τις εξής :< Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 590 του ΑΚ που όριζε ότι "ο εκμισθωτής φέρει τα βάρη του μισθίου και τους φόρους που το βαρύνουν", και 21 παρ. 2 του Ν. 3130/2003 κατά το οποίο " οι κάθε είδους κρατήσεις και τέλη επί του μισθώματος που καθορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις επιβαρύνουν τον εκμισθωτή" προκύπτει ότι, το τέλος χαρτοσήμου επί των επίμαχων μισθωμάτων των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2011, που επιδικάστηκαν με την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής σε βάρος του μισθωτή - ανακόπτοντος αυτήν - Ελληνικού Δημοσίου, βαρύνει όχι το τελευταίο, αλλά την εκμισθώτρια εταιρεία, μη εφαρμοζομένης, ως αντιβαίνουσας στις ως άνω διατάξεις, τής περί αντιθέτου συμφωνίας που περιλήφθηκε στη μισθωτική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του αρχικού - καταργηθέντος μισθωτή (...).
Το πρωτοβάθμιο λοιπόν Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου ανακοπής , κρίνοντας όμοια με τα παραπάνω, ακύρωσε την Διαταγή Πληρωμής κατά το ποσό των 1.078,80ευρώ, που αφορούσε στο τέλος χαρτοσήμου (3,6 %) επί των ως άνω μισθωμάτων, ορθά το νόμο εφάρμοσε και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα> .
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι μετά την κατάργηση του αρχικού μισθωτή, υπεισήλθε στην θέση του στην ένδικη μισθωτική σχέση το Ελληνικό Δημόσιο και εφαρμόζονται πλέον οι διατάξεις του ν3130/2003 μέχρι τη λήξη αυτής ( της μίσθωσης). Όμως από τις διατάξεις του νόμου για την κατάργηση του ..., και ειδικότερα από την παρ 4α του ν. 3895/2010 που ορίζει ότι < < Απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεμότητες που υφίστανται κατά την κατάργηση των πιο πάνω φορέων μεταφέρονται στους φορείς στους οποίους μεταφέρθηκε η σχετική με το αντικείμενο τους αρμοδιότητα, οι οποίοι συνεχίζουν και τις εκκρεμείς δίκες ...> δεν προκύπτει ότι με την υπεισέλευση του Ελληνικού Δημοσίου στην ένδικη μισθωτική σχέση, άλλαξε το περιεχόμενο αυτής και οι όροι και ότι πλέον η σύμβαση αυτή ρυθμίζεται από το ν 3130/2003, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά η άνω σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει ως ίσχυε και μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρίας και του ...
και ως εκ τούτου το τέλος χαρτοσήμου ποσοστού 3,6% βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του αρχικού μισθωτή και ότι δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3130/2003. Αλλωστε τυχόν μετατροπή των αρχικών όρων της σύμβασης σε βάρος της αναιρεσείουσας θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 1ο του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το οποίο προστατεύεται η ατομική περιουσία.
Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση εφαρμόζοντας, στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις του ν 3130/2003, ως προς τη συγκεκριμένη μίσθωση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το ν 3130/2003, παραβιάζοντας έτσι την διάταξη του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ και πρέπει να αναιρεθεί για το λόγο αυτό. Μετά ταύτα , λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αναίρεσης που έγινε δεκτός ως βάσιμος παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων ως προς το ζήτημα αυτό...
Με τη διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26.6/10.7.1944), ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι για την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση αυτής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως. Εφόσον όμως ο νόμος (το ανωτέρω άρθρο 21 του κ.δ/τος της 26.6./10.7.1944) δεν διακρίνει, δεν συνδέει, δηλαδή, την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνο προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα αυτό της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου (ΑΕΔ7/2011).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος τους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 559αρ 1 ΚΠολΔ η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι στην επίδικη μίσθωση ακινήτου εφαρμόζεται το άρθρο 21 του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (διάταγμα της 26-6/10-7/1944),καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο είναι καθολικός διάδοχος του καταργούμενου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ..., και στην σχετική μισθωτική σύμβαση δεν πρόβλέπεται η εφαρμογή των ευνοϊκών για το Δημόσιο διατάξεων σχετικά με τη καταβολή τόκων υπερημερίας αλλά αντιθέτως στην ένδικη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου (αρθ 343 και 345ΑΚ) και οφείλονται τόκοι από την παρέλευση της δήλης ημέρας.
Περαιτέρω δε ισχυρίζεται ότι υφίσταται καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 4παρ 1 και 5,17,20 και 25 του Συντάγματος. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, πέραν των αναφερομένων στον πρώτο λόγο αναίρεσης παραδοχών, προκύπτουν και οι εξής σχετικά με το ενδιαφέρον ζήτημα :<Το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως...
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσής του προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου της αγωγής.
Η διάταξη του άρθρου 21 του δ/τος της 26- 6/10-7-1944 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 1 και 28 § 1α του Συντάγματος και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας και του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν, κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 § 1γ' ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ, υποχρέωση καταβολής τόκων από το Δημόσιο μόνον από την επίδοση αγωγής, δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε τα αρμόδια όργανα αυτού να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον του απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους...Κατόπιν αυτών, η εκκαλούμενη απόφαση που κατά, παραδοχή του σχετικού λόγου ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, ακύρωσε την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής, καθό μέρος επιδίκασε σε βάρος του ανακόπτοντος τόκους υπερημερίας επί των επιδικασθέντων με αυτήν δύο μισθωμάτων από τότε που καθένα ήταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ορθά τις ως άνω διατάξεις εφάρμοσε και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα εκμισθώτρια, ελέγχονται απορριπτέα ως αβάσιμα >.
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο σχετικά με την έναρξη καταβολής τόκων υπερημερίας και το ποσοστό αυτών , εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τις ως άνω διατάξεις, που δεν ήσαν εφαρμοστέες, αφού ως προελέχθη και καθ' εφαρμογή του άρθρου 4α ν. 3895/2010 στην ένδικη μισθωτική σύμβαση το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε στην θέση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ... και σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των συμβαλλομένων μισθωτικής σύμβασης. Επομένως, δεν θα εφαρμοστούν εν προκειμένω οι διατάξεις του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κδ26-6/10-7-1944) αλλά οι διατάξεις των άρθρων 343,345ΑΚ. Γενομένου δεκτού ως βασίμου του άνω λόγου αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση σχετικά με το θέμα τούτο ,παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου σκέλους του λόγου αυτού, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης .
Κατά το άρθρο 6παρ15 του νόμου3895/2010< Υφιστάμενες μισθώσεις ακινήτων καταργούμενων ή συγχωνευόμενων νομικών προσώπων ή εταιρειών που λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, λύονται μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού που εποπτεύει τα παραπάνω νομικά πρόσωπα και εταιρείες μπορεί να παρατείνεται η μίσθωση έως ένα ακόμη μήνα και για μία μόνο φορά, με την προϋπόθεση ότι συντρέχει σοβαρός λόγος που μνημονεύεται στην απόφαση αυτή.
Με όμοια απόφαση ρυθμίζεται και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τη λύση των μισθώσεων>.Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η μίσθωση που αφορά το καταργούμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία ... (...) λύνεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση του άνω νόμου (8-12-2010) δυνάμενη να παραταθεί για ένα (1) ακόμη μήνα με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος αυτό Υπουργού και στην προκειμένη περίπτωση Υπουργού Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, κάθε άλλη δε λεπτομέρεια σχετικά με τη λύση της εν λόγω μίσθωσης ρυθμίζεται ομοίως με κοινή απόφαση των άνω Υπουργών>.
Εξάλλου,το άρθρο 611 ΑΚ ορίζει ότι <Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο ,αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε ο μισθωτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το μίσθιο και οεκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται>.
Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η επίδικη σχέση μίσθωσης λύθηκε την 28-2-2011 όταν και παρήλθε η διετής παράτασή της , άλλως την 8-3-2011, όταν παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία που όριζε το άρθρο6 παρ 15 του ν3895/2010, και δεν υπήρξε σιωπηρή παράτασή της κατ' άρθρο 611 ΑΚ και ότι συνεπώς με βάση συμβατικό όρο της μισθώσεως δικαιούται την συμφωνηθείσα με την ένδικη σύμβαση μίσθωσης ποινική ρήτρα για το χρονικό διάστημα μέχρι την παραλαβή του ακινήτου στις 10-11-2011 όταν και πραγματικά παραδόθηκε σ'αυτούς το ακίνητο, έτσι ώστε η προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε ότι αυτοί δεν δικαιούνται την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας λόγω σιωπηρής παράτασης της ένδικης μίσθωσης λόγω μη εναντίωσής τους μέχρι την 10-11-2011, παραβίασε, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις των άρθρων 611ΑΚ και 6παρ 5ν3895/2010, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1ΚΠοΛΔ ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους.
Σχετικά με το άνω ζήτημα το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση τις εξής παραδοχές:<Από τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 3130/28-3-2003 προκύπτει ότι, σε μισθώσεις για στέγαση ή κάλυψη λειτουργικών αναγκών δημόσιας υπηρεσίας , αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια της σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστό χρόνο (παρ. 1).
Η παράταση αυτής της σύμβασης επιτρέπεται, μονομερώς από πλευράς του Δημοσίου για ορισμένο και πάλι χρόνο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, με την τήρηση των προϋποθέσεων της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ήτοι, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από σχετική γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιτροπής Στέγασης , η οποία (απόφαση) κοινοποιείται από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία στον εκμισθωτή ένα τουλάχιστον μήνα πριν από την ημερομηνία λήξης της μίσθωσης , αφού όμως έχει προηγηθεί η διενέργεια δύο τουλάχιστον δημοπρασιών για μίσθωση άλλου ακινήτου, που απέβησαν άγονες ή ασύμφορες (παρ. 3).
Εκτός όμως από την παραπάνω παράταση, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει και σιωπηρή παράταση της μίσθωσης , στην περίπτωση που, μετά τη λήξη της αρχικής διάρκειάς της ή της παράτασής της με την ως άνω ρητή μονομερή δήλωση του Δημοσίου, το τελευταίο εξακολουθεί να βρίσκεται στη χρήση του μισθίου χωρίς να εναντιώνεται ο μισθωτής .
Στην περίπτωση αυτή, δεν επέρχεται σιωπηρή αναμίσθωση, αλλά εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 611 του ΑΚ, κατά νομικό πλάσμα, θεωρείται σιωπηρή παράταση για ορισμένο χρόνο, και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα που το Δημόσιο χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή, οπότε οφείλει το ίδιο μίσθωμα....
Από τη στιγμή όμως, που, είτε το Δημόσιο αποχωρήσει από το μίσθιο, είτε ο εκμισθωτής εναντιωθεί στη συνέχιση της μίσθωσης, αυτή λήγει και ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου. Ως εναντίωση, κατά την έννοια του ως άνω νόμου, νοείται η δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης, είτε, γενικώς, είτε με τους ίδιους όρους, η οποία, ως μονομερής απευθυντέα δήλωση, για την οποία δεν προβλέπεται συστατικός τύπος, μπορεί να είναι όχι μόνο, ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης , γίνεται δε σε οποιοδήποτε αρμόδιο, για τη λήψη της, όργανο του δημοσίου , ανεξάρτητα από το αν το όργανο αυτό το εκπροσωπεί κατά νόμο, και δεν είναι απαραίτητο να γίνει αποκλειστικώς προς τον Υπουργό Οικονομικών ή το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθ. 5 και 6 του Διατάγματος της 16-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", προκειμένου για δικόγραφα εισαγωγικά της δίκης.
Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί, εκτός από την αγωγή απόδοσης του μισθίου και η δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από εκείνο που καταβάλλεται κατά τη σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Μόλις ο εκμισθωτής εναντιωθεί , η μίσθωση λήγει αμέσως , κατ' άρθρο 608 παρ. 1 του ΑΚ , και όχι στο τέλος του μισθωτικού μήνα, αφού, μη υπάρχουσας ανανέωσης της μίσθωσης για αόριστο χρόνο , αλλά συνέχισή της για ορισμένο χρόνο και συγκεκριμένα, για όσο χρόνο χρησιμοποιείται το μίσθιο από το Δημόσιο χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 608 παρ. 2 και 609 του ΑΚ .
Συνακόλουθα, ούτε καταγγελία της μίσθωσης απαιτείται , αφού αυτή δεν έχει μετατραπεί σε αορίστου χρόνου... Αν παρά την εναντίωση του εκμισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να παρακρατεί το μίσθιο, ευθύνεται κατά το άρθρο 601 ΑΚ για πλήρη αποζημίωση...Με το σχετικό λόγο της έφεσής της (2° σκέλος Δ και Ε) η εκμισθώτρια εταιρεία υποστηρίζει ότι κατ' εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή (δηλαδή των μη εφαρμοζόμενων στην κρινόμενη περίπτωση, όπως αβάσιμα,κατά τα ανωτέρω, υποστηρίζει, διατάξεων του Ν. 3130/2010) και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλουμένη κατά παραδοχή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμου του λόγου της ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, ακύρωσε την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής κατά το κεφάλαιό της με το οποίο υποχρεώθηκε να της καταβάλει 382.091,49 ευρώ ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα για την μη παράδοση της χρήσης του μισθίου μετά τη λήξη της επίμαχης μίσθωσής του και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 01-3- 2011 έως 10-11-2011.
Αναφορικά με το λόγο αυτό της έφεσής της, από τα ίδια ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, πέραν των όσων αποδείχθηκαν... επιπρόσθετα αποδεικνύονται και τα ακόλουθα:
Με τον Β3 όρο της σύμβασης ορίστηκε ότι, σε περίπτωση που ο μισθωτής παρέμενε στη χρήση του μισθίου πέραν της συμφωνημένης 6ετούς διάρκειας της μίσθωσης ή της τυχόν 2ετούς παράτασής της , με ανοχή της εκμισθώτριας - μη θεωρουμένης της ανοχής της, ως σιωπηρής παράτασης ή ανανέωσης της μίσθωσης- ή δυνάμει νόμου, θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην εκμισθώτρια-,-ως μίσθωμα , λόγω συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, ποσό ίσο με το 1/10 του κατά το χρόνο εκείνο ισχύοντος μηνιαίου μισθώματος, καθημερινά και για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης του μισθίου από οποιοδήποτε λόγο και αν προήλθε η καθυστέρηση αυτή.
Περαιτέρω, με τον 1.1 συμβατικό όρο ορίστηκε ότι αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση ή η παράταση του χρόνου της μίσθωσης, τυχόν δε παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι υποδηλώνει συμφωνία της εκμισθώτριας, ενώ οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων της σύμβασης θα αποδεικνύονταν με έγγραφο.
Στις 28-02-2011 που έληξε κατά τα ανωτέρω, η παραταθείσα διάρκεια της μίσθωσης αλλά και στις 08-03-2011 που επήλθε η εκ του νόμου λύση της, λόγω παρέλευσης της 3μηνης προθεσμίας κατ'άρθρο 6 παρ. 15 του Ν. 3895/2010, η υπεισελθούσα σ' αυτήν ως άνω δημόσια υπηρεσία (Γ.Γ.Μ.Π.) του Υπουργείου Εσωτερικών δεν παρέδωσε τη χρήση του μισθίου αλλά συνέχισε να το χρησιμοποιεί για τη στέγαση των υπηρεσιών της που συνδέονταν με τις μεταφερθείσες σ'αυτήν αρμοδιότητες προς εκπλήρωση των σκοπών του αρχικού μισθωτή, παράλληλα δε, και για την υλοποίηση των όσων ορίζονταν από τις διατάξεις του ως άνω νόμου ήτοι, την καταγραφή, αξιολόγηση και παραλαβή των κινητών περιουσιακών στοιχείων του καταργηθέντα αρχικού μισθωτή.
Πλέον συγκεκριμένα,... στους χώρους του μισθίου , κατά το διάστημα από 28-02-2011 έως και 10-3-2011 διενεργήθηκε απογραφή των κινητών περιουσιακών στοιχείων του καταργηθέντα αρχικού μισθωτή, ενώ η μεταφορά του απογραφέντος αναλώσιμου και μη υλικού από το μίσθιο και η παράδοσή του στους καθ' ύλην αρμόδιους και υπόλογους διαχειριστές που αναφέρονται στο ως άνω Πρακτικό , έλαβε χώρα κατά το διάστημα από 12-4-2011 έως και 29-4-2011.
Στην ως άνω εξακολούθηση της χρησιμοποίησης του μισθίου από τα ως άνω (δημόσια) όργανα και υπηρεσίες του ανακόπτοντος Δημοσίου , μετά την ως άνω συμβατική αλλά και την εκ του νόμου λύση της μίσθωσης και μέχρις ότου επιτευχθεί η πλήρης εκκένωσή του και η απόδοση ελεύθερης της χρήσης του, όχι μόνον δεν εναντιώθηκε η εκμισθώτρια, αλλά υπήρξε ρητή συναίνεση του εκπροσώπου της, που έλαβε χώρα τόσο πριν από την κατά τα ανωτέρω λήξη της μίσθωσης, όσο και μετά την 08-3-2011.
Ειδικότερα, η εκμισθώτρια μέσω του εκπροσώπου της συναίνεσε, στην παράταση της μίσθωσης για ορισμένο χρόνο, ήτοι μέχρι την αποχώρηση από το μίσθιο της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας, αντί μηνιαίου μισθώματος, ίσου με το μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2011 καταβαλλόμενου, το οποίο ανέρχονταν σε 14.983,98 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του τέλους χαρτοσήμου).
Τα παραπάνω σαφώς προκύπτουν και από το από 01- 4-2011 έγγραφο της εκμισθώτριας που απηύθυνε στο Υπουργό Εσωτερικών, με το οποίο δεν ζητούσε την απόδοση του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης, ούτε αξίωνε καταβολή ποινικής ρήτρας λόγω μη παράδοσης του μισθίου μετά τη συμβατική (28-02-2011) ή εκ του νόμου (08-3-2011) λύση της μίσθωσης, αλλά παραπονούνταν για την μη εμπρόθεσμη καταβολή των μέχρι τότε ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων και συνάμα αιτούνταν την εξόφλησή τους, ήτοι, των ρητά αναγραφόμενων τεσσάρων μισθωμάτων που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και τον Απρίλιο του 2011 συνολικού ποσού 59.935,92 ευρώ (14.983,98 X 4 μήνες), δηλαδή, και για τους μετά τον Φεβρουάριο του 2011 ως άνω μήνες (Μαρτίου και Απριλίου 2011), η εκμισθώτρια ζητούσε την καταβολή μισθώματος ( και όχι ποινικής ρήτρας) ισόποσου του μέχρι τότε καταβαλλόμενου, οφειλή για την οποία το ανακόπτον δρομολόγησε τις αναγκαίες διαδικασίες προς εξασφάλιση της σχετικής πίστωσης.
Από τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, καθίσταται σαφές ότι, ναι μεν μεταξύ των εκπροσώπων των διαδίκων μερών, δεν συνήφθη συμφωνία - σύμβαση - έγκυρη για παράταση της επίμαχης μίσθωσης μέχρι την απόδοσή του μισθίου, ελλείψει (και) του αναγκαίου - συστατικού αυτής- έγγραφου τύπου, πλην όμως το ανακόπτον εξακολούθησε να βρίσκεται στη χρήση του μισθίου, έχοντας τη ρητή περί αυτού συναίνεση του εκπροσώπου της εκμισθώτριας και όχι απλά την "ανοχή" ή , την "μη εναντίωσή" του.
Κατά συνέπεια, μη υφιστάμενου του επικαλούμενου από την εκμισθώτρια σχετικού ως άνω αναφερόμενού απαγορευτικού όρου (1.1) της μισθωτικής σύμβασης , αφού αυτός προέβλεπε " ανοχή " της εκμισθώτριας και όχι ρητή συναίνεση της στην εξακολούθηση της μίσθωσης, θεωρείται ότι επήλθε σιωπηρή, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του Ν. 3130/2003, παράτασή της, για όσο χρόνο το Δημόσιο θα εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το μίσθιο ή η εκμισθώτρια δεν θα εναντιωνόταν.
Σημειώνεται ότι, η ως άνω σιωπηρή παράταση της επίμαχης μίσθωσης, δεν έρχεται σε αντίθεση , όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκμισθώτρια, ούτε με το άρθρο 6 περ. 15 εδ. β του Ν. 3895/2010 που , όπως προαναφέρθηκε, ορίζει ότι, η παράταση των υφιστάμενων μισθώσεων ακινήτων που στεγάζονται οι καταργηθέντες φορείς (μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνετα και ο αρχικός μισθωτής - ...) επιτρέπεται κατόπιν κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικού, έως ένα μήνα και μόνο μία φορά , καθόσον η ως άνω διάταξη περιορίζει τη ρητή μονομερή ( μέχρι τρία έτη) παράταση που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 22 του Ν. 3130/2010 και δεν αναφέρεται στην σιωπηρή παράταση της παρ 2 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου.
Και ενώ, και μετά τον Απρίλιο του 2011 το Δημόσιο συνέχισε να βρίσκεται στη χρήση του μισθίου, αφού μόλις το Μάιο συγκροτήθηκε... η Επιτροπή παράδοσης του, υπήρχαν διαβουλεύσεις ως προς το χρόνο παράδοσής του. Τελικώς, το Δημόσιο κάλεσε την εκμισθώτρια να της αποδώσει το μίσθιο και οι εκπρόσωποι των διαδίκων συμφώνησαν η παράδοσή του να λάβει χώρα στις (18-7-2011).Την ως άνω όμως ημερομηνία ο εκπρόσωπος της εκμισθώτριας αρνήθηκε να προσέλθει στο μίσθιο , που είχε πλήρως εκκενωθεί, για να το παραλάβει και για πρώτη φορά προέβαλε αντιρρήσεις ως προς το ύψος του καταβλητέου μισθώματος που αφορούσε στο χρονικό διάστημα από 01-3-2011 έως τον Ιούλιο του 2011, αξιώνοντας υψηλότερο μίσθωμα...
Κατόπιν της ως άνω συμπεριφοράς του_εκπροσώπου της εκμισθώτριας, αφενός λύθηκε άμεσα δηλαδή, στις18-7-2011, η "σιωπηρά" παραταθείσα μίσθωση, αφού αυτός για πρώτη φορά τότε αξίωσε υψηλότερο μίσθωμα αυτού, που και ο ίδιος, με το προαναφερόμενο από 08-4-2011 έγγραφό του είχε αξιώσει ως καταβλητέο, αφετέρου η εκμισθώτρια εταιρεία κατέστη υπερήμερη (δανείστρια) περί την παραλαβή του μισθίου, λόγω της άρνησής της να το παραλάβει.
Και ενώ το Ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη από 18-7-2011"εγκαταλείψει" το μίσθιο, υπό την έννοια ότι δεν χρησιμοποιούσε το πλήρως εκκενωμένο κτήριο, του οποίου την ελεύθερη χρήση είχε προσφέρει στην εκμισθώτρια, κατόπιν της ως άνω ρητής άρνησης της τελευταίας να συμπράξει στην παράδοση - παραλαβή του, με την από 29-7-2011 εξώδικη δήλωσή του που επιδόθηκε στην εκμισθώτρια την 01-8-2011... "κατήγγειλε" την επίμαχη μίσθωση και κάλεσε εκ νέου την ήδη υπερήμερη εκμισθώτρια για να το παραλάβει.
Ανεξάρτητα του ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις του παρατίθενται πιο πάνω ..., η επίμαχη μίσθωση είχε ήδη λήξει, κατά τα αναφερόμενα, στις 18-7-2011 (με τη μη χρησιμοποίηση του προσηκόντως προσφερόμενου μίσθιου, αλλά και την ταυτόχρονη εναντίωση της εκμισθώτριας), με την ως άνω εξώδικη το Ελληνικό Δημόσιο κάλεσε εκ νέου την εκμισθώτρια να συμπράξει στην παράδοσή του.
Η τελευταία "σιώπησε" επί δύο μήνες , ήτοι μέχρι τις 30-9-2011 που επιδόθηκε στον Υπουργό Εσωτερικών η από 29-9-2011 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, για πρώτη φορά προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη μίσθωση είχε λήξει από 28-02-2011 και αξίωνε την καταβολή της συμφωνημένης στην μισθωτική σύμβαση ποινικής ρήτρας που για το από 01 - 3-2011 έως 01-8-2011 διάστημα των 154 ημερών ανερχόταν σε 230.753,292 ευρώ , πέραν των αιτούμενων ποσών που αφορούσαν τα μισθώματα' Ιανουάριου και Φεβρουάριου 2011 και των δαπανών από τη χρήση του μισθίου ( λογαριασμούς ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ).
Με βάση (και) την εν λόγω εξώδικη δήλωση της εκμισθώτριας , με την οποία συνάμα αξίωσε και την εντός πενθημέρου παράδοση του μισθίου, εκδόθηκε στη συνέχεια η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής, με την οποία, πέραν των οφειλόμενων μισθωμάτων (1ου και 2ου του 2011) και των οφειλών του μισθωτή Δημοσίου προς τους ως άνω Οργανισμούς (κονδύλια τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την ανακοπή), υποχρεώθηκε αυτό να καταβάλει, ως ποινική ρήτρα , το συνολικό ποσό των 382.091,49 ευρώ.
Τελικά, κατόπιν της από 08-11-2011 (νέας) πρόσκλησης του ανακόπτοντος Δημοσίου, το μίσθιο ακίνητο παραδόθηκε στις 11-11-2011 συνταχθέντος του με ίδια ημερομηνία πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής του, που υπογράφηκε το μεν από τον εκπρόσωπο της εκμισθώτριας ( Σ. Σ.) και την δεύτερη εκκαλούσα , Ε. Σ., ως εξουσιοδοτηθείσα αντιπρόσωπο των λοιπών συνιδιοκτητών, το δε, από τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής του Υπουργείου Εσωτερικών .
Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές καθίσταται σαφές ότι α) μέχρι και τις 18-7-2011 δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της μισθωτικής σύμβασης για τη σε βάρος του μισθωτή Ελληνικού Δημοσίου κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, αφού, μέχρι και την ως άνω ημερομηνία ήταν ενεργός (ως σιωπηρά παραταθείσα) η μίσθωση και συνακόλουθα υπήρχε υποχρέωση παράδοσης του μισθίου, β) για το χρονικό διάστημα μετά την ως άνω λήξη της μίσθωσης (στις 18-7-2011) και μέχρι την κατά τα ανωτέρω παράδοσή του, επίσης δεν οφείλεται η επιδικασθείσα ποινική ρήτρα, αφού η εκμισθώτρια εταιρεία με την ρητή και στη συνέχεια (από 01-8-2011) σιωπηρή άρνησή της να συμπράξει στην παραλαβή της χρήσης του πραγματικά και προσηκόντως προσφερθέντος από το Ελληνικό Δημόσιο μισθίου, κατέστη υπερήμερη (άρθρα 349, 351 παρ. 1 ΑΚ).
Η ως άνω υπερημερία της δεν ήρθη με την άπρακτη παρέλευση της εκ μέρους της χορηγηθείσας (με το από 30-9-2011 εξωδικό της) προς το Ελληνικό Δημόσιο πενταήμερης προθεσμίας για την παράδοση του μισθίου, αφού η προθεσμία αυτή, δεν κρίνεται εύλογη , λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικότερες περιστάσεις λειτουργίας των διοικητικών και νομικών υπηρεσιών του ανακόπτοντος Δημοσίου, και ειδικότερα τον χρόνο που απαιτείται τόσο για τη λήψη απόφασης των αρμόδιων οργάνων του για τη συγκεκριμένη ενέργεια, όσο και για τη συγκρότηση των υπαλλήλων που θα την εκτελέσουν.
Επομένως, εντός ευλόγου χρόνου το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην, εκ νέου από 08-11-2011 πρόσκληση της εκμισθώτριας για παραλαβή του μισθίου , η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 11-11-2011. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, ακύρωσε την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής κατά το ως άνω επιδικασθέν με αυτήν ποσό της ποινικής ρήτρας, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε , έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας, και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον ως άνω λόγο της έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα>.
Από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του των διατάξεων του ν. 3130/2003, που δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αφού όπως προκύπτει από το ν 3895/2010 η επίδικη μίσθωση έληξε στις 8-3-2011 όταν παρήλθε το τρίμηνο που όριζε ο νόμος αυτός για την ισχύ της και δεν παρατάθηκε κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 §15 ν. 3895/2010 .Επομένως, το αν η σύμβαση αυτή παρατάθηκε κατ' άλλον τρόπο και το αν οφείλεται ποινική ρήτρα ή όχι θα κριθεί με βάση τις διατάξεις του ΑΚ και τους όρους της συμβάσεως.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος λόγω δε της αναιρετικής του εμβέλειας παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης σχετικά με το κεφάλαιο αυτό.
Με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚπολΔ, ορίζεται ότι "Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς το νικώντα διάδικο δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεως του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένης πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς (παρ.1). Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α) όταν αμφότεροι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί (παρ.2). Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας, εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (παρ.3)". Με το άρθρο 5 παρ.12 του Ν1738/1987 ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αναπροσαρμόζονται τα χρηματικά ποσά, για τα οποία διαλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του Ν. 427/1945 "περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε από το Β.Δ. της 7/20 Ιουν. 1957 (άρθρο 22 Ν3693/1957.
Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθμό 134423/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), με την οποία η αποδοτέα στον διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναπροσαρμόσθηκε με την παρ.2 του άρθρου μόνου αυτής στο ποσό των 100.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην περίπτωση άσκησης αγωγής με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται υποχρεωτικά, εάν η αγωγή αυτή γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά ένα μόνο μέρος και απορριφθεί κατά τα λοιπά, οπότε έκαστος των διαδίκων νικά και ηττάται εν μέρει, σύμφωνα με την παρ, 2 εδ, β του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 Επιδίκαση δικαστικής δαπάνης μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών (ήδη 293 ευρώ κατά τα άρθρα 3 παρ.1, 4 και 5 παρ. 4 του Ν.2943/2001) σύμφωνα με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση ολικής νίκης του διαδίκου ή του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος του ηττηθέντος αντιδίκου του.
Με τον τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αριθ 1 και 19 ΚΠοΛΔ ως προς τη μείωση της δικαστικής δαπάνης που τους επιδικάστηκε με τη διαταγής πληρωμής σε βάρος του δημοσίου.
Σχετικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα η προσβαλλομένη διέλαβε τις εξής παραδοχές <Ο λόγος της έφεσης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που ακύρωσε την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής κατά το υπερβάλλον των 300 ευρώ ποσό των δικαστικών εξόδων σε βάρος του καθού (η Δ/γή Πληρωμής) Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή ακύρωσε την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της κατά το ποσό των 6.761 ευρώ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των 300 ευρώ... Σημειώνεται ότι για την εφαρμογή των ως άνω προνομιακών για το Δημόσιο διατάξεων, αρκεί η ιδιότητά του ως διαδίκου στη σχετική δίκη και δεν ενδιαφέρει, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα, το αντικείμενο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου) της διαφοράς, πλην ρητά θεσμοθετημένων εξαιρέσεων (πχ. δικαστική δαπάνη σε δίκες απαλλοτριώσεων) που δεν συντρέχουν στην κρινόμενη διαφορά>. Με τις άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις περί δικαστικής δαπάνης και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση συγκροτούμενο από άλλον δικαστή από εκείνη που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση εφόσον αυτό είναι δυνατόν (άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ), να αποδοθεί το παράβολο στην αναιρεσείουσα (αρθ. 495 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα για μεν τα φυσικά πρόσωπα λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (αρθ 179,183 ΚπολΔ), για δε την πρώτη αναιρεσείουσα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ 2β ν3693/1957, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2017 αίτηση των: 1) Ε. χας Θ. Σ., 2) Ε. Θ. Σ., 3) Θ. συζ. Ν. Ψ. και 4) Σ. Θ. Σ. για αναίρεση της 4917/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί ως προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 4917/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή απ'αυτήν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην πρώτη αναιρεσείουσα.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ