Legislator Case Law & Legislation
578/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding evidence admissibility and res judicata.

Case Number 578/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's claim for damages. The appellants argued the lower court ignored specific documents and treated a prior criminal conviction as binding precedent. The court found the appeal inadmissible because the second instance judgment explicitly stated it considered all submitted evidence and correctly distinguished the criminal judgment as merely a judicial presumption rather than res judicata.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 270 of the Code of Civil Procedure; The second instance court must consider all evidence presented, and a prior criminal judgment constitutes a judicial presumption but does not create res judicata binding the civil court on the substantive merits of the claim.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure res judicata judicial presumption evidence admissibility second instance appeal damages claim criminal judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 559, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 270 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 578 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 578/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΝΕΑ ΡΕΜΙΖΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Π. του Π., κατοίκου ..., ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Μητρούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Μπαρελάκου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4063/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3147/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/1/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της 3147/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ.3147/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 4063/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει δεκτή, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη αγωγή του αναιρεσίβλητου, προς αποκατάσταση της ζημίας του, από τις άδικες πράξεις του δεύτερου των αναιρεσειόντων, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, κατά την ενάσκηση των ανατεθειμένων καθηκόντων του. Η αίτηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 559, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής (δηλ. η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) ή η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ. η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, που ορίζει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι οι ακόλουθες:

α) Πράξη η παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. β) Να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο. Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 του ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου.

Και γ) Η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια, που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρον και αυτό και το νομικό πρόσωπο, δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου του ευθύνη αποζημίωσης. Σε περίπτωση δε, αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος από το αδίκημα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυασμένη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:

α) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η προξενηθείσα δε, από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευόμενο από το νόμο, η δε υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωσή του, όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα όταν ο ίδιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής του αναιρεσίβλητου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτήν τα εξής: "... ότι είναι κύριος ενός ακινήτου που βρίσκεται στην περιοχή Κολοκυνθούς στην Αθήνα, το οποίο έχει εκμισθώσει σε τρίτον, ότι στις αρχές του έτους 2004 ο μισθωτής διαμαρτυρήθηκε σ' αυτόν για υπερβολική χρέωση κατανάλωσης νερού που αντιστοιχούσε στον υδρομετρητή του μισθίου, ότι κατά τον τεχνικό έλεγχο που διενεργήθηκε για τον εντοπισμό του προβλήματος, διαπιστώθηκε η τοποθέτηση παράνομης διακλάδωσης, επιμελώς καλυμμένης με διάφορα υλικά, ώστε να μη γίνεται αντιληπτή, από την οποία ξεκινούσε πλαστικός σωλήνας προς το χώρο της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης εταιρείας, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ειδικότερα προς το ακίνητο, όπου η τελευταία λειτουργεί την επιχείρησή της, της οποίας, σκοπός, πλην των άλλων, είναι και η λειτουργία πλυντηρίων αυτοκινήτων, ότι συνέπεια της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων ήταν να αναγκαστεί να καταβάλει στην ΕΥΔΑΠ το ποσό των 6.583,51 ευρώ για κατανάλωση νερού, που οφειλόταν στην εκ μέρους των τελευταίων παράνομη υδροληψία της επιχείρησής τους σε βάρος της δικής του παροχής και ότι εξ αιτίας της διακοπής υδροδότησης του μισθίου, αποχώρησε ο μισθωτής.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε την επιδίκαση του ως άνω ποσού των 6.583,51 ευρώ, καθώς και 9.130 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη (απώλεια μισθωμάτων για διάστημα 11 μηνών) και 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση. Με βάση αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ αναγκαία, για την πληρότητα του δικογράφου της, περιστατικά δηλαδή τα γεγονότα που απαιτούνται για την θεμελίωση της διωκομένης αξίωσης και τα οποία, υποτιθέμενα αληθή, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανά να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και έτσι δικαιολογείται το αίτημα της αγωγής.

Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και ο αντίθετος πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

3. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του, για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιερχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδαφ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), ορίζεται ότι, υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ.2 εδ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270 ΚΠολΔ. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικό ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, αποφάσεις του Ποινικού Δικαστηρίου, βουλεύματα, έγγραφα της προδικασίας της ποινικής διαδικασίας και γενικά δε κάθε είδους έγγραφα.

Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο το πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία (άρθρο 270 παρ.2 εδαφ. γ' ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την έφεση τους ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτοί νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει προς ανταπόδειξη της αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Από την υπάρχουσα όμως στην απόφαση αυτή, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, "... έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να παραλείπεται κανένα ...", σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα, στο σχετικό λόγο, της κρινόμενης αίτησης, αποδεικτικά στοιχεία.

Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, μεταξύ των εγγράφων, που είχαν προσκομισθεί μετ' επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήταν και υπ' αριθ. 10595/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (επί πλημμελημάτων), με την οποία ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης τούτων, καταδικάστηκε για την κλοπή του ύδατος, από την παροχή υδροδότησης του αναιρεσίβλητου.

Την απόφαση, αυτή έλαβε υπόψη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστικό τεκμήριο, ως είχε εξουσία, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, χωρίς όμως να δέχεται ότι από την απόφαση αυτή παράγεται δεδικασμένο που το δεσμεύει στην κρίση του, για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την ως άνω απόφαση του Ποινικού δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, ως ηττώμενους διαδίκους, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-1-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3147/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ