Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence and procedural defects in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a labor dispute judgment. The appellant argued the lower court ignored specific evidence regarding unpaid overtime and good faith principles, while the court found the lower court had properly evaluated all submitted documents. The appeal was rejected because the lower court considered the evidence without needing separate mention, and the procedural grounds for appeal were invalid due to timing and omission of arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure: The court must consider all legally submitted evidence without requiring separate mention, and appeals based on failure to consider evidence are inadmissible if the lower court did evaluate the submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 578 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 578/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λασκαρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτρο Τσιρογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1269/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 20/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 559 αριθ 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠoλΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων η υπ' αριθμ. .../2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Βαβατσιούλα, όπου εξετάσθηκαν ως μάρτυρες οι Χ.
Π. και Ε. Σ. και οι υπ' αριθμ. ... και .../6-10-2008 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στον Ειρηνοδίκη Σερρών, όπου εξετάσθηκαν ως μάρτυρες οι Κ. Γ. και Σ. Κ., "καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, για να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με το ότι η εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου, ήταν άκυρη και ειδικότερα, εκτός από τις ρητά αναφερόμενες, ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, ότι έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι σύννομα έγινε η επίδικη καταγγελία, πλην το δικαστήριο της ουσίας εκτίμησε διαφορετικά από ό,τι η αναιρεσείουσα την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της αυτόν, ως βάσιμο.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου, εκ του αριθ. δε 11, περ. γ' πρώτος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν υπό την επίκληση από τον εργοδότη λόγων που δικαιολογούν την καταγγελία, υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα αυτού, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της καταγγελίας.
Η καταγγελία όμως, δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου καθώς και όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. (Α.Π. 50/2011, 76/2010) .
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1 /1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Αντίφαση, εξάλλου, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Δεν υπάρχει αντίφαση, όταν υπάρχουν μεν αντιφατικές αιτιολογίες, αλλ' όμως τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν τους όρους του νόμου ή όταν από την αντίφαση των αιτιολογιών δεν προκύπτει τέτοια ασάφεια, ώστε να καθιστά αδύνατο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή δεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα, όταν ο δικαστής:
α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή, που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει το έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων, που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του, θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος.
Ο λόγος, τέλος, αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (μεταξύ άλλων):α)η έννοια που προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, β) ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, δ) η συσχέτιση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο και κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Ο ενάγων προσλήφθηκε την 27.1.1997 από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΣΧΑΛΙΑΣ Α. Β. Ε.Τ. Τ. Ε.", η οποία είχε την εκμετάλλευση καταστημάτων (σούπερ μάρκετ) της εταιρίας Μαρινόπουλος στην ευρύτερη περιοχή των Σερρών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως εργατοτεχνίτης στο υποκατάστημα Σερρών, πλην όμως από την αρχή της πρόσληψης του εργαζόταν ως πωλητής στο τμήμα οικιακού εξοπλισμού.
Η άνω εταιρία μεταβιβάσθηκε ακολούθως στην εταιρία "ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.", η οποία και υποκαταστάθηκε στη θέση της εργοδότριας του ενάγοντος. Με τη σειρά της η άνω εταιρία εξαγοράσθηκε την 1.7.2001 από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία και υποκαταστάθηκε πλέον στη θέση της εργοδότριας του ενάγοντος, ο οποίος και συνέχισε να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του.
Καθ' όλο αυτό το διάστημα ο ενάγων εργαζόταν ως πωλητής στο τμήμα οικιακού, ηλεκτρικού εξοπλισμού και ειδών εξοχής (BAZAAR). Λόγω της ευδόκιμης υπηρεσίας του τοποθετήθηκε την 1.1.2002 ως προϊστάμενος του άνω τμήματος, έχοντας πλέον τη φροντίδα για την καλή λειτουργία του τμήματος αυτού. Στα καθήκοντα του περιλαμβάνονταν οι παραγγελίες και ο έγκαιρος εφοδιασμός του τμήματος BAZAAR με τα πωλούμενα προϊόντα, ο έλεγχος των τιμών, η συντήρηση και διακίνηση αυτών, η παραλαβή των εμπορευμάτων, το στήσιμο των εποχιακών συλλογών κλπ...
Το εν λόγω κατάστημα λειτούργησε ως CHAMPION Μαρινόπουλος μέχρι τον Αύγουστο 2006. Στη συνέχεια και μέχρι την 23.10.2006 έλαβε χώρα αναδιαμόρφωση, επέκταση των χώρων πώλησης και ανακαίνιση του, μετά την οποία λειτουργεί ως CARREFOUR Μαρινόπουλος, με παράλληλη αύξηση του προσωπικού του κατά 50 περίπου άτομα. Μετά την ανακαίνιση το τμήμα BAZAAR διαχωρίσθηκε στα τμήματα οικιακού εξοπλισμού, ένδυσης και υπόδησης και ηλεκτρικών -ηλεκτρονικών ειδών.
Ο ενάγων παρέμεινε ως προϊστάμενος στο τμήμα οικιακού εξοπλισμού. Ακολούθως η από 27.1.1997 άτυπη σύμβαση εργασίας του αντικαταστάθηκε την 1.11.2006 με την υπό ιδία ημερομηνία έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος συμφωνήθηκαν στο ποσό των 1.006,60 ευρώ, ποσό στο οποίο περιλαμβάνονται και καταλογίζονται όλες οι παροχές που προβλέπονται ως υποχρεωτικές από οποιεσδήποτε διατάξεις, στις άνω δε αποδοχές και δη στο τμήμα τους που υπερβαίνει τις νόμιμες αποδοχές περιλαμβάνονται και καταλογίζονται όλες οι μελλοντικές αυξήσεις και οποιαδήποτε άλλη μελλοντική παροχή, καθώς και η αμοιβή και προσαύξηση για παροχή υπερεργασίας, νυχτερινής εργασίας και εργασίας σε ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, επί πλέον δε συμφωνήθηκε να λαμβάνει ο ενάγων κάθε μήνα το ποσό των 143,40 ευρώ ως προκαταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας.
Όπως προαναφέρθηκε η ανακαίνιση του καταστήματος Σερρών διήρκεσε μέχρι την 23.10.2006. Κατά το διάστημα της ανακαίνισης όλοι οι προϊστάμενοι του καταστήματος και φυσικά και ο ενάγων εργάζονταν πέραν του νομίμου ωραρίου τους επί αρκετές ώρες και δη επί 3 τουλάχιστον ώρες πέραν του νομίμου ωραρίου τους χωρίς να αμείβονται για την υπερωριακή τους εργασία, με συνέπεια να διαμαρτύρονται για τη μη πληρωμή των υπερωριών τους.
Περισσότερο από όλους διαμαρτυρόταν ο ενάγων, γεγονός που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του διευθυντή του άνω καταστήματος Γ. Τ. και της διοίκησης της εναγομένης. Η δυσαρέσκεια αυτή έγινε εντονότερη όταν την 20.3.2007 η Επιθεώρηση Εργασίας Σερρών πραγματοποίησε έλεγχο στο κατάστημα της εναγομένη στις Σέρρες και βρήκε τον ενάγοντα να εργάζεται μετά την ώρα 19.00, ενώ το ωράριο του την ημέρα εκείνη είχε ήδη λήξει, με συνέπεια να επιβληθεί πρόστιμο στην εναγομένη.
Η τελευταία θεώρησε ότι ο έλεγχος αυτός προκλήθηκε από τον ενάγοντα, ενόψει και του ότι στις αρχές Μαρτίου 2007 ο ενάγων είχε θέσει και πάλι το θέμα των υπερωριών. Στις 26.6.2007 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 19.6.2007 ανυπόγραφη πρόσκληση προς απολογία, με την οποία τον καλούσε σε έγγραφη απολογία για την τέλεση από μέρους του πειθαρχικού παραπτώματος, συνισταμένου στο ότι την 11.6.2007 μετά από έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε η μη σωστή αποτύπωση των τιμών των εμπορευμάτων στο χώρο ευθύνης του και δη η μη αλλαγή των τιμών σύμφωνα με φυλλάδιο που είχε κυκλοφορήσει, με συνέπεια να τεθεί σε κίνδυνο η επιχείρηση από ενδεχόμενο έλεγχο των αρμοδίων αρχών και να δημιουργηθεί αρνητική εικόνα στους πελάτες της.
Ο ενάγων απολογήθηκε με το από 1.7.2007 έγγραφο υπόμνημα του, με το οποίο αρνήθηκε το αποδιδόμενο σ' αυτόν πειθαρχικό παράπτωμα, ισχυριζόμενος ότι αυτός βρισκόταν σε άδεια μέχρι την 10.6.2007 και οι τιμές έπρεπε να είχαν αλλάξει μέχρι την 9.6.2007, ημέρα Σάββατο, με ευθύνη του τότε επιβλέποντος τη λειτουργία του τμήματος.
Ταυτόχρονα παραπονούνταν για τη μη καταβολή των αποδοχών για την πέραν του νομίμου ωραρίου του εργασία του, καθώς και για την εργασία του σε κάποιες ημέρες ανάπαυσης. Το υπόμνημα αυτό παρέλαβε ενυπογράφως την 5.7.2007 ο διευθυντής του υποκαταστήματος CARREFOUR Σερρών Γ. Τ., χωρίς όμως, κατά τη χειρόγραφη επ' αυτού σημείωση του, να αποδέχεται τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενάγοντος.
Ο τελευταίος με την από 10.7.2007 εξώδικη δήλωση του προς την εναγομένη, που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν την ίδια ημέρα και ώρα 16.05, γνωστοποίησε στην τελευταία ότι την 2.7.2007 παρέδωσε στον διευθυντή του υποκαταστήματος Σερρών Γ. Τ. το άνω υπόμνημα, το οποίο παρέλαβε αυτός την 5.7.2007, ενσωματώνοντας μάλιστα το περιεχόμενο του υπομνήματος αυτού στην άνω εξώδικη δήλωση του.
Την ίδια ημέρα (10.7.2007) και ώρα 18.45 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 10.7.2007 καταγγελία συμβάσεως εργασίας, με την οποία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, ταυτόχρονα δε τον καλούσε να παραλάβει από το ταμείο της τη νόμιμη αποζημίωση του και δη το ποσό των 8.648, 94 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αναλογία της ετήσιας αδείας του, όπως και το επίδομα αδείας, διαφορετικά θα κατέθετε το ποσό αυτό στο ΤΠΔ.
Ο ενάγων δεν παρέλαβε την αποζημίωση του κι έτσι η εναγομένη προέβη σε δημόσια κατάθεση του άνω ποσού, καθώς και ποσού 330,30 ευρώ για τη μισθοδοσία του μηνός Ιουλίου 2007. Η εναγομένη δεν κάνει καμία αναφορά στο έγγραφο της καταγγελίας περί του λόγου της απολύσεως του ενάγοντος, μη έχοντας άλλωστε και τέτοια υποχρέωση.
Ήδη υποστηρίζει αυτή ότι ο ενάγων, έχοντας οξύθυμο, εριστικό και αντιδραστικό χαρακτήρα, δεν υπήρξε συνεργάσιμος με τους υφισταμένους του, τους ομοιόβαθμους και τους προϊσταμένους του και ειδικότερα ότι στους υφισταμένους του φερόταν με τρόπο σκαιό και προσβλητικό, μετακυλίοντας μόνιμα σ' αυτούς κάθε δική του ευθύνη, με τους ομοιόβαθμους του δεν υπήρξε συνεργάσιμος και είχε προστριβές, ενώ και με τους διευθυντές του καταστήματος δεν ήταν συνεργάσιμος έχοντας προκαταλήψεις και κατατρυχόμενος από τη λανθασμένη εντύπωση ότι όλοι είχαν προσωπικά μαζί του, πέραν δε αυτών προστέθηκαν και σοβαρά σφάλματα του που επισημάνθηκαν στις αρχές Ιουνίου 2007, σχετιζόμενα με τη μη αλλαγή των τιμών προϊόντων στα ράφια του καταστήματος, αφού σε δειγματοληπτική έρευνα που έγινε στις 6.6.2007 βρέθηκαν διαφορές στο 44% των εμπορευμάτων, αντί του συνήθους του 2-3%, ενώ την 11 και 18.6.2007 που ξεκινούσε η ισχύς δύο διαφημιστικών φυλλαδίων διαπιστώθηκαν αφενός μεν σημαντικές ελλείψεις διαφημιζόμενων προϊόντων και αφετέρου ορισμένες διαφορές τιμών των προϊόντων αυτών μεταξύ πινακίδας ραφιού και ταμείου, συνεπεία δε των παραπάνω η απόλυση του ενάγοντος ήταν επιβεβλημένη για την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος.
Στην πραγματικότητα όμως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν έγινε για τους λόγους αυτούς, αλλά λόγω της διεκδίκησης από τον ενάγοντα των εκ της εργασιακής του σχέσεως δικαιωμάτων και ιδίως της πληρωμής των υπερωριών που είχε πραγματοποιήσει κατά την περίοδο της ανακαίνισης του καταστήματος.
Η επιμονή αυτή του ενάγοντος προκάλεσε δυσαρέσκεια στο διευθυντή του καταστήματος, η οποία εξελίχθη σε έχθρα και αντιπάθεια μετά τον έλεγχο που πραγματοποίησε η Επιθεώρηση Εργασίας Σερρών στο κατάστημα της εναγομένη στις Σέρρες, έλεγχο που η εναγομένη θεώρησε ότι προκλήθηκε από τον ενάγοντα. Έτσι με αφορμή τη διαπίστωση διαφοράς τιμών σε ορισμένα προϊόντα, κάλεσε τον ενάγοντα σε απολογία, μόλις δε περιήλθε σε γνώση της η έγγραφη απολογία του ενάγοντος, έσπευσε να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να επιληφθεί καν της υποθέσεως και να αποφανθεί για την τέλεση ή μη του αποδοθέντος στον ενάγοντα πειθαρχικού παραπτώματος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων κατά το διάστημα από 28.5.2007 έως 9.6.2007 βρισκόταν σε άδεια και συνεπώς δεν μπορεί να αποδοθεί σ' αυτόν η μη αλλαγή των τιμών προϊόντων στα ράφια του καταστήματος. Εξάλλου, όχι μόνο κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίσθηκε από τους εναγόμενους από το οποίο να προκύπτει ότι ο ενάγων είχε παρατηρηθεί, έστω, στο παρελθόν για την εν γένει συμπεριφορά του προς τους προϊσταμένους και υφισταμένους του και τη μη συνεργασία του μ' αυτούς, αλλά αντίθετα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προκύπτει, ότι ο ενάγων ήταν επαρκέστατος στην εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν είχε κανένα πρόβλημα με τους προϊσταμένους και υφισταμένους του, λόγο για τον οποίο άλλωστε και προήχθη αυτός το 2002 στη θέση του προϊσταμένου, στην οποία παρέμεινε επί σειρά ετών.
Μάλιστα η ίδια η εναγομένη προέβη την 1.11.2006 στην έγγραφη ανανέωση της συνεργασίας τους, πράγμα που ασφαλώς δεν θα έκανε, αν πράγματι ο ενάγων επιδείκνυε την υπηρεσιακή συμπεριφορά που τώρα του καταλογίζεται. Είναι φανερό έτσι, ότι οι επικαλούμενοι από την εναγομένη λόγοι απολύσεως του ενάγοντος είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν εμπάθεια προς το πρόσωπο του τελευταίου, λόγω της εκ μέρους του υπεράσπισης των εργασιακών του δικαιωμάτων.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού δεν έγινε από το καλώς νοούμενο επαγγελματικό της συμφέρον, αλλά λόγω της άνω εμπάθειας προς το πρόσωπο του ενάγοντος.
Αντιβαίνουσα δε η καταγγελία αυτή στους ως άνω όρους του άρθρου 281 ΑΚ είναι άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ) και ως τέτοια θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ), μη αποδεχόμενη δε έκτοτε η εναγομένη τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας του από την 11.7.2007 και εφεξής και του οφείλει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα του αναιρετικού ελέγχου, σχετικά με την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο, κατά τα άνω, οδηγήθηκε. Με βάση αυτά, επίσης, το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αυτή του άρθρου 281 Α.Κ., καθόσον υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, συνέτρεχε πράγματι περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 281 Α.Κ., δοθέντος ότι, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο, η επίδικη καταγγελία έγινε όχι για λόγους υπηρεσιακούς, αλλά από λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, κατά τα ανωτέρω.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι το εφετείο, κρίνοντας έτσι, παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, "σε σχέση με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο άρθρο 281 Α.Κ.", είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται ποια είναι αυτά τα διαδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν.
Τέλος, ο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου και ειδικότερα του από 1-11-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, δεν αποτελεί ανανέωση της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, όπως δέχθηκε το εφετείο, αλλά "επικύρωση της προϋπάρχουσας", είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον η εκτίμηση αυτή του εν λόγω εγγράφου από το εφετείο, ακόμη και αν ήταν εσφαλμένη, δεν αποτελεί παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του νόμου, αλλά κρίση, περί της αποδεικτικής αξίας του εν λόγω εγγράφου.
Μετά από αυτά ο δεύτερος, από τους αριθ. 1, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθώς και οτρίτος, υπό στοιχ. α και γ' λόγος της ένδικης αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα τα αντίθετα υποστηρίζει, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, με τον από τον αριθ. 8 του άρθρου 559, τρίτο, υπό στοιχ.
δε β'αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, "σχετικά με τα αγωγικά αιτήματα για παράνομες υπερωρίες, ειδικότερα, της επίδικης καταγγελίας και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς:
α) ότι το καθεστώς που είχε δημιουργηθεί στη σύμβαση εργασίας αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα ο ενάγων για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, β) η εκ των υστέρων για μια συναπτή εξαετία αξίωσή τους, συνεπάγεται αφόρητες οικονομικές συνέπειες για την αναιρεσείουσα, που καλείται να καταβάλει ένα σημαντικό, χρηματικό ποσόν, γ) ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο ενάγων προσέφερε σε κάποιες, σπάνιες περιπτώσεις, εργασία επί πλέον της νόμιμης, του χορηγήθηκε σε κάθε περίπτωση ανάλογος χρόνος αναπληρωματικής ανάπαυσης και δ) οι καταβληθείσες προς τον ήδη αναιρεσίβλητο αποδοχές υπερέβαιναν κατά πολύ τις νόμιμες ...
Σε σχέση με την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επέδειξε τέτοια συμπεριφορά, που εύλογα να προκάλεσε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει ποτέ τις αξιώσεις του από την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας, ούτως ώστε η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος, να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Αντίθετα, μάλιστα, διαμαρτυρόταν για τη μη πληρωμή των παράνομων υπερωριών του και εξαιτίας αυτού απολύθηκε". Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους δεν δέχθηκε ως βάσιμους, αφού έκρινε ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου "δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου δε 559, αριθ. 8, τρίτος, υπό στοιχ. β' αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Με τον τελευταίο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της πρωτόδικης απόφασης, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ως προς τη διάταξή της, που δεν προσβλήθηκε με την έφεση και ειδικότερα καθόσον αυτή, παρά το νόμο υποχρεώθηκε να δέχεται την εργασία του ενάγοντος, άλλως ζητεί την αναίρεση (για τον ίδιο λόγο) της απόφασης του Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ως προς μεν την πρωτόδικη απόφαση, γιατί, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεν έχει γίνει ακόμη επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία εκδόθηκε την 17-11-2008 και, συνεπώς, κατά την άσκηση (κατάθεση) της ένδικης αίτησης, που έγινε κατά την 5-10-2010, δεν είχε καταστεί ακόμη τελεσίδικη, ώστε να επιτρέπεται κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναίρεσης (άρθρα 495, 518 παρ. 2, 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), ως προς δε την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, διότι, όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος δεν περιελήφθη στην ασκηθείσα έφεση, πράγμα το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί στο παρόν δικαστήριο.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση, για αναίρεση των υπ' αριθμ. 1269/2010 και 154/2008 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, αντίστοιχα και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ