Supreme Court quashes lower court ruling for failing to recognize statutory interruption of limitation by formal demand letter.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding a labor dispute with a public entity. The lower court had rejected the claimants' argument that an extrajudicial demand letter interrupted the statute of limitations, ruling that only specific administrative procedures apply to public bodies. The Court held that the lower court erred in law by not recognizing the demand letter as a valid interruption under the relevant statute, as it contained the necessary elements of a request for payment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 51, paragraph 2, letter b of Law 496/1974; The Supreme Court established that an extrajudicial demand letter addressed to a public legal person for payment constitutes a valid interruption of the limitation period if it contains the requisite elements of a request, regardless of its specific label.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 578 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 578/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Γ., 2)Α. Ο., 3)Ε. Π., 4)Ν. Τ., 5)Ε. Σ. 6)Α. Σ.-Σ., 7)Μ. Π., 8)Α. Π., 9)Ι. Π. και 10)Ε. Α., όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) το όνομα της 6ης αναιρεσείουσας εκ παραδρομής γράφτηκε στο αναιρετήριο "Ε. Σ.-Σ." αντί του ορθού "Α. Σ.-Σ.", β) η 10η αναιρεσείουσα παρίσταται και παραιτείται του δικογράφου της αίτησης της ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους και γ) οι λοιποί αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της αίτησής τους για τους 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον 1ο βαθμό δικαιοδοσίας δεύτερης εταιρείας. Το 1ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Τσαμούρη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη, υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου, παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6848/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των αρθρ.294, 295, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το αρθρ.573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (αρθρ.495 παρ.1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει δε ως συνέπεια να θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αναίρεση κατά την έκταση της παραίτησης από το δικόγραφο αυτής, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η έκδοση σχετικής απόφασης.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, ο παρασταθείς με την υπο στοιχ.10 αναιρεσείουσα Ε. Α. πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής Φώτιος Κλαουδάτος, με δήλωσή του που έγινε πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.
Ο αυτός πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών υπό στοιχ.1 έως 9 αναιρεσειόντων, έχοντας σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα, με δήλωσή του, που έγινε, επίσης, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η αναίρεση των μεν υπό στοιχ.1 έως 9 αναιρεσείοντων ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, της δε υπό στοιχ.10 αναιρεσείουσας ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.(Ολ.
ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθή δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε.
επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
Α.Π. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, με το άρθρο 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".
Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.
Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξάλλου με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλ' ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.πδ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.
σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (Α.Ε.Δ. 9/2009). Εξάλλου, όπως έχει κριθεί με την απόφαση ΑΠ (Ολ) 31/2007, η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ούτε στις διατάξεις του Ν. 2461/1997, με τις οποίες κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο μία πρόσφορη προσφυγή στην περίπτωση που παραβιάζονται τα ατομικά του δικαιώματα και οι ελευθερίες του και ισότητα ενώπιον του νόμου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (Ολ ΑΠ 2/2011.
Επίσης, ΑΠ (Ολ) 31/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες είχαν προσληφθεί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από τον εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (Ε.Ο.Τ.) ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων καζίνου (γκρουπιέ).
Από την πρόσληψή τους αλλά ειδικότερα και κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1997-1998, που ενδιαφέρει την κρινόμενη υπόθεση, απασχολήθηκαν με την ειδικότητα αυτή στην Υπηρεσία Αντεπιστασίας του εναγομένου "Καζίνο της Πάρνηθας" (Σημειώνεται ότι με τον Ν. 2837/3-8-2000 καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες Αντεπιστασίας ΕΟΤ και το Καζίνο της Πάρνηθας μεταβιβάσθηκε στη συσταθείσα ήδη με τον Ν. 2636/1998 εταιρεία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", η οποία με τον Ν. 2837/2000 μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΤΑ Α.Ε.)" (δεύτερη αναιρεσίβλητη), ακολούθως δε με τον Ν. 3139/2003 το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της τελευταίας αυτής εταιρείας (ΕΤΑ Α.Ε.), κατά το μέρος που αποτελούσε τον Κλάδο "Καζίνο - Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας" μεταβιβάσθηκε στην οιονεί καθολική διάδοχό της εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (τρίτη αναιρεσίβλητη).
Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Οργανισμός ευθύνεται για τις εκ τις παροχής της εργασίας των αξιώσεις των αναιρεσειόντων, αφού αυτές προέκυψαν κατά τα έτη 1997 και 1998 και ήταν απαιτητές κατά τη μεταβίβαση της επιχείρησης την 3-8-2000 στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία. Οι αποδοχές που έπρεπε να λαμβάνουν οι αναιρεσείοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είπε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, έπρεπε να καθορίζονται με βάση την 25/1990 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, με την οποία επιλύθηκε η συλλογική εργατική διαφορά μεταξύ των Υπουργών Οικονομικών και Τουρισμού αφενός και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Υπαλλήλων ΕΟΤ (ΠΟΥ-ΕΟΤ) αφετέρου και η οποία έφερε τον χαρακτήρα επιχειρησιακής ΣΣΕ και ως τέτοια υπερισχύει της 79/1989 αποφάσεως του ΠΔΔΔ Αθηνών, που πρόβλεπε μικρότερες αποδοχές και εφάρμοζε ο εργοδότης και η οποία αφορούσε τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα τυχερά παίγνια καζίνων, με αυτή δε είχε επιλυθεί συλλογική διαφορά που δημιουργήθηκε μεταξύ των Υπουργών Οικονομικών και Τουρισμού αφενός και του Πανελλαδικού Σωματείου Τεχνικών Υπαλλήλων τυχερών παιγνίων καζίνων του ΕΟΤ αφετέρου και είχε τον χαρακτήρα ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ.
Επί των αξιώσεων όμως που άσκησαν οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους και συνίστανται στις διαφορές αποδοχών που προέκυπταν από τη μη εφαρμογή της 25/1990 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1997 - 1998, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι ισχύει η διετής παραγραφή των άρθρ. 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974 (εσφαλμένα αναγράφονται τα άρθρ. 90 § 3 και 91 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους"), που πρόβαλε ο εναγόμενος Οργανισμός και η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους και ότι δεν απορρέουν από αδικοπραξία, ώστε να ισχύσει επ' αυτών η πενταετής παραγραφή της παρ. 1 του ίδιου άρθρου.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρ. 4 § 1 του Συντ., 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 2 § 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδονται οι πιο πάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τα άρθρ. 49, 51 εδ. β' και 52 εδ. γ' του ίδιου ΝΔ 496/1974, η παραγραφή, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, άρχεται δε εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως Αρχής, σε περίπτωση δε μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 51 εδ. β του ρηθέντος ΝΔ για τη διακοπή της παραγραφής της χρηματικής αξίωσης κατά του νομικού προσώπου με την υποβολή προς αυτό σχετικής αίτησης του δικαιούχου, δεν είναι μεν αναγκαίο να αναγράφεται σε αυτή το ποσό της αιτούμενης αξίωσης, είναι όμως απαραίτητο να διαλαμβάνεται κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συγκεκριμένη απαίτηση της οποίας ζητείται η πληρωμή, ώστε να δύναται το νομικό πρόσωπο να διαγνώσει την ύπαρξή της και το δικαιολογημένο ή όχι αυτής και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά επί της αιτήσεως (ΑΠ 1561/2007, 1010/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων του έτους 1998 (στις οποίες αναφέρεται ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως) είχαν υποπέσει στο σύνολό τους στη διετή παραγραφή, διότι από το χρονικό σημείο που αρχίζει (31-12-1998) μέχρι την 31-12-2000 που τελειώνει η παραγραφή, έχει συμπληρωθεί διετία χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό γεγονός, αφού η αγωγή ασκήθηκε την 28-6-2001.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό (αντένσταση) των αναιρεσειόντων ότι η παραγραφή διεκόπη με την από 28-12-2000 εξώδικη διαμαρτυρία, που επέδωσαν στον ΕΟΤ την επομένη, 29-12-2000 και με την οποία ζήτησαν να τους καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προέκυπταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από τον υπολογισμό των αποδοχών τους με βάση την 78/1989 ΣΣΕ αντί της 25/1990 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, "διότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται, σύμφωνα με το άρθρ. 51 του ΝΔ 496/1974, μόνο με τους ειδικά για το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ) προβλεπόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων δεν είναι η εξώδικη διαμαρτυρία".
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 51 εδ. β' του ΝΔ 496/1974, διότι και η επίδοση εξώδικης διαμαρτυρίας στο υπόχρεο νομικό πρόσωπο περί πληρωμής της απαίτησης του εργαζομένου συνιστά αίτηση κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, εφόσον περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία, όπως αυτά διαλαμβάνονται στην αρχή του σκεπτικού και καμία έννομη επίδραση ασκεί ο χαρακτηρισμός του υποβληθέντος εγγράφου ως "εξώδικη διαμαρτυρία" αντί "αιτήσεως".
Η εκτίμηση δε του εγγράφου ως "αίτηση" κατά την έννοια του άρθρ. 51 εδ. β' του ΝΔ 496/1974 στη συγκεκριμένη περίπτωση θα επέφερε διακοπή της παραγραφής για τις αξιώσεις του έτους 1998 και την έναρξη νέας παραγραφής από τη χρονολογία που έφερε το απαντητικό έγγραφο ή σε περίπτωση μη απάντησης μετά την πάροδο εξαμήνου από της υποβολής του εγγράφου με συνέπεια τη μη συμπλήρωση της παραγραφής μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ.3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατ'αρθρ.178 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 18-5-2009 αίτηση α)των Ι. Γ., Α. Ο., Ε. Π., Ν. Τ., Ε. Σ., Ε. Σ.-Σ., Μ. Π., Α. Π. και Ι. Π. για αναίρεση της 6848/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες εταιρείες με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε." και β)της Ε. Α. για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.
Αναιρεί την 6848/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ