Legislator Case Law & Legislation
578/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's assessment of damages and evidence in a civil liability case.

Case Number 578/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's judgment regarding civil liability damages. The appellants argued the lower court erred in assessing compensation for mental suffering and misinterpreted evidence regarding the second defendant's liability. The court held that the appellate court properly evaluated all evidence, including the expert report, and correctly determined that the second defendant remained liable despite the rejection of the claim against them.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 922, 926, 932 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appellate court's decision on the assessment of evidence and damages is not subject to review if based on a proper evaluation of the record, and appeals based on alleged errors in such assessment are inadmissible.

Keywords

AI generated
appellate review assessment of evidence mental suffering damages civil liability inadmissible appeal expert report evaluation judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 922, 926 and 932 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 578 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 578/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ενεργώντας ατομικά, καθώς και ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Χ1Α και 2) Χ2 του Θ1, κατοίκου..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσιάμπα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Εργοασφαλτική Γ. Στεργιούλας Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ψ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βαϊόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κι άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 7-3-2005 προσεπίκληση και ανακοίνωση δίκης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 784/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των άλλων μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και την από ... έκθεση αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας ... την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί ως προσκομιζόμενη με τις προτάσεις που αυτοί υπέβαλαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει και συγχρόνως προσκόμισε (εφόσον δεν γίνεται μνεία για το αντίθετο στην εν λόγω απόφαση) και η οποία έκθεση αυτοψίας φέρεται ως μη εκτιμηθέν έγγραφο.

Και αυτό μολονότι (το Εφετείο) δεν μνημονεύει και το έγγραφο αυτό στην εν λόγω απόφασή του ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών μέσων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚπολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη του αμέσως πιο πάνω εγγράφου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- 2.-Επειδή ως "πράγματα" που προτάθηκαν από τους διαδίκους, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚπολΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεώς του, νοούνται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που έπρεπε να επιδικαστεί σε κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες, σύζυγο και τέκνα του Θ1, λόγω της ψυχικής οδύνης την οποία αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της θανατώσεως του τελευταίου, εκτός άλλων και ότι ο εν λόγω θανατωθείς ήταν εργάτης, αμειβόμενος με το νόμιμο μισθό και γενικά κακής οικονομικής καταστάσεως, καθώς και ότι τα από τους αναιρεσείοντες τέκνα του θανατωθέντος τούτου ήταν κατά το χρόνο της θανατώσεως του ανήλικα.

Οι παραδοχές αυτές ενέχουν και τη μερικότερη παραδοχή για την κακή οικονομική κατάσταση και των ίδιων των αναιρεσειόντων, ως ακολουθούντων την κοινωνική και (κακή) οικονομική κατάσταση του θανατωθέντος συζύγου και πατέρα τους ως μελών της οικογένειας τούτου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στη συνέχεια το Εφετείο, όπως ρητώς αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, για τον καθορισμό του ύψους των επιδικαστέων στους αναιρεσείοντες χρηματικών ικανοποιήσεων λόγω ψυχικής οδύνης έλαβε υπόψη, εκτός άλλων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των ίδιων.

Επομένως το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει με την ως άνω απόφασή του το ποσό το οποίο έπρεπε να καταβάλει, ως υπόχρεη προς τούτο, η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία σε κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες για χρηματική ικανοποίηση του λόγω της ψυχικής οδύνης της οποία αυτός υπέστη εξαιτίας της θανατώσεως του προαναφερόμενου συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, έλαβε υπόψη, ως ένα από τα καθοριστικά στοιχεία του ύψους της επιδικαστέας για την εν λόγω αιτία χρηματικής ικανοποιήσεως, εκτός άλλων και την οικονομική κατάσταση των ίδιων των αναιρεσειόντων.

Έτσι δεν υπέπεσε στην από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- 3.-Επειδή, από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν.551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ.

της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 του κ.ν.551/1915, κατά τις οποίες ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου πρόσωπα (επιζών σύζυγος και συγγενικά αυτού πρόσωπα) δικαιούνται να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτήν μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως για να δικαιούνται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου αυτού οι ως άνω επιζών σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα τούτου χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν.551/1915.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αντίστοιχα. Ως κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως χρησιμεύουν, με βάση τα υποβαλλόμενα στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικά περιστατικά, ιδίως, το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας ο βαθμός και η βαρύτητα του πταίσματος, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του τελευταίου (άρθρο 300 ΑΚ), χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω αριθμητικός προσδιορισμός του ποσοστού συνυπαιτιότητας τούτου, καθώς και άλλες ενδεχομένως περιστάσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στην διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚπολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1ΚπολΔ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία ασχολείται με τεχνικά έργα και ιδίως ασφαλτοστρώσεις. Για τις ανάγκες της δια του νομίμου εκπροσώπου της προσέλαβε την 1-4-2002 τον αποβιώσαντα Θ1, αλβανό υπήκοο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, για να εργαστεί ως εργάτης με το νόμιμο μισθό. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία είχε αναλάβει εργασίες ασφαλτόστρωσης, με διευθύνουσα του έργου τη ΔΕΣΕ Λάρισας.

Έτσι στις 11-10-2003 με συνεργείο της, στο οποίο μεταξύ των άλλων εργαζομένων ήταν και ο θανών, εκτελούσε εργασία απόξεσης ασφάλτου πάνω σε μια γέφυρα υπερκείμενης σιδηροδρομικής γραμμής στο 52ο χιλιόμετρο της ΝΕΟ Λάρισας - Βόλου. Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος (Ψ1), ήταν χειριστής μηχανήματος και δη του διανομέα ασφαλτόστρωσης.

Εργοδηγός της άνω εταιρίας ήταν ο Ε1 και επιβλέπων μηχανικός ο Ε2, τοπογράφος. Την άνω ημέρα στον τόπο εργασιών και περί ώρα 7.30 π.μ. αφίχθηκαν ο θανών, ο άνω Ψ1, ένας οδηγός φορτηγού, ένας οδηγός του διαστρωτήρα ασφάλτου (ΦΙΝΙΣΙΕΡ), ο ... και άλλοι δύο εργάτες. Οι δύο υπεύθυνοι του έργου Ε2 και ο εργοδότης Ε1 εμφανίστηκαν αρχικά και στη συνέχεια αποχώρησαν, αφού έδωσαν κάποιες εντολές, σε άλλες εργασίες της 1ης αναιρεσίβλητης.

Το έργο που επιτελούσε ο αποβιώσας και για το οποίο του είχε δοθεί σχετική εντολή ήταν να προβεί σε εργασία απομάκρυνσης της ήδη ξυσμένης ασφάλτου και απόρριψής της σε άλλο σημείο. Γι' αυτό το σκοπό χρησιμοποιούσε μια σκούπα καθαρισμού, με την οποία καθάριζε την άσφαλτο και έτσι δημιουργούσε σκόνη από το σκούπισμα.

Για τον τρόπο αυτόν του καθαρισμού και της εντεύθεν δημιουργίας σκόνης του έγινε επίπληξη από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, προφανώς για να μη δημιουργεί πρόβλημα στα διερχόμενα αυτοκίνητα. Πέρα από το γεγονός αυτό της επίπληξης, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος έδωσε και εντολή στον θανόντα να κατεβεί κάτω από την γέφυρα και να σκουπίσει τη σιδηροδρομική γραμμή, γιατί έπεσε ποσότητα ασφάλτου.

Εξάλλου, μετά την απομάκρυνση του εργοδηγού και του επιβλέποντος μηχανικού από το έργο, δεν ανατέθηκαν καθήκοντα εργοδηγού στο 2ο αναιρεσίβλητο και βέβαια δεν υπήρχε κανένας λόγος να του ανατεθούν τέτοια καθήκοντα, αφού προς τούτο ήταν αρμόδιοι οι ανωτέρω δύο αναφερόμενοι υπάλληλοι, προστηθέντες από την 1η αναιρεσίβλητη εταιρία.

Το ότι έκανε την ως άνω παρατήρηση στο θανόντα, να μη δημιουργεί σκόνη, προφανώς ως παλιότερος υπάλληλος, αυτό και μόνο δεν τον καθιστά "εν τοις πράγμασι" εργοδηγό της 1ης αναιρεσίβλητης. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ασκούσε καθήκοντα εργοδηγού έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως προς αυτόν για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως (προφανώς ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω ελλείψεως υπαιτιότητάς του για τη θανάτωση του ως άνω παθόντος).

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και τα εξής: Κατά τη διάρκεια εργασίας του θανόντος σε κάποιο χρονικό σημείο αυτός κατέβηκε κάτω από τη γέφυρα για να σκουπίσει τα μπάζα που είχε ρίξει στη σιδηροδρομική γραμμή. Σ' αυτό το χρονικό σημείο μία διερχόμενη αμαξοστοιχία τον χτύπησε με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός του.

Το ως άνω ατύχημα, πέρα από την τυχόν ευθύνη του μηχανοδηγού του ΟΣΕ, το οποίο έγινε κατά τη διάρκεια εργασίας του θανόντος, οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα της 1ης αναιρεσίβλητης εταιρίας (προφανώς του ή των νόμιμων εκπροσώπων της), αλλά και του θανατωθέντος. Ειδικότερα, η άνω (1η αναιρεσίβλητη) εταιρία ως κυρία του έργου και οι προστηθέντες απ' αυτήν υπάλληλοί της (εργοδηγός και επιβλέπων τοπογράφος - μηχανικός) δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα, όπως ήταν κατά το νόμο υποχρεωμένοι, για προστασία της ζωής του εργαζόμενου θανόντος.

Ειδικότερα δε η κυρία του έργου - εργοδότιδα έπρεπε να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας για την υγεία του εργαζόμενου και ιδίως α) να επιστήσει την προσοχή του θανόντος και των λοιπών για τον κίνδυνο που διέτρεχε κατά την εκτέλεση της εργασίας του και να απαγορεύσει για κάθε λόγο την κάθοδο αυτών στη σιδηροδρομική γραμμή, β) να δώσει σαφείς οδηγίες δια του επιβλέποντος μηχανικού και κυρίως δια του εργοδηγού για τον τρόπο εργασίας και αποκομιδής των υλικών με καρότσι και όχι με απόρριψη στη σιδηροδρομική γραμμή, γ) να παρίσταται κατά την εκτέλεση των εργασιών ο εργοδηγός ώστε να δίδει τις κατάλληλες οδηγίες, και να αντιληφθεί την κάθοδο του θανόντος στη σιδηροδρομική γραμμή, την οποία έπρεπε να απαγορεύσει ή σε αντίθεση περίπτωση να λάβει τα σχετικά μέτρα ασφαλείας, ώστε μέσω τρίτου προσώπου να ελέγχεται ο ασφαλής καθαρισμός της γραμμής σε περίπτωση διέλευσης τραίνου.

Ο δε θανών κατέστη συνυπαίτιος της θανατώσεώς του, γιατί αν και γνώριζε την επικινδυνότητα της καθόδου του και τον τρόπο που διενεργούσε το σκούπισμα (καθαρισμό) των γραμμών, εν τούτοις δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να διενεργήσει τον καθαρισμό με τέτοιο τρόπο, που θα του επέτρεπε να αντιληφθεί την επερχόμενη διέλευση της αμαξοστοιχίας και να απομακρυνθεί εγκαίρως από τις γραμμές του τραίνου, αφού υπήρχε προς τούτο αρκετή ορατότητα, δεδομένου ότι υπήρχε ανοικτή στροφή και όχι κλειστή.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, καθώς και άλλες παραδοχές, οι οποίες αναφέρονται στη συνδρομή και άλλων περιστάσεων, ως κριτηρίων και αυτών, για τον καθορισμό του ποσού της επιδικαστέας υπέρ των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων, ως δικαιούχων (επιζώσας συζύγου και τέκνων του θανατωθέντος, αντίστοιχα), χρηματικών ικανοποιήσεων λόγω ψυχικής τους οδύνης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι έπρεπε να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στη μεν από τους αναιρεσείοντες σύζυγο του θανατωθέντος το ποσό των 25.000 ευρώ, σε κάθε ένα δε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες (τέκνα του ίδιου θανατωθέντος) το ποσό των 20.000 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς:α) Δεν παραβίασε εις βάρος των αναιρεσειόντων, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 914, και 932 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, προκειμένου να καθορίσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με βάση τα υποβληθέντα υπό την κρίση του πραγματικά περιστατικά, το ποσό που έπρεπε να καταβάλει, ως υπόχρεη προς τούτο, η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία σε κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες για χρηματική ικανοποίηση του λόγω της ψυχικής οδύνης την οποία αυτός υπέστη εξαιτίας της θανατώσεως του ως άνω συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, έλαβε υπόψη του ως κριτήρια και δη ορθά, εκτός άλλων, τόσο το γεγονός ότι ο εν λόγω θανατωθείς είχε συντελέσει από δικό του πταίσμα στη θανάτωσή του, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω στην εν λόγω απόφασή του σχετικώς αναφερόμενα (άρθρο 300 ΑΚ), χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω αριθμητικός προσδιορισμός του ποσοστού συνυπαιτιότητας τούτου, όσο και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση και των ίδιων των αναιρεσειόντων (κατά τα ειδικότερα στη 2η σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενα), αλλά και (επιτρεπτώς, σύμφωνα με τα παραπάνω) και του ίδιου του παθόντος (θανατωθέντος).

Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με τα ζητήματα που σχετίζονται τόσο με την ένσταση των αναιρεσιβλήτων για συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος στη θανάτωσή του όσο και με το βαθμό του πταίσματος (αμέλειας) αλλά και με τη βαρύτητα του πταίσματος τούτου, για το οποίο ευθύνεται η πρώτη αναιρεσίβλητη.

Ειδικότερα, κατά τα προεκτιθέμενα, με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια αιτιολογείται ο λόγος εξαιτίας του οποίου ο ως άνω παθών συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη θανάτωσή του, με την παράθεση των σχετικών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά ως αποδεδειγμένα και που οδηγούν σε μια τέτοια κρίση, δεδομένου ότι πράγματι, με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ο παθών συντέλεσε και από δικό του πταίσμα (αμέλεια) στη θανάτωσή του, εφόσον αυτός, όπως ανελέγκτως δέχτηκε το Εφετείο, αν και γνώριζε την επικινδυνότητα της καθόδου του στη σιδηροδρομική γραμμή για το σκούπισμα (καθαρισμό) των σιδηροδρομικών γραμμών, εν τούτοις δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να διενεργήσει τον καθαρισμό αυτόν με τέτοιο τρόπο, ο οποίος θα του επέτρεπε να αντιληφθεί την επερχόμενη διέλευση της αμαξοστοιχίας και να απομακρυνθεί εγκαίρως από τις γραμμές του τραίνου, αφού υπήρχε προς τούτο αρκετή ορατότητα, ενόψει της υπάρξεως ανοικτής και όχι κλειστής στροφής, Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το Εφετείο, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 914, 932, 300 και 330 του ΑΚ, από τις οποίες, εκείνη μεν του άρθρου 300 ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της κ.λ.π., εκείνη δε του άρθρου 330 αφορά την περίπτωση ευθύνης του οφειλέτη λόγων πταίσματος (δόλου ή αμέλειας).

Δεν χρειαζόταν δε τόσο για να μην υπάρχει ευθεία παραβίαση των άρθρων 914, 932 και 300 του ΑΚ όσο και για την πληρότητα της αμέσως πιο πάνω αιτιολογίας να αναφερθούν άλλα περαιτέρω γεγονότα και μάλιστα να καθοριστεί αριθμητικώς το ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντος, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν επιβάλλεται, ιδίως όταν πρόκειται για επιδίκαση, όπως εδώ, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ σε συνδυασμό του με το άρθρο 300 του ίδιου Κώδικα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι από τα παρατιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως δεκτά γενόμενα, ως αποδεδειγμένα, πραγματικά περιστατικά προκύπτει τόσο ο βαθμός του συντρέχοντος πταίσματος (αμέλειας) του παθόντος όσο και η βαρύτητα του πταίσματος τούτου και περαιτέρω ο βαθμός του πταίσματος (αμέλειας) και η βαρύτητα του πταίσματος τούτου, για το οποίο ευθύνεται η πρώτη αναιρεσίβλητη.

Ενόψει αυτών:1)Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως τόσο κατά το πρώτο (υπό το στοιχείο Α') μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 300, 914 και 932 του ΑΚ, όσο και κατά το δεύτερο (υπό το στοιχείο Β') μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτιάση της παραβιάσεως των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, επειδή, κατά τις αιτιάσεις αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αντίστοιχα, αφενός δεν προσδιορίζει αριθμητικώς το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ως άνω παθόντος στη θανάτωσή του και αφετέρου κατά τον καθορισμό του ύψους των επιδικασθεισών στους αναιρεσείοντες χρηματικών ικανοποιήσεων δεν χρησιμοποίησε και το κριτήριο της οικονομικής καταστάσεως αυτών, χρησιμοποιώντας μόνο το κριτήριο της οικονομικής καταστάσεως του παθόντος, όπως κατά το λόγο αναιρέσεως, δεν θα έπρεπε, δηλαδή λόγος αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα αμέσως πιο πάνω μέρη του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚπολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Και 2) ο τέταρτος ( και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚπολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και (όπως εκτιμάται) αντιφατικών αιτιολογιών επί των ζητημάτων που αναφέρονται πιο πάνω υπό το στοιχείο β' πρέπει απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το ένα τμήμα του τρίτου ( υπό το στοιχείο Γ') μέρους του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ( με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τα άρθρα 914, 922, 926 και 932 του ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚπολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Και αυτό γιατί, κατά το λόγο αναιρέσεως, προέβη σε μείωση των υπέρ των αναιρεσειόντων επιδικασθεισών χρηματικών ικανοποιήσεων λόγω ψυχικής οδύνης, επειδή έκρινε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως τούτου, ο οποίος φερόταν κατά την αγωγή ως προστηθείς από την 1η αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο έκρινε ότι στους αναιρεσείοντες έπρεπε να επιδικαστούν μικρότερες χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης, επειδή προηγουμένως είχε κρίνει ως απορριπτέα (ως ουσιαστικά αβάσιμη, στην πραγματικότητα) την ένδικη αγωγή ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως μη έχοντα υπαιτιότητα για τη θανάτωση του προαναφερόμενου παθόντος, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Απλώς δέχτηκε (το Εφετείο), μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι έπρεπε να επιδικαστούν υπέρ των αναιρεσειόντων και μόνον εις βάρος της 1ης αναιρεσίβλητης, η οποία, μετά την απόρριψη της ένδικης αγωγής καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά του 2ου αναιρεσιβλήτου, παρέμεινε ως ευθυνόμενη έναντι των αναιρεσειόντων, τα ως άνω χρηματικά ποσά για χρηματικές ικανοποιήσεις τους λόγω ψυχικής τους οδύνης.

Δεδομένου ότι ο αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την αγωγή και ως προ το δεύτερο εναγόμενο (2ο αναιρεσίβλητο) και καθόρισε διαφορετικό ποσό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων" έχει προφανώς την έννοια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αφενός με το να δεχτεί την αγωγή και ως προς το 2ο αναιρεσίβλητο και αφετέρου να επιδικάσει μεγαλύτερα χρηματικά ποσά και υπέρ των αναιρεσειόντων για την αμέσως πιο πάνω αιτία.

Και δεν έχει την έννοια που του αποδίδεται με το λόγο αναιρέσεως. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο τμήμα του τρίτου (υπό το στοιχείο Γ') μέρους του, καθώς και ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με τα οποία μέρη τους, όπως εκτιμάται, προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων αφενός αναφορικά με την έλλειψη υπαιτιότητας του 2ου αναιρεσιβλήτου για τη θανάτωση του ως άνω παθόντος και αφετέρου αναφορικά με την ύπαρξη συνυπαιτιότητας του ίδιου παθόντος για τη θανάτωσή του, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚπολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2008 αίτηση των α)Χ1 για τον εαυτό της και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Χ1Α και β)Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 784/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ