Supreme Court dismisses appeal for one party but allows it for others due to lack of legal basis in traffic accident liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially dismissed the appeal filed against the Second Instance Court of Crete. While the appeal by the third appellant was rejected as inadmissible due to lack of legal interest, the appeals by the first two parties were allowed because the lower court failed to provide a legal basis for its findings on the driver's liability. Consequently, the case was remitted for retrial regarding the liability issues while the third party's claim was dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 553, 559, 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if no legal interest exists; however, if the lower court's decision lacks a legal basis for its findings on liability, the appeal is admissible and the case must be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 578 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 578/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία προέκυψε μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε." από την ανώνυμη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Χ3. Οι 1ος και 3ος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωτόπουλο. Η 2η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευθαλία Κιούλπαλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ......, 2).......,3) ........, 4) ......., 5) ......., 6) ......., 7) ......., 8) ....... και 9) ......... Οι 1η, 2η και 3ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδαμάντιο Αρετάκη. Οι 4η, 7ος, 8η και 9η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λιονάκη. Οι 5ος και 6η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-9-2002, 3-12-2002 και 6-12-2002 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, διάβασε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης και κάθε λόγου αυτής αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος η οποία, κατά τα άρθρα 68 και 73 ΚΠολΔ, ερευνάται αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, προκύπτει ότι απόφαση η οποία είχε εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον κατά το χρόνο άσκησης και όχι συζήτησης αυτής μπορούσε να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας, ή με έφεση, διότι δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης αυτών.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ή με τη βεβαίωσή του στο δικόγραφο που επιδόθηκε ότι έγινε η επίδοση της απόφασης. Αν δεν αποδεικνύεται με την προσαγωγή των παραπάνω εγγράφων ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της κατ' αυτής αναίρεσης είτε λόγω παρέλευσης της προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης είτε λόγω παραίτησης του δικαιουμένου, στην άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων από την άσκησή της είτε λόγω συνομολόγησης της τελεσιδικίας της ίδιας απόφασης, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 673 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 681 Α του ίδιου Κώδικα και στις διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο "Ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται, αν εκείνος, που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 674 παρ. 2 ΚΠολΔ η διάταξη του άρθρου 673 του ιδίου Κώδικα εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη.
Επομένως, η απόφαση του Εφετείου, που εκδίδεται ερήμην κάποιου διαδίκου, υπόκειται σε αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας. Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ "Αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης".
Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1 προς αυτές των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη απέναντι των υπολοίπων η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιο από τους ομοδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσο της αναίρεσης και πριν τελεσιδικήσει για τους λοιπούς ομοδίκους, ως προς τους οποίους το ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτή απέρριψε ως απαράδεκτη την από 9.1.2004 και με αριθ. καταθ. 76/2004 έφεση των ήδη 4ης, 7ου, 8ης και 9ης των αναιρεσιβλήτων ως προς τον απολιπόμενο τότε δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη παρόντα τρίτο αναιρεσείοντα ιδιοκτήτη του ζημιογόνου σε τροχαίο ατύχημα ΙΧΦ αυτοκινήτου Χ3 και δίκασε τις από 9.1.2004, με αριθ.
καταθ. 74/2004 και από 8.1.2004, με αριθ. καταθ. 75/2004, εφέσεις των ήδη 5ου και 6ης καθώς και των 1ης, 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου και ήδη τρίτου αναιρεσείοντος ως άνω Χ3. Η αναίρεση αυτή ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα όσον αφορά μεν την απορριπτική της πρώτης έφεσης ως προς αυτόν διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, όσον αφορά δε τις περί τυπικής και ουσιαστικής παραδοχής των δυο άλλων εφέσεων ως προς αυτόν διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως αφού δεν συνομολογείται και δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία είτε με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αρχίζει, όπως προαναφέρθηκε, από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε με την παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της τελευταίας με ανακοπή ερημοδικίας.
Και ναι μεν η άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας φανερώνει σιωπηρή δήλωση του τρίτου αναιρεσείοντος περί παραίτησής του από το δικαίωμα προς άσκηση τέτοιας ανακοπής, πλην, όμως, για το κύρος της παραίτησης αυτής απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την κρινόμενη αίτηση πληρεξούσιου δικηγόρου που, όμως, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων του φακέλλου της δικογραφίας (Ολ.
ΑΠ 626/1980, Α.Π. 213/2007).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ...., ......, ...... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στα Πρωτοδικεία Αθηνών και Ηρακλείου ..... και ....... αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 18.10.2005 αίτησης αναίρεσης με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημειούμενη σ' αυτή συνεδρίαση της 15.12.2006, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στους 5ο, 6η, 7ο και 8η των αναιρεσιβλήτων, Ψ5, Ψ6, Ψ7 και Ψ8.
Κατά την ορισθείσα αυτή δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, κατόπιν σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση της τότε γραμματέως της έδρας στο φάκελλο της δικογραφίας, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 7.12.2007, κατά την οποία οι μεν 5ος και 6η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ οι 7ος και 8η αυτών παραστάθηκαν από κοινού με τις 4η και 9η των ομοδίκων τους, δια του πληρεξούσιου δικηγόρο τους Σπύρου Λιονάκη, χωρίς, όμως, να προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθ. ........
πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μοιρών Αργυρής Δροσινάκη ότι οι ως άνω δύο αναιρεσίβλητοι (7ος και 8η) είχαν παράσχει στον προαναφερόμενο δικηγόρο, όπως οι ομόδικοί τους, τη σχετική δικαστική πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπησή τους και συνεπώς θεωρούνται απόντες, πλην, όμως, δεδομένου ότι κλητεύθηκαν νομότυπα από τους αντιδίκους τους, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης η οποία εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των ΑΚ 297, 298, 300, 330 και 914 συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 30.3.2002, περί ώρα 16:10, ο Ψ οδηγώντας το υπ' αριθ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, έβαινε στο 75ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού ... - ..., με κατεύθυνση από ... προς ..... Η οδός αυτή στο συγκεκριμένο σημείο έχει οδόστρωμα πλάτους 7,60 μέτρα, ερείσματος 2 μέτρα, είναι ευθεία σε μήκος 800 μέτρα, διπλής κατευθύνσεως και διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
Οι δύο λωρίδες αντιθέτων κατευθύνσεων διαχωρίζονταν για τον βαίνοντα από ... προς ... από δύο συνεχείς γραμμές κατά μήκος του άξονα της οδού και για τον βαίνοντα από .... προς .... με μια διακεκομμένη γραμμή. Την ίδια ώρα ο εναγόμενος Χ1, οδηγώντας το φορτωμένο με ξύλα υπ' αριθ. ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), που ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου Χ3 και ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για τις προς τρίτους ζημίες κατά τη λειτουργία του, έβαινε στην ίδια ως άνω οδό με αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή από ....
προς ...... Το όριο ταχύτητας ως προς την πορεία του φορτηγού καθοριζόταν με πινακίδα Ρ-32 στα 80 χ/ω. Η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η ορατότητα μεταξύ των δύο ως άνω αυτοκινήτων ήταν ανεμπόδιστη, γιατί δεν εκινούντο άλλα οχήματα ενδιάμεσά τους. Ξαφνικά το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο παθών Ψ άρχισε να διαγράφει ακυβέρνητους ελιγμούς αριστερά - δεξιά (ζικ - ζακ) κατά πλάτος του οδοστρώματος.
Τελικά κατευθύνθηκε διαγώνια προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο οδηγός του φορτηγού Χ1, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, τροχοπέδησε το όχημά του και συγχρόνως πραγματοποίησε ελιγμό προς τα αριστερά, προσπαθώντας αφενός να αποφύγει τη σύγκρουση και αφετέρου να διευκολύνει τον θανόντα να διέλθει είτε από αριστερά είτε από δεξιά του.
Παρά τον αποφευκτικό ελιγμό του Χ1 τη συγκεκριμένη στιγμή δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού το ΙΧΕ αυτοκίνητο ετέλεσε με σφοδρότητα στο δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού. Το σημείο σύγκρουσης προσδιορίζεται από την Τροχαία Ρεθύμνου στο μέσον της οδού επί της διαχωριστικής γραμμής. Εξαιτίας της σφοδρής σύγκρουσης το αυτοκίνητο του Ψ καταστράφηκε ολοσχερώς ενώ ο ίδιος υπέστη κακώσεις σε όλο το σώμα από τις οποίες επήλθε ακαριαία ο θάνατός του.
Το ΙΧΦ αυτοκίνητο υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του. Η ταχύτητα του αυτοκινήτου του θανόντος δεν εξακριβώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης αλλά πάντως ήταν αυξημένη, όπως προκύπτει από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, της καταθέσεως των αυτοπτών μαρτύρων και την πλαγιολίσθηση του αυτοκινήτου προς τα πίσω σε απόσταση περίπου 30 μέτρων.
Η ταχύτητα του ΙΧΦ αυτοκινήτου ήταν λίγο πριν τη σύγκρουση περί τα 70 χ/ω ενώ τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν περί τα 44 χ/ω γιατί ο οδηγός του, βλέποντας την άτακτη κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ανέκοψε ταχύτητα και παράλληλα τροχοπέδηση. Με τα περιστατικά αυτά η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και ο θανάσιμος τραυματισμός του θανόντος οφείλονται σε αμέλεια και των δύο οδηγών, οι οποίοι κατά την οδήγηση των πιο πάνω σχημάτων δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός αυτοκινήτου υπό τις αυτές συνθήκες.
Ειδικότερα η αμέλεια του εναγόμενου οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου Χ1 συνίσταται στο ότι όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του θανόντος να διαγράφει ακυβέρνητους ελιγμούς (ζικ-ζακ), στο οδόστρωμα επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, καταλαμβάνοντας μέρος του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, ενώ έπρεπε να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά αφού υπήρχε ελεύθερο το δεξιό έρεισμα της οδού πλάτους δύο μέτρων.
Ετσι ενδεχομένως θα απέφευγε τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, η οποία έγινε επί της διαχωριστικής γραμμής. Η αμέλεια του θανόντος Ψ συνίσταται στο ότι οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα το πιο πάνω αυτοκίνητό του απώλεσε τον έλεγχό του και άρχισε ξαφνικά να διαγράφει ακυβέρνητους ελιγμούς στο οδόστρωμα δεξιά - αριστερά (ζικ-ζακ), με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα στο εμπρόσθιο μέρος του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ενώ στη συνέχεια πλαγιολίσθησε προς τα πίσω σε απόσταση περίπου 31 μέτρα.
Ενόψει όλων των προαναφερόμενων περιστατικών το ποσοστό υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, Χ1 στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος και στο θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος Ψ προσδιορίζεται σε 40% και του ίδιου του θανόντος σε 60%. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή των με αριθ.
καταθ. 74, 75 και 76/21.1.2004 εφέσεων των αναιρεσιβλήτων και μάλιστα της τρίτης έφεσης μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 1ου και 3ης των εφεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε τις αγωγές δεχόμενη εσφαλμένα αποκλειστική υπαιτιότητα του θανάσιμα τραυματισθέντος στενού συγγενούς των εναγόντων και δέχθηκε ήδη εν μέρει τις αγωγές των τελευταίων.
Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου. Ειδικότερα το μεν δεν αναφέρει α) το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας και του ερείσματος ανά κατεύθυνση β) το μήκος και το πλάτος του ΙΧΦ αυτοκινήτου (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), το βάρος του φορτίου και την απόσταση που είχε, κινούμενο, στο ρεύμα πορείας του πριν την τροχοπέδηση και την πραγματοποίηση αριστερού αποφευκτικού ελιγμού, από τον άξονα της οδού και από το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του γ) την κατάσταση του ασφαλτικού οδοστρώματος δ) από ποια ακριβώς απόσταση ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ενόψει της υπάρχουσας ευθείας, της αραιής κίνησης οχημάτων και της ημέρας (ώρα 16:10), αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου να πραγματοποιεί ακυβέρνητους ελιγμούς αριστερά - δεξιά κατά πλάτος του οδοστρώματος και να λαμβάνει το τελευταίο διαγώνια πορεία εισόδου προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το δε δεν εξηγεί κατά ποιο τρόπο ο προς τα δεξιά αποφευκτικός ελιγμός του ΙΧΦ αυτοκινήτου θα απέτρεπε, ενδεχομένως, κατά την ενδοιαστική διατύπωσή της, τη σύγκρουση των οχημάτων, αφού ενόψει αφενός των διαστάσεων και ιδίως του συνολικού μήκους του φορτηγού (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο) και αφετέρου της αντικειμενικής αδυναμίας αυτού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να πραγματοποιήσει άμεσο, ακαριαίο ελιγμό λόγω της μη ενιαίας συμπεριφοράς του οπίσθιου τμήματός του, το οποίο δεν στρίβει αμέσως αλά παραμένει στην αρχική, παρά τον ελιγμό του εμπρόσθιου, κατεύθυνση, θα είχε, σε συνδυασμό με τη μειωμένη ταχύτητα που εκινείτο λόγω της τροχοπέδησης, ως αποτέλεσμα να λάβει, σε δεδομένη χρονική στιγμή, διαγώνια θέση και να αποκλείσει έτσι, καθόλο το μήκος του, ολόκληρο το δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας καθώς και το παρακείμενο έρεισμα.
Ετσι, όμως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς οι συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι 3ος, 5ος, 2ος κατά το δεύτερο μέρος του και 4ος, 6ος κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
για έλλειψη νόμιμης βάσης, και συγκεκριμένα για την εκ πλαγίου παραβίαση των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως διαλαμβάνουσαι ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και ενδοιαστική διατύπωση για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει το μεν να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3 και να καταδικαστεί ο τελευταίος στη δικαστική δαπάνη του, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένου, τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων από κοινού και των τέταρτης και ένατης των αναιρεσιβλήτων από κοινού αντίστοιχα το δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες δηλαδή ως προς τις σχέσεις μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το άνω, αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν όλοι οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων δύο πρώτων αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς -
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 18.10.2005 αίτηση αναίρεσης της 105/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3.
-
Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων από κοινού αντίστοιχα, την οποία ορίζει για κάθε ομάδα σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. -
Αναιρεί εν μέρει την 105/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ήτοι ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες Χ1 και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τους αναιρεσιβλήτους, όπως στο σκεπτικό. -
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. -
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη τον με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένου δύο πρώτου αναιρεσειόντων, τον οποίο ορίζει για τον καθένα σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ