Legislator Case Law & Legislation
577/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute due to inadmissible grounds and orders security deposit refund.

Case Number 577/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance labor judgment, finding the grounds inadmissible. The appellant argued for six specific grounds, but the court ruled that only six statutory grounds apply to appeals against labor court decisions, rendering the others invalid. Additionally, the court ordered the refund of the security deposit because the appellant was not legally required to post it for this type of case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 559 of the Code of Civil Procedure; The list of grounds for cassation against labor court decisions is restrictive, and the court cannot examine substantive law violations ex officio in cassation proceedings.

Keywords

AI generated
cassation appeal labor dispute inadmissible grounds restrictive list security deposit refund ex officio review Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 614, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 577 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 577/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Λάμπρου Ποδηματά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." και το δ.τ. "..." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Τσιλιμίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 36/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5510/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 9-7-2024 (αρ.εκθ.καταθ. ...2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5510/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που δίκασε ως Εφετείο), η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την πιο πάνω απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 36/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 18-6-2018 αγωγή του. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 7, 8 και 19 αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).

Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 248/2024).

Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, έχει αντιφατικές αιτιολογίες και κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (άρθρο 559 αριθ. 20, 17 και 16 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Έτσι, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη υπάρξεως δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και το ταυτόσημο με αυτό άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, αλλά τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε τούτο, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 161/2018).

Αντιθέτως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε έστω και εσφαλμένα για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 336/2024, 510/2022, 1383/2021), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον έχει αντιμετωπίσει και απορρίψει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (ΑΠ 510/2022, 1012/2021, 98/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 175/2020, 4979/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 348/2023, 11/2023).

ΙΙΙ. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 16 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την 1045/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο (δεδικασμένο) αυτός είχε επικαλεστεί ενώπιόν του, αλλά το Δικαστήριο αυτό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν δεσμεύεται από αυτό. Ο λόγος αυτός, κατά μεν το σκέλος του, που αφορά στην παραβίαση δεδικασμένου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν περιλαμβάνεται σε εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, ενώ όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο εάν ο νομίμως προταθείς ισχυρισμός δεν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν ληφθεί υπόψη και απορριφθεί από αυτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση που το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

Με τους δεύτερο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις και ότι παραποίησε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου και ειδικότερα της Ατομικής Σύμβασης εργασίας του.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν συγκαταλέγονται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, που επιτρέπονται κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων ή κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη υπόθεση.

Τέλος, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενος ότι αυτή περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ωστόσο, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, και, μάλιστα, ενάριθμα, η διάταξη ή οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1013/2021, 120/2017, 261/2016).

Ως εκ τούτου ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της (ΚΠολΔ 176, 180 παρ.1, 183 και 191παρ.2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

V. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 300 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί εργατικών διαφορών του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΕΔ 2/2015, 3 και 4/2014, ΑΠ 117/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων έχει καταθέσει το αναφερόμενο σ` αυτή παράβολο με αριθμό ...2024, ποσού 300 ευρώ, χωρίς όμως να υπέχει σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά.

Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2024 (αρ.εκθ.καταθ. ...2024) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5510/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, με αριθμό ...2024, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ