Legislator Case Law & Legislation
577/2022 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against investors' damages claim, rejecting unjust enrichment argument.

Case Number 577/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the banks' appeal against a final judgment awarding damages to investors who lost their capital. The banks argued that the investors' subsequent profits from the bond title should be offset against the damages, but the court found no causal link between the loss and the gain. Consequently, the court ruled that the appeal was baseless and ordered the banks to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 300, 330, 914 of the Civil Code; The claim for damages requires a causal link between the wrongful act and the loss, and unjust enrichment cannot be used to offset damages when the gain arises from a different legal cause than the loss.

Keywords

AI generated
tort liability damages calculation unjust enrichment causal link offsetting profits civil appeal bank liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 300, 330, 914 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 577 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 577/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕΠΕΥ", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Δ., 2) Α. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3689/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3526/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23/7/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23-7-2019 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 6920/2019, ΕΑΚ 663/2019, Αριθ. Δικ 1311/2019), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3526/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 30-11-2017 έφεσης των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της 3689/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1185/2021).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1228/2019).

Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.".

Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6. ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6. 1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις, ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή, τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό, νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1081/2019).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ήδη από το έτος 1992 ο πρώτος ενάγων - εκκαλών, ο οποίος, έως την 31-12-2014, διατηρούσε ατομική επιχείρηση εμπορίας σιδήρου και επεξεργασίας μετάλλου στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, συνεργαζόταν, αντιπροσωπεύοντας και την σύζυγό του, δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα, η οποία ασχολούταν με τα οικιακά, με την τράπεζα "ΙΟΝΙΚΗ & ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας, δια συγχωνεύσεως, είναι η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ..., με την οποία αυτός συνέχισε να συνεργάζεται, ατομικά, αλλά και για λογαριασμό της συζύγου του και μετά την ως άνω συγχώνευση.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες - εκκαλούντες διατηρούσαν στο υποκατάστημα της τελευταίας στην Θεσσαλονίκη..., προθεσμιακές καταθέσεις των χρημάτων από την επιχειρηματική δραστηριότητα της ατομικής επιχείρησής τους, τις οποίες ανανέωναν επί σκοπώ αποταμίευσης των οικονομιών τους. Στα πλαίσια αυτά είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των εναγόντων - εκκαλούντων και των προστηθέντων της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης, καθόσον μάλιστα αμφότεροι διαθέτουν στοιχειώδεις γνώσεις και δη ο μεν πρώτος ενάγων - εκκαλών είναι απόφοιτος εξατάξιου γυμνασίου, η δε δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα ασχολούνταν πάντοτε με τα οικιακά.

Περί τα τέλη του έτους 2004, προστηθέντες της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης τράπεζας, καθώς και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, είναι η δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ"..., προσέγγισαν τον πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα, προκειμένου να του προωθήσουν επενδυτικές υπηρεσίες, μέσω του τμήματος "ALPHA PRIVATE BANK", το οποίο οι ανωτέρω εταιρείες είχαν συστήσει και ήταν εξειδικευμένο σε επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Ειδικότερα, σε μία τακτική επίσκεψη του πρώτου ενάγοντα - εκκαλούντα στο παραπάνω κατάστημα της πρώτης εναγομένης τράπεζας στην ..., με σκοπό την ανανέωση κάποιων προθεσμιακών καταθέσεών του, τον προσέγγισε ο Διευθυντής του καταστήματος Κ. Σ., ο οποίος του παρουσίασε τις υπηρεσίες του ανωτέρω τμήματος και του εξήγησε ότι, μέσω αυτών των υπηρεσιών, θα μπορούσε να επενδύσει τα χρήματά του σε πιο αποδοτικά και ευέλικτα προγράμματα, με υψηλότερο επιτόκιο σε σχέση με τις προθεσμιακές καταθέσεις και με δυνατότητα αποδέσμευσης του κεφαλαίου του οποτεδήποτε, βάσει των κατευθύνσεων του εξειδικευμένου και έχοντος ειδικές γνώσεις προσωπικού του τμήματος αυτού.

Ο πρώτος ενάγων - εκκαλών επισήμανε στον ανωτέρω Διευθυντή την βούλησή του για ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων του, με εξασφάλιση του κεφαλαίου του και αποφυγή επενδύσεων που ενέχουν κίνδυνο απώλειας αυτού και ακολούθως, πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του τελευταίου ότι, μέσω των εξειδικευμένων υπηρεσιών του τμήματος "ALPHA PRIVATE BANK" και των υπαλλήλων του, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του, διέθεταν τεχνογνωσία και την εγνωσμένη εμπειρία στο χώρο των χρηματαγορών, οι προστηθέντες των εναγομένων - εφεσίβλητων θα προέβαιναν στην πλέον ασφαλή και αποδοτική τοποθέτηση των χρημάτων του, αποφάσισε, ενεργώντας και για λογαριασμό της συζύγου του, δεύτερης ενάγουσας - εκκαλούσας, να συνεργαστεί με το ως άνω τμήμα.

Κρίσιμο κριτήριο για τη λήψη της απόφασης αυτής υπήρξε, από την μεν πλευρά του ενάγοντος - εκκαλούντος η σχέση εμπιστοσύνης, που είχε εδραιωθεί μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης τράπεζας, ως εκ της μακροχρόνιας συνεργασίας του με αυτήν (σχ. η κατάθεση του μάρτυρα Δ. Π. που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθ. 4226/13-3-2017 ένορκη βεβαίωση...), από δε την πλευρά των εναγομένων - εφεσίβλητων το ότι επρόκειτο για έναν υψηλού κεφαλαίου καταθέσεων πελάτη (σχ.

η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων - εφεσίβλητων Ε. Π....). Ακολούθως, οι ενάγοντες - εκκαλούντες κατάρτισαν με την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ",..., εκπροσωπούμενες από την υπάλληλο Χ.

Κ. και αποτελούσες την υπηρεσία "ALPHA PRIVATE BANK", την με αριθμό ... σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την οποία ανέθεσαν στις εταιρείες αυτές την παροχή προς τους ίδιους επενδυτικών υπηρεσιών αντί αμοιβής. Ειδικότερα, οι εν λόγω εταιρείες ανέλαβαν την επ' αμοιβή κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου των ανωτέρω επενδυτών - εναγόντων - εκκαλούντων, σύμφωνα με τις εντολές τους, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων, που αναφέρονται στην παρ. 1α (Ι) του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (άρθρα 2 και 10).

Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία ενάρξεως την ημερομηνία κατά την οποία οι ανωτέρω εταιρείες θα παραλάμβαναν από τους επενδυτές τις αξίες που συνιστούσαν τα αρχικά στοιχεία του ενεργητικού του χαρτοφυλακίου, άλλως και εφόσον είχαν ήδη παραλάβει τις προαναφερθείσες αξίες, η ημερομηνία υπογραφής της (άρθρο 5).

Η εντολή των επενδυτών μπορούσε να δοθεί στις εταιρείες εγγράφως, τηλεφωνικώς, με τηλεομοιοτυπία (φαξ), τηλέτυπο ή με κάθε ηλεκτρονικό μέσο, υπό τον όρο της ύπαρξης υπολοίπου στον λογαριασμό αυτών και έπρεπε να είναι σαφής και να περιγράφει με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια το αντικείμενό της (άρθρο 6.1).

Επίσης, στη σύμβαση ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι λόγω των μη προβλέψιμων στην αγορά διακυμάνσεων, οι αντισυμβαλλόμενες των εναγόντων - εκκαλούντων εταιρείες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής αυτών, ούτε θα ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία των επενδυτών, καθώς και ότι δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη για την πιθανή ζημία, που τυχόν θα υποστούν οι επενδυτές από συναλλαγή που καταρτίστηκε, ως αποτέλεσμα εκτέλεσης της εντολής τους, ενώ οι τελευταίοι δήλωσαν ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις εταιρείες είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές αυτών (άρθρο 8 παρ. 1 και 2).

Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες - εκκαλούντες υπέγραψαν και δύο παραρτήματα της παραπάνω σύμβασης και συγκεκριμένα, το Παράρτημα Α υπό τον τίτλο "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής" και το Παράρτημα Β υπό τον τίτλο "Πρόσθετοι Παράγοντες Αξιολογήσεως Επενδύσεων σε αγορές του εξωτερικού". Με το πρώτο παράρτημα αφενός γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες - εκκαλούντες οι διάφορες μορφές επενδυτικών κινδύνων που αναλαμβάνουν με τη συμμετοχή στους στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, ούτως ώστε να μπορούν αυτοί να διαμορφώνουν επαρκή, αντικειμενική και ακριβή άποψη ως προς τις αποδόσεις των εκάστοτε επιλεγόμενων τοποθετήσεων, αφετέρου έγινε σύσταση σε αυτούς να επιδιώκουν την τακτική ενημέρωσή τους ως προς την πορεία και τις εξελίξεις των αγορών που τους ενδιαφέρουν και να επικοινωνούν με ειδικούς, ιδίως πριν από τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.

Με το δεύτερο παράρτημα οι ενάγοντες - εκκαλούντες ενημερώθηκαν σχετικά με την φορολογική αντιμετώπιση των τυχόν επενδύσεών τους σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διαπραγματεύονται σε αγορές του εξωτερικού. Τέλος, στη σύμβαση επισυνάφθηκε έγγραφο με τα πλήρη στοιχεία αμφοτέρων των εναγόντων - εκκαλούντων και ιδίως της διεύθυνσης, στην οποία αυτοί επιθυμούσαν να λαμβάνουν την κάθε είδους αλληλογραφία με τις εναγόμενες - εφεσίβλητες, καθώς και έγγραφη ανέκκλητη εντολή - εξουσιοδότησή τους προς αυτές, προκειμένου να ενεργούν ο,τιδήποτε είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των επενδυτικών εντολών τους.

Η ανωτέρω σύμβαση καταρτίστηκε, αφού προηγουμένως τους ενάγοντες - εκκαλούντες επισκέφτηκε στην ατομική επιχείρησή τους ο υπάλληλος του κέντρου Private Banking Βορείου Ελλάδος των εναγομένων - εφεσίβλητων, Χ. Χ., ο οποίος τους εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος Private Banking, καθώς και τα είδη των επενδυτικών συμβάσεων που μπορούσαν να καταρτιστούν και συγκεκριμένα, εν λευκώ διαχείριση χαρτοφυλακίου μέσα στα πλαίσια συγκεκριμένου επενδυτικού προφίλ, συμβουλευτική διαχείριση χαρτοφυλακίου, με παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών έναντι αμοιβής και απλή μορφή σύμβασης λήψης και διαβίβασης εντολών, με ανάληψη εκ μέρους των εναγομένων - εφεσίβλητων της υποχρέωσης να καταρτίζουν συναλλαγές επί του χαρτοφυλακίου των εναγόντων - εκκαλούντων, σύμφωνα με τις εντολές αυτών, χωρίς καμία απολύτως διαχειριστική αμοιβή και άνευ ευθύνης για τις επιλογές των επενδυτών.

Ακολούθως, από τον ανωτέρω χρόνο κατάρτισης της παραπάνω σύμβασης και έκτοτε, οι ενάγοντες - εκκαλούντες, οι οποίοι, λαμβανομένης υπόψη της έως τότε επενδυτικής επιλογής τους για την τοποθέτηση των χρημάτων τους σε προθεσμιακές καταθέσεις, χαρακτηρίζονται ως συντηρητικοί επενδυτές, καθόσον μάλιστα αποδείχθηκε ότι ουδέποτε είχαν ασχοληθεί με σύνθετα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αλλά αντιθέτως επιδίωκαν να καλύψουν προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, το οποίο προερχόταν από τις αποταμιεύσεις εκ της εργασίας τους, γεγονός που ο πρώτος εξ αυτών είχε γνωστοποιήσει και καταστήσει σαφές στους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων - εφεσίβλητων, προέβησαν στην αγορά τραπεζικών ομολόγων, κατόπιν παρουσιάσεως των διαθέσιμων εκδόσεων εκ μέρους των τελευταίων.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες - εκκαλούντες αγόρασαν: α] στις 24-11-2004 ομόλογο "EMPORIKI GROUP FINANCE", λήξεως την 5-8-2014, αξίας 300.000 ευρώ, το οποίο πλέον δεν διαθέτουν στο χαρτοφυλάκιό τους, καθόσον το πώλησαν πριν από τη λήξη του, ήτοι στις 6-11-2006 και 31-1-2007, β] στις 24-3-2005 ομόλογο "ATTICA FUNDS PLC", λήξεως στις 24-3-2015, αξίας 350.000 ευρώ, γ] στις 24-5-2005 ομόλογο "EGNATIA FINANCE PLC", λήξεως την 4-5-2010, αξίας 300.000 ευρώ, δ] στις 6-11-2006 ομόλογο "EGNATIA FINANCE PLC", λήξεως την 4-5-2010, αξίας 60.000 ευρώ, ε] στις 31-1-2007 ομόλογο της "CYPRUS POPULAR BANK", λήξεως την 26-5-2016, στ] στις 4-6-2007 ομόλογο "RS FINANCE", λήξεως την 16-9-2009, αξίας 160.000 ευρώ, ζ] στις 9-11-2007 ομόλογο " ALPHA CREDIT GROUP PLC", λήξεως την 1-2-2007, αξίας 320.000 ευρώ, το οποίο πώλησαν στις 14-5-2013 και η] στις 27-2-2008 ομόλογο "OTE PLC", αξίας 120.000 ευρώ, το οποίο πώλησαν στις 19-12-2008.

Μόνο δε το γεγονός ότι η συνολική αποτίμηση του χαρτοφυλακίου των εναγόντων - εκκαλούντων ανέρχεται στο υψηλό ποσό του 1.525.380,36 ευρώ δεν καθιστά αυτούς έμπειρους, εξειδικευμένους και ριψοκίνδυνους επενδυτές, με σκοπό το κέρδος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι αυτοί δεν διέθεταν υψηλό μορφωτικό επίπεδο ή οποιασδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή εξειδικευμένη εμπειρία σε ζητήματα οικονομικών επενδύσεων, που θα τους επέτρεπε να επιλέξουν οι ίδιοι τον τρόπο τοποθέτησης του κεφαλαίου τους.

Άλλωστε, τα χρήματα αυτά ήταν προϊόν αποταμιεύσεως των εισοδημάτων τους εκ της ασκήσεως της προαναφερόμενης ατομικής επιχείρησης που διατηρούσαν. Έτσι, ο πρώτος ενάγων - εκκαλών, εκπροσωπώντας και την δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα σύζυγό του, αποφάσισε να ακολουθήσει τις συμβουλές, που τους παρείχαν, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, ο Διευθυντής του ανωτέρω υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης τράπεζας και ο υπάλληλος της υπηρεσίας "ALPHA PRIVATE BANK", που την αποτελούσαν αμφότερες οι εναγόμενες - εφεσίβλητες, οι οποίοι διέθεταν ειδικές προς τούτο γνώσεις και εμπειρία.

Κατόπιν των παραπάνω, ο πρώτος ενάγων - εκκαλών, αφού πείστηκε στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των παραπάνω προστηθέντων των εναγομένων - εφεσίβλητων, περί της έλλειψης κινδύνου απώλειας των αποταμιεύσεών τους και της μεγαλύτερης απόδοσης αυτών με ταυτόχρονη δυνατότητα αποδέσμευσης των χρημάτων τους, μέσω της παροχής των υπηρεσιών του private banking, δια των εξειδικευμένων χρηματοοικονομικών γνώσεων των υπαλλήλων των εναγομένων - εφεσίβλητων, προέβη στην κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και στην δια αυτής επένδυση των κεφαλαίων του σε ομόλογα που του παρουσίασαν οι υπάλληλοι των τελευταίων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, πέραν των προαναφερομένων ομολόγων, στις 10-1-2006, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας από 23-11-2004 σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων, αγοράστηκαν από τις εναγόμενες - εφεσίβλητες, για λογαριασμό των εναγόντων - εκκαλούντων, δύο (2) ομόλογα, ονομαστικής αξίας 350.000 και 200.000 ευρώ έκαστο και συνολικής 550.000 ευρώ, για την αγορά των οποίων χορηγήθηκαν στους ενάγοντες - εκκαλούντες, τα με ημερομηνίες επανεκτύπωσης, από το ηλεκτρονικό αρχείο των εναγομένων - εφεσίβλητων, 5-4-2017, αποδεικτικά δευτερογενούς αγοράς.

Στα εν λόγω έγγραφα, αναγράφονται τα στοιχεία των αγορασθέντων ομολόγων και δη ο κωδικός του τίτλου "XS0211271597", η ονομασία του τίτλου "100205-15 3MEURI+135/265 CL AS", η ονομαστική αξία αυτών, 350.000 και 200.000 ευρώ έκαστο, η αξία αγοράς τους κατόπιν διακανονισμού, 356.187,87 και 203.535,93 ευρώ έκαστο, το επιτόκιο 3,647000 και η ημερομηνία λήξης 10-2-2015, ενώ στη θέση του εκδότη υπάρχει η ένδειξη "ASPIS FINANCE PLC LDN".

Επίσης, στα εν λόγω έγγραφα αναφέρεται και η πιστοληπτική διαβάθμιση - αξιολόγηση του προϊόντος ως "Β", ήτοι ομόλογα πιο κερδοσκοπικά από την κατηγορία ΒΒ [σχ. οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους κλίμακες αξιολόγησης των διεθνών οίκων Standard & Poor's και Fitch]. Αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης των επίδικων τίτλων, εκ της προσκομιζόμενης μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες - εκκαλούντες υπ' αριθ. 14/823/3-7-2018 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που εκδόθηκε επί καταγγελίας που κάτοχος των εν λόγω ομολόγων υπέβαλε στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, μετά την συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό και ως εκ τούτου παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη στην προκείμενη δευτεροβάθμια δίκη κατ' άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα:

Στις 16-11-2004 ιδρύθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ASPIS FINANCE PLC", με έδρα την διεύθυνση Beaufort House 15 St Botolph Street, London, EC3A 7NJ. Το εγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιό της ανερχόταν σε 50.000 λίρες διαιρούμενο σε 50.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 1,00 λίρας εκάστης, εκ των οποίων τις 49.999 μετοχές κατείχε η ελληνική τράπεζα "ASPIS BANK" και μια μετοχή η "Aspis Insurance Brokerage S.A.".

Κατά δε την ημερομηνία έκδοσης του Εντύπου Προσφοράς το καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο ήταν μηδενικό. Η έκδοση του ομολογιακού δανείου πραγματοποιήθηκε δυνάμει της από 7-2-2005 απόφασης του Δ.Σ της εταιρείας και ειδικότερα, εκδόθηκαν ομολογίες συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, λήξεως το έτος 2015, σε τίτλους των 1.000, 10.000 και 100.000 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο (διατραπεζικό επιτόκιο τρίμηνης προθεσμίας πλέον περιθωρίου 1,35% ετησίως έως την 10η Φεβρουαρίου 2010 και 2,65% ετησίως μετέπειτα και έως την λήξη των τίτλων).

Ο τόκος ορίστηκε πληρωτέος την 10η ημέρα των μηνών Μαΐου, Αυγούστου, Νοεμβρίου και Φεβρουαρίου εκάστου έτους και η πρώτη πληρωμή έλαβε χώρα την 10-5-2005. Οι ομολογίες αξιολογήθηκαν με ΒΒ από τον διεθνή οίκο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Fitch Ratings, βαθμός ο οποίος υποδεικνύει αξιόπιστα ομόλογα, τα οποία, όμως, ενέχουν στοιχεία κερδοσκοπίας [σχ.

η κλίμακα αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του παραπάνω διεθνούς οίκου αξιολόγησης], ενώ για την εξόφληση του κεφαλαίου και των τόκων των εκδιδόμενων τίτλων παρείχε εγγύηση μειωμένης εξασφάλισης η ελληνική τράπεζα "ASPIS BANK" βάσει της από 10-2-2005 εγγυητικής επιστολής. Το καθεστώς της ως άνω παρεχόμενης εγγύησης προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι οι υποχρεώσεις της εγγυήτριας συνιστούν άμεσες και μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις και θα έπονται ως προς το δικαίωμα αποπληρωμής, σε περίπτωση λύσης ή εκκαθάρισης καθοιονδήποτε τρόπο της εγγυήτριας, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά της πτώχευσης, της εθελοντικής αναδιάρθρωσης χρέους, της εθελοντικής ή υποχρεωτικής εκκαθάρισης των αξιώσεων των πιστωτών ανώτερης τάξης, έτσι ώστε το ποσό που οφείλεται για τις ομολογίες από την εγγύηση να καταβάλλεται από την εγγυήτρια μόνον εφόσον όλοι οι πιστωτές ανώτερης τάξης έχουν αποζημιωθεί ή τους έχει καταβληθεί στο ακέραιο το ποσό των απαιτήσεών τους και οι κάτοχοι των ομολόγων παραιτούνται αμετάκλητα από το δικαίωμά τους να αντιμετωπίζονται ισότιμα με όλους τους άλλους μη εξασφαλισμένους μη μειωμένης διασφάλισης πιστωτές της εγγυήτριας.

Τα καθαρά έσοδα της έκδοσης ύψους περίπου 49.850.000 ευρώ παρασχέθηκαν ως δάνειο στην εγγυήτρια "ASPIS BANK" για την κάλυψη των γενικών χρηματοδοτικών αναγκών της. Για την εγγραφή και διάθεση της έκδοσης ορίστηκαν ως κύριοι συνδιαχειριστές (Joint Lead Managers) οι τράπεζες "ABN AMRO BANK N.V." και "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", οι οποίες συμφώνησαν από κοινού και εις ολόκληρον, δυνάμει της από 8-2-2005 σύμβασης αναδοχής, ότι θα εγγραφούν ή θα εγγράψουν επενδυτές για τις ομολογίες στο 100% της τιμής έκδοσης μείον την προμήθεια για την συνδυασμένη διαχείριση, αναδοχή και διάθεση που προσδιορίστηκε σε ποσοστό 0,3% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων.

Έκαστος συνδιαχειριστής συμφώνησε ότι δεν θα προβεί σε δημόσια προσφορά των ομολογιών στην Ελλάδα και δεν θα αναμιχθεί σε διαφημίσεις οποιουδήποτε είδους, ειδοποίηση, δήλωση ή άλλη σχετική δραστηριότητα στην Ελλάδα, με σκοπό την προσέλκυση του κοινού για την απόκτηση των ομολογιών. Όπως δε προέκυψε από τη σύμβαση αναδοχής η τράπεζα "ABN AMRO BANK N.V." φέρεται να ενήργησε τόσο για λογαριασμό της όσο και για λογαριασμό της τράπεζας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." για την κάλυψη της έκδοσης και για την λήψη ενιαίας προμήθειας διαχείρισης και αναδοχής ύψους 150.000 ευρώ, ενώ η τελευταία στις 10-2-2005 αγόρασε από την παραπάνω συνδιαχειρίστρια ποσοστό 44% της έκδοσης.

Ακολούθησε την ίδια ημερομηνία (10-2-2005) η μεταπώληση από την τράπεζα "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." τμήματος των ομολογιών σε εγχώριους θεσμικούς επενδυτές, ενώ 18.500 ομολογίες εκ των αρχικώς αποκτηθεισών από αυτήν διακρατήθηκαν κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία στον λογαριασμό ιδιοκτησίας της και ακολούθησαν επ' αυτών τόσο διατραπεζικές πράξεις, όσο και αγοραπωλησίες σε εκτέλεση εντολών πελατών της τράπεζας.

Η μεταπώληση αυτή διενεργήθηκε μέσω του δικτύου των υπαλλήλων των καταστημάτων της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης τράπεζας και της διεύθυνσης αυτής PRIVATE BANK, την οποία συναποτελούσε η τράπεζα μετά της εταιρείας "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη εταιρεία, ως ήδη προεκτέθηκε.

Ειδικότερα, η τράπεζα και συγκεκριμένα υπάλληλοι των καταστημάτων αυτής, ιδίως στην επαρχία, δημιούργησαν μια πρακτική προσέλκυσης με σκοπό την μεταπώληση των ομολογιών, που η τράπεζα είχε αρχικώς αγοράσει, καθώς απευθύνονταν σε ευρύ και απροσδιόριστο κύκλο προσώπων, αδιακρίτως και όχι με τρόπο προσωποπαγή, που θα απέκλειε την διεύρυνση των προσώπων που λαμβάνουν γνώση και θα παρείχε την δυνατότητα για επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις προσφερόμενες ομολογίες.

Ειδικότερα, η τράπεζα κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2005 έως 21-7-2008 προέβη σε δημόσια προσφορά, μεταπωλώντας στο κοινό από τις 18.500 ομολογίες, ονομαστικής αξίας 18.500.000 ευρώ, εκδόσεως της "ASPIS FINANCE PLC" και εγγύησης μειωμένης εξασφάλισης από την τράπεζα "ASPIS BANK", που κατείχε στον λογαριασμό ιδιοκτησίας της, τις οποίες είχε αρχικώς αγοράσει ως ανάδοχος, σε τιμή μεγαλύτερη από την τιμή αναδοχής.

Η ως άνω πρόσκληση / δημόσια προσφορά από την τράπεζα στο κοινό για μεταπώληση των εκ της αναδοχής ομολογιών της "ASPIS FINANCE PLC" έγινε σε μη ειδικούς επενδυτές και - κατά την άποψη των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - πραγματοποιήθηκε με δική της πρωτοβουλία, μέσω του δικτύου των καταστημάτων της και της διεύθυνσης PRIVATE BANK, καθώς απευθυνόταν μέσω των υπαλλήλων της, προφορικώς και γραπτώς, διαρκώς και αδιακρίτως και όχι με τρόπο προσωποπαγή και θέτοντας ορισμένα εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια που θα απέκλειαν την διεύρυνση των προσώπων που λαμβάνουν γνώση, σε πελάτες της σε όλη την Ελλάδα.

Μάλιστα εκ του αποτελέσματος της διαρκούς αυτής πρόσκλησης, δηλαδή από τον αριθμό των πελατών της που επένδυσαν στις επίμαχες ομολογίες, προκύπτει ότι η τράπεζα κατά τη διάρκεια των ετών 2005 - 2008 απευθύνθηκε σε τουλάχιστον 1.417 πρόσωπα, δικαιούχους και συνδικαιούχους, μη ειδικούς επενδυτές, που επένδυσαν σε ομολογίες της εκδότριας.

Σε κάθε περίπτωση, κατά την άποψη των μελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δεν αποδεικνύεται πως άτομα από όλη την Ελλάδα, τα οποία δεν συνιστούν ειδικούς επενδυτές και δεν φαίνεται να συνδέονται με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό ή ιδιότητα, απευθύνθηκαν με δική τους πρωτοβουλία στην τράπεζα για την αγορά των ομολόγων της "ASPIS FINANCE PLC", πόσο μάλλον μετά την από 11-2-2005 ανακοίνωση της "ASPIS BANK" ότι το εν λόγω ομολογιακό δάνειο διατέθηκε και καλύφθηκε με ιδιωτική τοποθέτηση από εγχώριους και αλλοδαπούς θεσμικούς.

Καταλήγοντας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, συνοψίζει τα πορίσματά της ως ακολούθως: Η εταιρεία με την επωνυμία "ASPIS FINANCE PLC" εξέδωσε στις 10-2-2005 ομολογίες ονομαστικής αξίας εκάστης 1.000 ευρώ και συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000.000 ευρώ, κυμαινομένου επιτοκίου, μειωμένης εξασφάλισης, με την εγγύηση της τράπεζας "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δεκαετούς διάρκειας, με τιμή έκδοσης στο 100% της ονομαστικής τους αξίας.

Η "ASPIS FINANCE PLC" ήταν θυγατρική της "ASPIS BANK". Οι εν λόγω ομολογίες εισήχθησαν με κωδικό αριθμό ISIS XS0211271597 στις 10-2-2005 στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου, όπου και διαπραγματεύονταν μέχρι τις 15-2-2012, ημερομηνία κατά την οποία ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους. Η τελευταία αναφορά τιμής για τις συγκεκριμένες ομολογίες φέρει ημερομηνία 8-2-2007.

Το 2011 και συγκεκριμένα, με την με αριθμό 25/17-11-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακλήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος η άδεια για την ίδρυση και λειτουργία της εγγυήτριας της έκδοσης τράπεζας "ASPIS BANK", η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 3601/2007.

Με την με αριθμό 26/17-12-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ορίστηκε ότι οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της εγγυήτριας από το ανωτέρω ομολογιακό δάνειο δεν θα περιλαμβάνονταν στα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και θα παρέμεναν στην υπό ειδική εκκαθάριση εγγυήτρια.

Κατόπιν αυτών των εξελίξεων η εκδότρια εταιρεία "ASPIS FINANCE PLC" δεν προέβη στην πληρωμή των τόκων της 10-2-2012, στις 15-2-2012 ανεστάλη η διαπραγμάτευση των τίτλων στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και κατά το ίδιο έτος τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση υπό το αγγλικό δίκαιο. Στο πλαίσιο έκδοσης του ομολογιακού δανείου καταρτίστηκε "Offering Circular" (Έντυπο Προσφοράς) στην αγγλική γλώσσα, το οποίο φέρει ημερομηνία 8-2-2005 και την ευθύνη έκδοσης του οποίου φέρουν η εκδότρια και εγγυήτρια τράπεζα.

Το έντυπο αυτό αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Χρηματιστηρίου του Λουξεμβούργου και περιείχε τα προαναφερόμενα στοιχεία αναφορικά με την έκδοση, εγγύηση και αναδοχή των ομολογιών, Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα, κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2005 έως 21-7-2008 προέβη σε δημόσια προσφορά 18.500 ομολογιών ονομαστικής αξίας 18.500.000 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας "ASPIS FINANCE PLC", υπό την μειωμένης εξασφάλισης εγγύηση της τράπεζας "ASPIS BANK", η οποία ήταν μητρική της εκδότριας, που κατείχε στον λογαριασμό ιδιοκτησίας της, τις οποίες είχε αρχικώς αγοράσει στις 10-2-2005 ως ανάδοχος από την εταιρεία "ABN AMRO BANK N.V.", χωρίς να δημοσιεύσει σχετικό ενημερωτικό δελτίο, παρότι είχε προς τούτο υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων του νόμου 3401/2005, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 3 έως 26 του Κανονισμού της Επιτροπής (ΕΚ) με αριθμό 809/2004.

Για την εν λόγω παράβαση η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε στην πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα πρόστιμο 50.000 ευρώ. Περαιτέρω, όσον αφορά ειδικότερα την αγορά τίτλων του επίμαχου ομολόγου από τους ενάγοντες - εκκαλούντες, εκ του συνόλου των αποδείξεων, αποδείχθηκε ότι αυτοί προέβησαν στην αγορά τους αυτοβούλως, δίνοντας σχετική εντολή στους προστηθέντες υπαλλήλους της διεύθυνσης PRIVATE BANK των εναγομένων - εφεσίβλητων, οι οποίοι, ωστόσο, είχαν προηγουμένως παρουσιάσει, υποδείξει και προτείνει σε αυτούς το εν λόγω προϊόν ως τραπεζικό ομόλογο, έκδοσης της "ASPIS FINANCE PLC", που είχε αξιολογηθεί από τους οίκους αξιολόγησης, ως μηδενικού επενδυτικού ρίσκου, με εξασφαλισμένο και σταθερό επιτόκιο και εγγυημένο κεφάλαιο (σχ.

η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων - εφεσίβλητων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου...), χωρίς, όμως, να τους γνωστοποιήσουν, πριν από την αγορά του, τα πιο πάνω ειδικότερα στοιχεία του ομολόγου. Μετά την αγορά του, το ανωτέρω ομόλογο άρχισε να υποβαθμίζεται βαθμιαία από τον προαναφερθέντα Διεθνή Οίκο Αξιολόγησης, από ΒΒ κατά την έκδοσή του σε Β- (ομόλογο πιο κερδοσκοπικό από την κατηγορία ΒΒ), στις 3-11-2208, σε CC+ (ομόλογο με έντονο κερδοσκοπικό χαρακτήρα, με κίνδυνο απώλειας τόκων και αρχικού κεφαλαίου), στις 29-7-2009, σε CCC, στις 3-11-2009 και σε C (κίνδυνος χρεωκοπίας) στις 23-5-2011, οπότε και αποσύρθηκε από τις διαβαθμίσεις.

Οι ενάγοντες - εκκαλούντες, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, λάμβαναν από τις εναγόμενες - εφεσίβλητες, υπό την κοινή επωνυμία "ALPHA PRIVATE BANK", τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους, στην οποία αναγραφόταν η κατηγορία της επένδυσης, η εκάστοτε αποτίμησή του, η αριθμητική και ποσοστιαία μεταβολή της τιμής του ομολόγου, η αναλυτική κίνηση του λογαριασμού και οι τόκοι.

Περί τα τέλη του έτους 2009 με αρχές του έτους 2010, οι ενάγοντες - εκκαλούντες εξέφρασαν την επιθυμία να ρευστοποιήσουν μέρος των τίτλων του ομολόγου, πλην όμως οι προστηθέντες των εναγομένων - εφεσίβλητων τους απέτρεψαν, αναφέροντας ότι έπρεπε να αναμείνουν την λήξη του ομολόγου, προκειμένου να μην απωλέσουν χρήματα.

Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 25/1/17-12-2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 2856 Τ.Β/17-12-2011) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εγγυήτριας του επίδικου ομολόγου τράπεζας "T BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εν τω μεταξύ είχε μετονομαστεί η τράπεζα "ASPIS BANK" και αυτή τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, ενώ με την με αριθμό 26/2/17-12-2011 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της υπό εκκαθάριση εγγυήτριας από την άνω ομολογιακή έκδοση παρέμειναν στην ίδια, γεγονότα που γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες - εκκαλούντες, με την από υπ' αριθ. 231/28-12-2011 επιστολή της διεύθυνσης "ALPHA PRIVATE BANK" των εναγομένων - εφεσίβλητων.

Επίσης, με την επιστολή αυτή επισημάνθηκε στους ενάγοντες - εκκαλούντες, το γεγονός ότι, τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεών τους από το παραπάνω ομόλογο, θα εξαρτηθεί από την πορεία και τα αποτελέσματα της ειδικής εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρείας και ότι ο ειδικός εκκαθαριστής καλούσε τους πιστωτές να αναγγείλουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους, μέχρι 10-2-2012.

Εν συνεχεία, η εκδότρια των επίδικων ομολογιών εταιρεία "ASPIS FINANCE PLC" τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση μετά από απόφαση των μετόχων της στη Γενική Συνέλευση, που έλαβε χώρα στις 20-9-2012 και οι ορισθέντες κατά την ίδια συνεδρίαση εκκαθαριστές κάλεσαν τους πιστωτές να υποβάλλουν τις απαιτήσεις τους κατ' αυτής έως την 16-11-2012.

Τα ανωτέρω πληροφορήθηκαν οι ενάγοντες - εκκαλούντες δια της αποστολής από την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα της υπ' αριθ. 244/2-11-2012 επιστολής της. Σύμφωνα δε με την από 11-10-2012 δημόσια ανακοίνωση της εταιρείας "...", που ορίστηκε εκκαθαρίστρια της εκδότριας των επίδικων ομολογιών, α] οι ομολογίες ύψους 50.000.000 ευρώ που εξέδωσε η τελευταία είναι μειωμένης εξασφάλισης και επομένως κατατάσσονται μετά από όλους του μη μειωμένης εξασφάλισης πιστωτές για τον σκοπό της ικανοποίησης από την εκκαθάριση και β] δεν αναμένεται καμία καταβολή οιουδήποτε μερίσματος στους κατόχους των ομολογιών πριν από το 2013, με εκτίμηση ότι το μέρισμα που θα καταβληθεί θα είναι λιγότερο από 0,1 πένες ανά αγγλική λίρα.

Έτσι, λόγω της εκμηδένισης της αξίας του παραπάνω ομολόγου, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, ήταν μειωμένης διασφάλισης, οι ενάγοντες - εκκαλούντες έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία αντίστοιχη με το ποσό που διέθεσαν για την αγορά του ομολόγου (αξία κτήσης) ποσού [354.025 + 202.300=] 556.325 ευρώ (σχ. η ισόποση χρέωση του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού τους), η ονομαστική αξία του οποίου ανερχόταν στο ποσό των 550.000 ευρώ. Η ζημία δε αυτή των εναγόντων - εκκαλούντων προκλήθηκε αιτιωδώς από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων - εφεσίβλητων, οι οποίοι τους παρουσίασαν, υπέδειξαν και πρότειναν την αγορά του ομολόγου, παραλείποντας να τους ενημερώσουν για τα στοιχεία αυτού και ειδικότερα για το ότι: 1ον] η εκδότρια εταιρεία συστήθηκε ως εταιρεία ειδικού σκοπού με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο (Αγγλία και Ουαλία) και η κύρια δραστηριότητά της ήταν να αυξήσει τα εκ του νόμου απαιτούμενα κεφάλαια της "T BANK AE" (πρώην "ASPIS BANK AE"), η οποία ήταν μητρική της εταιρεία και συμμετείχε κατά συντριπτική πλειοψηφία στο μετοχικό της κεφάλαιο, 2ον] τα κεφάλαια που προήλθαν από την έκδοση του ομολογιακού δανείου μειωμένης εξασφάλισης χορηγήθηκαν αμέσως στην ανωτέρω τράπεζα ως ανέγγυα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης αποπληρωτέα το 2015, 3ον] η πιστοληπτική αξιολόγηση των ομολόγων και της εγγυήτριας τράπεζας κατά τον χρόνο έκδοσης του ομολογιακού δανείου ήταν βαθμού Β και ΒΒ+, αντίστοιχα, που υποδηλώνει ομόλογα που ενέχουν στοιχεία κερδοσκοπίας και 4ον] η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα είχε αναλάβει ως ανάδοχος τμήμα των ομολόγων της έκδοσης, μέρος του οποίου διακράτησε στον ιδιωτικό λογαριασμό της, προκειμένου να τα μεταπωλήσει σε επενδυτές, όπως και πράγματι έπραξε.

Τα παραπάνω μάλιστα υπ' αριθ. 1 έως 3 στοιχεία αναφέρονταν στο ενημερωτικό δελτίο για την έκδοση του ομολόγου στην πρωτογενή αγορά, το οποίο, όμως, ουδέποτε παραδόθηκε στους ενάγοντες - εκκαλούντες κατά την μεταπώληση μέρους των τίτλων, που η πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη διακράτησε στον ιδιωτικό λογαριασμό της.

Έτσι, οι εναγόμενες - εφεσίβλητες δεν εκπλήρωσαν την απορρέουσα από τη σιωπηρά καταρτισθείσα με τους ενάγοντες - εκκαλούντες σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, υποχρέωσή τους να προβούν σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση αυτών για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, την εγγυήτρια και την εκδότρια αυτού, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, το οποίο γνώριζαν ότι οι τελευταίοι ήθελαν να εξασφαλίσουν, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης τους για τις επενδύσεις.

Η υποχρέωσή τους αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενες - εφεσίβλητες, η εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ αυτών και των εναγόντων - εκκαλούντων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που προαναφέρθηκε, αποτελεί σύμβαση εντολής προς εκτέλεση εντολών χρηματοπιστωτικών μέσων και περιέχει απαλλακτικές της ευθύνης τους ρήτρες, καθόσον, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη των απαλλακτικών ρητρών, στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες - εφεσίβλητες δεν περιορίστηκαν στην εκτέλεση της εντολής για την αγορά του ένδικου ομολόγου, αλλά προηγουμένως, όπως προεκτέθηκε, δια των προστηθέντων τους, παρουσίασαν, υπέδειξαν και πρότειναν στους ενάγοντες - εκκαλούντες, ως ασφαλή, επωφελή και μηδενικού ρίσκου, την εν λόγω επένδυση, πείθοντάς τους να την επιλέξουν.

Ειδικότερα, ναι μεν οι εναγόμενες - εφεσίβλητες ανέλαβαν την πώληση στους ενάγοντες - εκκαλούντες των επίδικων ομολόγων, πλην όμως στην πραγματικότητα καταρτίστηκε μεταξύ αυτών προφορικώς σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, καθώς οι μεν ενάγοντες - εκκαλούντες προσέβλεπαν στις ειδικές γνώσεις των υπαλλήλων των εναγομένων - εφεσίβλητων, λαμβανομένων υπόψη του σημαντικού για αυτούς χρηματικού ποσού, που επρόκειτο να επενδύσουν, της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων και της εκδηλωθείσας βούλησής τους να διασφαλίσουν το κεφάλαιο της επένδυσής τους, η δε πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη πώλησε τους επίδικους τίτλους όχι ως ανάδοχος της σχετικής έκδοσης, μεσολαβώντας δηλαδή μεταξύ της εκδότριας και του επενδυτικού κοινού, αλλά από τον ιδιωτικό λογαριασμό της.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων - εφεσίβλητων περί έλλειψης αμοιβής, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον στην επίμαχη σύμβαση περιλήφθηκε όρος περί λήψεως αμοιβής εκ μέρους των εναγομένων - εφεσίβλητων (10ος όρος), ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ως αληθής, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, και δεν συνεπάγεται ανυπαρξία συνεργασίας μεταξύ τους, διότι οικονομικό όφελος των τελευταίων δεν αποτελεί μόνον η αμοιβή, αλλά και η, δια της παροχής των υπηρεσιών τους, ενίσχυση της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες - εκκαλούντες (ΑΠ 335/2010).

Εξάλλου, το γεγονός ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες είχαν ενημερωθεί κατά την υπογραφή της σύμβασης περί των κινδύνων που ενέχουν οι επενδύσεις σε ομόλογα, με έγγραφο ενημερωτικό έντυπο που υπέγραψαν, δεν αναιρεί την ως άνω ευθύνη των εναγομένων - εφεσίβλητων, καθόσον η ενημέρωση αυτή ήταν γενική και αναφερόταν σε όλα εν γένει τα ομόλογα.

Έτσι, με την παραπάνω συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων - εφεσίβλητων, που συνίσταται στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης των εναγόντων - εκκαλούντων, καθώς και της παροχής σ' αυτούς σαφούς, ορθής, πλήρους και κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επένδυση και την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, παρέβησαν υπαιτίως τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τους, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ.

Η υπαίτια δε παράβαση των άνω διατάξεων συνιστά παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ συμπεριφορά, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που παρατίθεται παραπάνω στο υπό στοιχείο

ΙΙΙ.Α κεφάλαιο της παρούσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπαίτια και παράνομη αυτή συμπεριφορά των εναγομένων - εφεσίβλητων, προκάλεσε τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες - εκκαλούντες, καθόσον προέβησαν στην επένδυση αγνοώντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ομολόγου, για τα οποία δεν ενημερώθηκαν, με την πεποίθηση που τους δημιούργησαν, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους.

Αν δε είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν τούτο, ότι δηλαδή το ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση. Ακολούθως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς όλες τις βάσεις της, κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της κρινόμενης έφεσης, οι οποίοι καίτοι αριθμούνται ως διαφορετικοί είναι ταυτόσημοι κατά περιεχόμενο".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, καθώς και εκείνες των άρθρων 914, 932, 281, 288, 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ανελέγκτως, ότι κατά παράβασή τους οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων, αν και συνήψαν με αυτούς σιωπηρά σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, η κατάρτιση της οποίας δεν αναιρείται από την υπογραφή σύμβασης διαβίβασης και λήψεως εντολών, καθώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι προστηθέντες των εναγομένων παρουσίασαν, υπέδειξαν και πρότειναν στους ενάγοντες, ως ασφαλή, επωφελή και μηδενικού ρίσκου την αγορά του επίμαχου ομολόγου, παρέλειψαν να τους ενημερώσουν για τα στοιχεία του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος και για τους πιθανούς κινδύνους απώλειας του κεφαλαίου τους και ότι η παράβαση των εκ του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ υποχρεώσεων των εναγομένων, η οποία συνιστά αδικοπραξία, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της πρόκλησης ζημίας στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, του προσδιορισμού του ύψους της ζημίας τους και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων και της προκληθείσας από αυτήν ζημίας των εναγόντων, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και συγκεκριμένα αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικά πιο πάνω αναφερομένη) υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων των εναγομένων, κατά παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (υπαίτια συμπεριφορά), κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν πράγματι πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ προσδιορίζεται με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας των εναγόντων (και ήδη αναιρεσίβλητων), συνισταμένης στην απώλεια του κεφαλαίου που διέθεσαν για την αγορά του επίμαχου ομολόγου λόγω της αναφερόμενης εκμηδένισης της αξίας του.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα) η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Συνεπώς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, κατά τα σκέλη τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι, καθώς και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251 "Προστασία των καταναλωτών, με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της εκ της αδικοπραξίας λόγω της υπαίτιας παράβασης των υποχρεώσεών τους, από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών - συμβουλευτικών υπηρεσιών που είχαν συνάψει και από τον Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ και δεν προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα των υπόλοιπων παραδεκτά σωρευόμενων επικουρικών βάσεων αυτής, μεταξύ των οποίων ήταν και εκείνη που θεμελιωνόταν στην παραβίαση των διατάξεων του νόμου για την προστασία των καταναλωτών, τις, οποίες, συνεπώς, δεν εφάρμοσε.

Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, προβάλλοντας αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή, την έλλειψη ενημέρωσης περί του ομολόγου και ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τη φύση της συμβάσεως και την αποκλειστική ευθύνη των εναγόντων για τις επενδυτικές τους επιλογές από τη συγκεκριμένη σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών.

Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, γιατί οι ανωτέρω ισχυρισμοί τους οποίους επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προς θεμελίωσή τους, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της βάσης της ένδικης αγωγής, από αδικοπραξία και επομένως, δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ. β και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι, όπως προεκτίθεται, και η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 1207/2017).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 300 ΑΚ, απέρριψε την ένστασή τους περί συντρέχοντος πταίσματος, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες συνετέλεσαν κατά 99% στην πρόκληση, άλλως στη μη αποτροπή της ζημίας τους, λόγω της μη ρευστοποίησης του ένδικου ομολόγου, παρά το γεγονός ότι από τη μηνιαία έγγραφη ενημέρωσή τους προέκυπτε η πτωτική πορεία αυτού.

Την εν λόγω ένσταση, την οποία οι αναιρεσείουσες πρότειναν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν νομότυπα, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, ως εφεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, αναφορικά με τον ως άνω ισχυρισμό, τα εξής: "Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε και προεκτέθηκε, ακόμη και κατά την πτωτική πορεία της τιμής του ομολόγου οι ενάγοντες - εκκαλούντες δεν γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ως εκ της έλλειψης ειδικών γνώσεων και εξειδικευμένης εμπειρίας περί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου τους, περιστατικό για το οποίο δεν τους ενημέρωσαν οι εναγόμενες - εφεσίβλητες.

Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, οι προστηθέντες των τελευταίων, στους οποίους απευθύνθηκε ο πρώτος ενάγων - εκκαλών, αντιπροσωπεύοντας και την δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα σύζυγό του, περί τα τέλη του έτους 2009 με αρχές του έτους 2010, επιθυμώντας να λάβει μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου του, τον απέτρεψαν ισχυριζόμενοι ότι πρέπει να αναμείνει την λήξη του ομολόγου, προκειμένου να μην απωλέσει το κεφάλαιό του.

Σε κάθε περίπτωση, η επικαλούμενη από τις εναγόμενες - εφεσίβλητες επιλογή της ρευστοποίησης του ομολόγου, κατά το χρόνο που η αξία του ήταν μειωμένη, θα αποκαθιστούσε ενδεχομένως μικρό μέρος της ζημίας των εναγόντων - εκκαλούντων, οι οποίοι δεν θα διατηρούσαν καμία άλλη αξίωση αποζημίωσης από το ομόλογο αυτό".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε το άρθρο 300 ΑΚ και ορθώς έκρινε ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν τις ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής του και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ και ειδικότερα μέμφονται αυτή (προσβαλλόμενη) ότι περιέχει αντιφατικές κρίσεις ως προς την άγνοια των εναγόντων για το είδος της επένδυσης, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι είχαν διαφωτιστεί επαρκώς σχετικά με τους κινδύνους, που συνδέονται τόσο με τη σύναψη των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όσο και με τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα και, συνακόλουθα με τον κίνδυνο απωλείας του επενδεδυμένου σ' αυτά κεφαλαίου τους, ότι προέβησαν στην αγορά των ομολόγων με μοναδικό κριτήριο το αυξημένο, σε σχέση με τα υπόλοιπα επενδυτικά προϊόντα, κέρδος και ότι συνέχισαν να τα κρατούν στο χαρτοφυλάκιό τους αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο της επιλογής τους αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας οι αναιρεσείουσες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, αναφορικά με την παράλειψη πλήρους και επαρκούς ενημέρωσης των αναιρεσίβλητων για τους κινδύνους της επίμαχης επένδυσης.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον, υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.

Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη, πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.

Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στο ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ, απέρριψε την ένστασή τους περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, ώστε να αφαιρεθεί από την τυχόν επιδικασθείσα σε αυτούς θετική ζημία η ωφέλεια που αποκόμισαν από τους τόκους ποσού 133.789,21 ευρώ, τους οποίους εισέπραξαν από τα τοκομερίδια του επίμαχου ομολόγου.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την εξής αιτιολογία: "Η ένσταση, όμως, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Τούτο δε διότι, ναι μεν το παραπάνω ποσό των 133.789,21 ευρώ, το οποίο πράγματι εισέπραξαν οι ενάγοντες - εκκαλούντες, όπως δεν αμφισβητείται από αυτούς, αποτελεί κέρδος των τελευταίων από την κυριότητα του ομολόγου, πλην, όμως, το εν λόγω κέρδος δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην εκδότρια των τίτλων τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύτηκε, αποδίδοντας σε αυτούς τους συμφωνημένους καρπούς του και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των τελευταίων, καθόσον δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της ωφελείας, αφού η καθεμία στηρίζεται σε διαφορετική αιτία.

Άλλωστε, ο προτεινόμενος από τις εναγόμενες - εφεσίβλητες συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός, να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος. Τούτο, διότι, οι ενάγοντες - εκκαλούντες έχουν ήδη εισπράξει τους τόκους και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησόμενη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους".

Με το να απορρίψει το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναφορικά με το ποσό των τόκων, που οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι έλαβαν ως απόδοση του επίδικου ομολόγου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 εδ.

α, 914 και 930 αριθ. 3 ΑΚ, καθόσον, πράγματι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, καθόσον, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ναι μεν το ως άνω ποσό αποτελεί κέρδος των εναγόντων - αναιρεσίβλητων από τον τίτλο που κατείχαν, πλην όμως το κέρδος αυτό, (όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται), δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου της, αλλά έγινε από την εκδότρια του ομολόγου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που την συνέδεε με τους ενάγοντες επενδυτές και ως αντιπαροχή για τη χρήση και εκμετάλλευση των κεφαλαίων που επενδύθηκαν για το χρονικό διάστημα, στο οποίο αντιστοιχούν.

Κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο ποσό δεν συνδέεται µε την παράνομη και υπαίτια ζηµιογόνα πράξη των εναγομένων - αναιρεσειουσών µε τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει τον συνυπολογισμό τους στην επιδικασθείσα αποζημίωση, αφού δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της ωφέλειας και η καθεμία στηρίζεται σε διαφορετική αιτία.

Άλλωστε, ο προτεινόμενος (από τις αναιρεσείουσες) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, ή οποία όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος, (από το ζημιογόνο γεγονός), να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, η πρώτη αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε 20 ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σωρεύει αίτηση, με την οποία ζητεί την, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναίρεσης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτήν από κάθε αναιρεσίβλητο το ποσό των 292.341,96 ευρώ που του κατέβαλε, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί. Η αίτηση αυτή, μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-7-2019 αίτηση (ΓΑΚ 6920/2019, ΕΑΚ 663/2019, Αριθ. Δικ. 1311/2019) για αναίρεση της 3526/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ασκούμενη με τις προτάσεις των αναιρεσειουσών αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ