Supreme Court dismisses appeal on property transfer requiring registration under Greek Civil Code and Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court incorrectly applied substantive law by failing to require registration for a property transfer and establishing an easement. The court rejected these claims, ruling that the lower court's reasoning was based on the appellants' failure to prove the existence of the specific sales contracts they alleged, rather than a procedural error regarding registration requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033, 1192, 1189 of the Civil Code; Article 559(1) of the Civil Procedure Code: An appeal based on the violation of a substantive law rule is inadmissible if the rule was not the main basis of the judicial reasoning or if the lower court's decision rests on the unproven existence of the underlying title rather than a misapplication of registration requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 577 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 577/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου της Αντιπροέδρου), Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Κ. του Ε., και 2. Θ. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεροντίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. χας Ι. Κ., 2 Χ. Κ. του Ι., 3 Γ. Κ. του Ι., νομίμως εκπροσωπουμένου από την μητέρα του Γ. χα Ι. Κ., η οποία είναι δικαστικός συμπαραστάτης του και 4. Ν. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πανταζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2001, 356/2003 μη οριστικές, 580/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 2047/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 156/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής που είχε ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τ' ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι, είναι συγκύριοι, όπως συνομολογείται, ομόρων οικοπέδων που βρίσκονται στη ... εντός σχεδίου πόλεως, με πρόσοψη στην οδό ....
Οι ιδιοκτησίες των διαδίκων, επί των οποίων έχουν ανεγερθεί οικοδομές που έχουν υπαχθεί νομίμως στο σύστημα της οροφοκτησίας, διαχωρίζονται μεταξύ τους από εδαφική λωρίδα πλάτους πέντε περίπου μέτρων η οποία κείται ανατολικά της ιδιοκτησίας των εναγομένων και δυτικά εκείνης των εναγόντων. Η εδαφική αυτή λωρίδα που εκτείνεται από νότο προς βορρά αρχίζει από την πρόσοψη επί της οδού ...
και καταλήγει στο βόρειο όριο και των δύο παρακειμένων αυτής ιδιοκτησιών των διαδίκων. Απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων ήταν ο Ε. Ρ., ο οποίος είχε στην περιοχή, που τότε ευρίσκετο εκτός σχεδίου πόλεως, αγρό εμβαδού 2,50 περίπου στρεμμάτων ο οποίος συνόρευε δυτικώς με ιδιοκτησία Π. και νοτίως είχε πρόσοψη επί της παραπάνω οδού ....
Ο Ε. Ρ. από το έτος 1952 αποφάσισε να κατατμήσει την μεγαλύτερη έκταση που του ανήκε και να μεταβιβάσει τμήματα αυτής προς τρίτους, για την ανέγερση οικιών, διότι φαίνεται ότι έκτοτε η περιοχή είχε αποκτήσει οικοπεδική αξία. Έτσι αυτός με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Κροκεών Πέτρου Αλικάκου, το οποίο δεν αποδεικνύεται ότι έχει μεταγραφεί-νομίμως, πώλησε στους αδελφούς Ε.
Σ., Ι. και Π. Π., τμήμα από την μεγαλύτερη έκταση, ευρισκομένου του πωληθέντος στο δυτικό μέρος του όλου (προς την ιδιοκτησία Π.) και εκτεινομένου από νοτίως όπου είχε πρόσοψη επί της παραπάνω οδού προς βορράν καθ' όλο το βάθος του οικοπέδου, μέχρι του εκεί ευρισκομένου αρδευτικού αύλακα. Ρητώς ορίζεται στο πωλητήριο αυτό συμβόλαιο ότι το πωλούμενο στους αδελφούς Π.
τμήμα έχει πρόσοψη επί της οδού ... 15,50 μέτρα μετρούμενης της απόστασης αυτής από το όριο της (δυτικό) με την ιδιοκτησία Π.. Ρητώς επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των τότε συμβληθέντων, ότι οι αγοραστές αδελφοί Π. υποχρεούνται να αφήσουν στο ανατολικό μέρος του τμήματος που αγόρασαν και καθ' όλο το βάθος εδαφική) έκταση πλάτους πέντε μέτρων, που θα αποτελέσει δίοδο διελεύσεως των ιδίων των αγοραστών και του πωλητή προς εξυπηρέτηση των εκατέρωθεν αυτής κειμένων ακινήτων τους.
Πράγματι οι αδελφοί Π., οι οποίοι το έτος 1953 ανήγειραν στο παραπάνω τμήμα που αγόρασαν ισόγειο οικοδομή στην οποία εγκατέστησαν και λειτούργησαν εργοστάσιο παγοποιϊας, άφησαν από την ιδιοκτησία τους την εδαφική λωρίδα πλάτους πέντε μέτρων και εκτεινομένη σε όλο το βάθος των οικοπέδων, (περίπου 40 μέτρων).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Φ. Φ. το έτος 1952 αγόρασε επίσης από τον Ε. Ρ., δυνάμει του υπ' αριθ. ..., συμβολαίου Κροκεών Πέτρου Αλικάκου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, τμήμα της εδαφικής έκτασης μέρος του οποίου αποτελεί και η ιδιοκτησία των εναγόντων, το οποίο χρησιμοποιούσε ως μάνδρα Οικοδομών. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι απομένει έκταση 13 μέτρων, δυτικώς, στον αγοραστή.
Από την σημείωση όμως αυτή δεν μπορεί να εξαχθεί ότι μεταβιβάσθηκε στον Φ. Φ. τμήμα της εκτάσεως και μάλιστα αυτό που διεκδικούν οι ενάγοντες, το οποίο ήδη με το προαναφερόμενο συμβόλαιο (...), είχε πωληθεί στους αδελφούς Π.. Στην κρίση αυτή συνηγορεί και το γεγονός ότι, ο παραπάνω αγοραστής (Φ. Φ.), παραστάθηκε ως μάρτυρας κατά την σύνταξη του προαναφερομένου συμβολαίου με τους αδελφούς Π.
και επομένως γνώριζε ποία ακριβώς έκταση μεταβιβάστηκε σ' αυτούς, καθώς και την δουλεία διόδου, η οποία συστάθηκε υπέρ του ακινήτου που αυτός εν συνεχεία αγόρασε. Ο Φ. Φ. δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κροκεών, Γεωργίου Μπεγέτη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον υιό του Χ.
Φ. τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης που είχε αγοράσει από τον Ε. Ρ., το έτος 1952. Στο συμβόλαιο αυτό το ακίνητο που μεταβιβάζεται περιγράφεται με εμβαδόν 312 τ.μ, με πρόσοψη επί της οδού ... 12 μ. και οριζόμενο προς δυσμάς με ιδιωτική οδό πλάτους 6 μ. Εν συνεχεία με το υπ1 αριθ. ... συμβόλαιο του ως άνω Συμβολαιογράφου ο Χρήστος Φ.
επώλησε στον Δ. Σ., το παραπάνω ακίνητο. Στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο το ακίνητο περιγράφεται με εμβαδόν 408 τ. μ, συνορευόμενο προς νότο επί πλευράς 12μ με δημόσια οδό ... και προς δυσμάς με ιδιωτική οδό πλάτους 6 μ. Στην υπ' αριθ. δε ... συμπληρωματική πράξη, του αμέσως παραπάνω συμβολαίου του ίδιου Συμβολαιογράφου, αναφέρεται ότι το πραγματικό μήκος της πλευράς του πωλούμενου ακινήτου που συνορεύει με την οδό ...
είναι 15 μ "εκ των οποίων τα τρία αφεθώσι προς δημιουργία ιδιωτικής οδού του Δ. Σ. και του γείτονος αυτού Ι. Γ. Κ.". Ο προσδιορισμός του μήκους της πλευράς αυτής γίνεται για πρώτη φορά στην παραπάνω συμπληρωματική πράξη, με προφανή πρόθεση την αύξηση της πλευράς της προσόψεως του ως άνω ακινήτου, εις βάρος του όμορου ακινήτου (των εναγομένων) και ειδικότερα της διόδου που αυτοί είχαν αφήσει, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται.
Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ακινήτου που γίνεται με την πράξη αυτή, ελέγχεται ως ανακριβής καθόσον η διαφοροποίηση του μήκους της προσόψεως από δώδεκα σε δεκαπέντε μέτρα, χωρίς διαφοροποίηση του εμβαδού του μεταβιβαζόμενου ακινήτου οδηγεί σε μη συμβατά στοιχεία, ενόψει του ότι το εν λόγω οικόπεδο με πρόσοψη 15 μ, με τις δύο εκατέρωθεν πλευρές σχεδόν κάθετες 33μ και 35μ αντίστοιχα και με την αντίπερα της προσόψεως πλευρά 12μ θα έπρεπε να έχει εμβαδόν 457 τ.
μ και όχι 408 που προσδιορίζεται και με την ως άνω συμπληρωματική πράξη. Ο Δ. Σ. δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Σπάρτης Δημητρίου Αλικάκου, υπήγαγε το όλο ακίνητο στο καθεστώς της οροφοκτησίας. Μεταβίβασε στους ενάγοντες τις προβλεπόμενες να αναγερθούν οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι στον πρώτο ενάγοντα δυνάμει του ...
συμβολαίου του ως άνω Συμβολαιογράφου το δυτικό ισόγειο κατάστημα επιφανείας 78,935 τ. μ και το οροφοδιαμέρισμα δευτέρου ορόφου επιφανείας 164,20 τ. μ και στον δεύτερο ενάγοντα δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του ίδιου Συμβολαιογράφου μεταβίβασε στον δεύτερο ενάγοντα το ανατολικό ισόγειο κατάστημα επιφανείας 78,935 τ.
μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι Ι., Π. και Σ. Π. δυνάμει του ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Γυθείου Θεόδωρου Λιακάκου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν τα μερίδια του προαναφερομένου ακινήτου τους που είχαν αγοράσει από τον Ε. Ρ. στον ένα εκ των ως άνω αδελφών, τον Ε. Π.. Ο τελευταίος, δυνάμει του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κροκεών Πέτρου Αλικάκου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στον Ι. Κ.. Στο συμβόλαιο αυτό, ρητά αναγράφεται ότι "εκ των δέκα πέντε και ήμισυ 15 1/2 μέτρων θα παραμείνουν προς κοινή χρήση ως κοινός δρόμος του αγοραστού και του Φ. Φ.", αναφερόμενο στην πρόσοψη του ακινήτου επί της οδού ....
Επί του ακινήτου αυτού ο Ι. Κ. ανήγειρε οικοδομή. Μετά τον θάνατο του τελευταίου, αυτός κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους εναγόμενους. Στην υπ' αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Σπάρτης Δημητρίου Αλικάκου, των πρώτης, δεύτερου και τέταρτου των εναγομένων, επίσης η πρόσοψη του κληρονομηθέντος ακινήτου εμφαίνεται 151/2 μ.
Από τα παραπάνω επίσης αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από του έτους 1952, που μεταβιβάσθηκε το προαναφερθέν ακίνητο στους αδελφούς Π. η δίοδος αυτή, τμήμα της οποίας αποτελεί και το διεκδικούμενο επίδικο, αφέθηκε εις βάρος του μεταβιβασθέντος στους αδελφούς Π. τμήματος, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτών και του πωλητή, ήταν δε διαμορφωμένη και εχρησιμοποιείτο τόσο για τις ανάγκες του εργοστασίου παγοποιίας του Π., όσο και για τις ανάγκες της μάνδρας οικοδομικών υλικών που διατηρούσε ανατολικά της διόδου ο Φ.
Φ., ο οποίος χρησιμοποιούσε την δίοδο αυτή για την διέλευση των οχημάτων του, με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο Φ. Φ. ισχυρίστηκε ποτέ ότι είναι κύριος τμήματος της διόδου και ότι είχε συνεισφέρει από την ιδιοκτησία του για την δημιουργία της.
Κανένας, εξάλλου από τους μετέπειτα διαδόχους του Φ. Φ. διεκδίκησε το επίδικο τμήμα. Για πρώτη φορά το έτος 1997 οι ενάγοντες επιχείρησαν να κατασκευάσουν στο επίδικο (τμήμα της προαναφερομένης διόδου), στηθαίο εξ οπλισμένου σκυροδέματος. Δεν αποδείχθηκε ότι η δίοδος αυτή δημιουργήθηκε με κοινή συνεισφορά του Φ.
Φ. 3 μ από την ιδιοκτησία του και του πωλητή Ε. Ρ., 2,5 μ από την δική του ιδιοκτησία. Εάν πράγματι τούτο είχε λάβει χώρα θα έπρεπε να διατυπωθεί στο συμβόλαιο που προαναφέρεται δυνάμει του οποίου ο Φ. Φ. αγόρασε από τον Ρ.. Όμως καμία τέτοια μνεία δεν γίνεται στο συμβόλαιο αυτό. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι στις υπ' αριθ. 577/14-8-1971 και 789/1973 άδειες οικοδομής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Λακωνίας, οι οποίες εκδόθηκαν για την ανέγερση κτίσματος στο ακίνητο των εναγομένων, η πρόσοψη αυτού, προσδιορίζεται 10,50μ και 2,50μ, στην δε υπ' αριθ. 815/1980 10,50 και 5.
Η διαφοροποίηση αυτή παρατηρείται προφανώς διότι η επιφάνεια της διόδου δεν λαμβάνεται υπόψιν εφόσον είναι άρτιο το οικόπεδο, για την έκδοση των οικοδομικών αδειών, οι οποίες αποτελούν διοικητικές πράξεις και κατά την έκδοσή τους δεν προσκομίζονται τίτλοι αν το οικόπεδο είναι άρτιο, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Τέλος, ο δεύτερος των εναγομένων υπέβαλε ενώπιον του Δήμου Σκάλας καταγγελία-αναφορά κατά των εναγόντων στην οποία αναφέρει ότι η παράνομη συμπεριφορά των τελευταίων συνίσταται στην κατάληψη κοινόχρηστου χώρου ανήκοντος και εις τον Δήμο. Ο προσδιορισμός αυτός περί κοινοχρήστου χώρου ανήκοντος στον δήμο δεν ανατρέπει κανένα από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν, αφού αποτελούν αδόκιμες εκφράσεις του ως άνω εναγομένου, ο οποίος δεν είναι νομικός και δεν έχει τις ανάλογες γνώσεις για τις έννοιες της δουλείας, νομής κλπ.
Σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται δεν αποδείχθηκε κυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου ούτε με παράγωγο αλλά ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού όπως προαναφέρθηκε η δίοδος αυτή, τμήμα της οποίας διεκδικείται από τους ενάγοντες, έχει αφεθεί από το έτος 1952 από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων για την εξυπηρέτηση των αναγκών των εκατέρωθεν αυτής ακινήτων των εναγόντων και των εναγομένων, από την ιδιοκτησία των εναγομένων, ουδέποτε δε οι ενάγοντες και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν σε τμήμα αυτής (που διεκδικείται) νομή με διάνοια κυρίου, αλλά ασκούσαν οιονεί νομή δουλείας διόδου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, η οποία στηρίζεται στον παράγωγο (αγορά) και πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο κτήσης κυριότητας, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεσή τους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν μεταβιβάστηκε στον δικαιοπάροχό τους Φ. Φ. με το πιο πάνω νομίμως μεταγραφέν ... συμβόλαιο, αφού αυτή είχε μεταβιβαστεί λίγες ημέρες πριν στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων αδελφούς Π.
με το προαναφερθέν συμβόλαιο ..., το οποίο όμως δεν έχει μεταγραφεί, όπως γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1189 ΑΚ, που απαιτούν για τη μεταβίβαση κυριότητας τη μεταγραφή του κτητικού τίτλου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν κρίθηκε ότι η βάση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής για κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο (αγορά) είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτό (επίδικο) περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τους αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή κτητικούς τίτλους (συμβόλαια αγοράς), που προαναφέρθηκαν και ειδικότερα στα ως άνω με αριθμούς ..., ...
και ... συμβόλαια, (όπως το τελευταίο διορθώθηκε), και όχι διότι είχε μεταβιβαστεί προηγουμένως στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων με το με αριθμό ... (μη μεταγεγραμμένο) συμβόλαιο. (βλ. κυρίως την ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με το ανωτέρω ... συμβόλαιο μεταβιβάστηκε στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Χ.
Φ. ακίνητο με πρόσοψη επί της οδού ... 12 μ. και οριζόμενο προς δυσμάς με ιδιωτική οδό πλάτους 6 μ., πράγμα που σημαίνει ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν περιλαμβάνεται τουλάχιστον στον εν λόγω τίτλο).
2.- Ο από το προαναφερόμενο άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν υπάρχει παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει όταν ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ιστορικώς μόνο αναφέρεται στην απόφαση και μάλιστα σε αιτιολογίες πλεοναστικές που δε στηρίζουν το διατακτικό της.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί ότι με το προαναφερθέν ... συμβόλαιο, το οποίο δεν έχει μεταγραφεί, συστάθηκε πραγματική δουλεία διόδου σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1121 και 1198 ΑΚ, που απαιτούν για τη σύσταση της εν λόγω δουλείας μεταγραφή του ως άνω τίτλου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν απετέλεσαν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναφορά της δε στην ύπαρξη δουλείας διόδου, χωρίς μάλιστα να υπάρχει ρητή παραδοχή για νομότυπη σύστασή της (με παράγωγο τρόπο), έγινε προς αιτιολόγηση της κρίσης του Εφετείου, ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των αναιρεσειόντων και (ότι) αυτοί δεν ασκούσαν επ' αυτού πράξεις νομής με διάνοια κυρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-9-2009 αίτηση των Χ. Κ. και Θ. Κ. για αναίρεση της 156/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ