Supreme Court dismisses appeal on bill of exchange damages due to lack of legal basis and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding damages for issuing unpaid bills of exchange. The appellant argued the lower court lacked a legal basis and failed to prove the defendant was the lawful holder, but the court found these claims unproven and the reasoning sufficient. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 79 of Law 5960/1933; Articles 914 and 40 of the Civil Code: The court established that issuing unpaid bills of exchange constitutes a tort requiring compensation, and an appeal based on alleged lack of legal basis or insufficient reasoning is dismissed if the lower court's findings are supported by the record and do not require new evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 577 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 577/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-1-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 1-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του περί της νομικής βασιμότητας της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 79 του Ν.5960/1933, 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή γνωρίζοντας ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης, είτε κατά το χρόνο της πληρωμής, ζημιώνει τον κομιστή, από την μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της, παρά τον νόμο, δηλαδή παρά την ως άνω διάταξη του Ν. 5960/1933, που χαρακτηρίζει την πράξη αυτή του εκδότη ως ποινικό αδίκημα.
Επομένως υποχρεούται σε αποζημίωση του κομιστή, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αφού η διάταξη αυτή του άρθρου 79 ν. 5960/1933 έχει θεσπισθεί για να προστατεύσει όχι μόνο το δημόσιο αλλά και το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής. Η αξίωση αυτή προς αποζημίωση από το άρθρο 914 ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή (άρθρο 40 Ν. 5960/1933) και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση όμως της μιας απ' αυτές επιφέρει απόσβεση και της άλλης.
Δικαιούχος της αποζημίωσης, ως αμέσως ζημιωθείς, είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και τη βεβαίωση της μη πληρωμής, ο οποίος και νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής από την αδικοπραξία. Για την πληρότητα δε του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή μη πληρωθείσας, αν και νομοτύπως και εμπροθέσμως εμφανισθείσας, επιταγής απαιτείται κατ' αρθ. 216 ΚΠολΔ να διαλαμβάνεται σ' αυτό 1) η έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο εν γνώσει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, 2) η ύπαρξη ζημίας, 3) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη και 4) η εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή.
Στην προκειμένη περίπτωση, η από 2-4-1997 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος έχει, κατά λέξιν, ως εξής: "Ο εναγόμενος, αν και γνώριζε ότι δεν είχε, κατά την 31η Ιανουαρίου 1997, την 18η Φεβρουαρίου 1997 και την 4η Μαρτίου 1997, αλλά και κατά τις επόμενες εκάστης των ανωτέρω ημερομηνιών οκτώ ημέρες, διαθέσιμα κεφάλαια στον Τραπεζικό λογαριασμό του.....
εξέδωσε, στις 31-1-1997, στις 18-2-1997 και στις 4-3-1997 σε διαταγή μου, και μου παρέδωκε, αυθημερόν, αντίστοιχα τις επιταγές αξίας εκάστης των δύο πρώτων δρχ. 1.600.000 και της τρίτης δρχ. 1.750.000, συνολικά δε δρχ. [(1.600.000x2)=3.200.000+1.750.000=] 4.950.000, των οποίων επιταγών, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, κατέστην και εξακολουθώ να είμαι νόμιμος κομιστής και οι οποίες, αν και εμφανίσθηκαν από μένα εμπρόθεσμα, στις 7-2-1997, 24-2-1997 και 7-3-1997 αντίστοιχα, προς πληρωμή στην προαναφερόμενη Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως των αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγομένου στον προαναφερόμενο λογαριασμό, ζημιώνοντάς με έτσι κατά το συνολικό ποσό της αξίας των επιταγών αυτών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν ούτε μέχρι σήμερα, παρά τις οχλήσεις μου προς τον εναγόμενο, ήδη από την επόμενη ημέρα της εκδόσεως εκάστης, ήτοι από 1-2-1997, 25-2-1997 και 5-3-1997, αντίστοιχα.
Ειδικότερα, ζημιώθηκα, από υπαιτιότητα του εναγομένου, κατά το ποσό των δρχ. 4.950.000, της ζημίας μου συνισταμένης στο ότι τελικώς δεν εισέπραξα το οφειλόμενο σε μένα από εκείνον ποσό της αξίας των ενδίκων επιταγών, το οποίο όμως θα εισέπραττα, ασφαλώς και βεβαίως, αν ο εναγόμενος είχε, κατά τον χρόνο έκδοσης των ενδίκων επιταγών, όπως όφειλε κατά τον Νόμο, επαρκές υπόλοιπο στον ως άνω λογαριασμό του.
Επειδή, με εζημίωσε, σύμφωνα με τα προαναπτυσσόμενα, κατά το συνολικό ποσό της αξίας των ως άνω επιταγών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν μέχρι σήμερα, ήτοι κατά το ποσό των δρχ. 4.950.000, πρέπει δε, κατ' άρθρο 914 Α.Κ., να υποχρεωθεί στην αποκατάσταση της ζημίας αυτής που μου προξένησε". Ζητείτο δε στη συνέχεια με την αγωγή να επιδικασθεί στον ενάγοντα (νομιμοτόκως) αποζημίωση ίση προς το ποσό των επιταγών, καθώς και ποσό 49.000 δραχμών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Τα εκτεθέντα στοιχεία, ανταποκρινόμενα πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Δεν είναι δε στοιχείο της εξ αδικήματος αγωγής η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής με διαμαρτυρικό ή με έγγραφη δήλωση του πληρωτού, γραφόμενη επί του τίτλου, ή με δήλωση γραφείου συμψηφισμού, πράγμα που επιβάλλεται, με βάση το άρθρο 40 του Ν. 5960/1933, για την εξ επιταγής αγωγή.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, στην οποία δεν αναφερέται "ότι έγινε βεβαίωση της μη πληρωμής εκάστης επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα επί του σώματος κάθε επιταγής, από έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων σε αυτή".
Δεν αποτελεί επίσης στοιχείο της εν λόγω αγωγής (αλλά προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης) η υποβολή εγκλήσεως κατά του εκδότη των ακάλυπτων επιταγών και, επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του), κατά τον οποίο η αγωγή ήταν αόριστη "διότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) δεν ισχυρίσθηκε ότι υπέβαλε την απαιτούμενη έγκληση για την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την ... αγωγή του ο ενάγων ... ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος ... εξέδωσε παρανόμως και δολίως ... τις ... επιταγές ... πληρωτέες σε διαταγή του ενάγοντος ... μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής και για το λόγο αυτό οι παραπάνω επιταγές όταν εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως από αυτόν για πληρωμή στις 7-2-1997, 24-2-1997 και 7-3-1997, αντίστοιχα, δεν πληρώθηκαν από έλλειψη αντικρύσματος...
Ο εναγόμενος ομολογεί με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, την έκδοση των επιταγών, την εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτών, καθώς και την μη πληρωμή τους από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγομένου σ' αυτή.
Ισχυρίσθηκε όμως, κατ' ένσταση ότι ο ενάγων κατά την έκδοση των επιταγών τελούσε σε κακή πίστη, αφού γνώριζε ότι αυτός (εναγόμενος), εξαιτίας της κακής οικονομικής του καταστάσεως, δεν διέθετε κεφάλαια για την πληρωμή τους στην πληρώτρια Τράπεζα και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να επιδιώξει την αποζημίωσή του από την αιτία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 281, 300, 288 και 914 ΑΚ, γιατί είχε αποδεχθεί τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν. Αυτό δε γιατί ο ενάγων δεν είχε κανένα λόγο να πωλήσει στον εναγόμενο εμπορεύματα τόσο μεγάλης αξίας, αν γνώριζε ότι αυτός βρισκόταν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση και ότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και να πληρώσει το οποιοδήποτε χρέος του.
Αν πραγματικά γνώριζε την αληθινή οικονομική του κατάσταση ή δεν θα πωλούσε τα εμπορεύματα (ηλεκτρονικά είδη) σ' αυτόν ή θα αξίωνε την πληρωμή ταυτοχρόνως με την παράδοση των εμπορευμάτων. Με τα δεδομένα αυτά η ένσταση του εναγομένου δεν είναι βάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την ένσταση αυτή και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρότι αυτή είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 932, 346 ΑΚ, 1047 ΚΠολΔ και 79 Ν. 5960/1933, και ουσιαστικά βάσιμη, ως ομολογημένη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που οι διάδικοι προσκόμισαν.
Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Στην συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να γίνει δεκτή η αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη. Να υποχρεωθεί δηλαδή ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα 1) το ποσό των επίδικων επιταγών από 4.950.000 δραχμές, 2) δραχμές 49.000 για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία του δεύτερου, ήτοι το ποσό εκείνο που με βάση την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων και τις συνθήκες τελέσεως του αδικήματος κρίνεται εύλογο".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία του αδικήματος, ήτοι σχετικά: με την εκ μέρους του αναιρεσείοντος έκδοση των ένδικων επιταγών εν γνώσει του ότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, με την εμφάνιση και την μη πληρωμή των επιταγών, με την ιδιότητα υπό την οποία ο αναιρεσίβλητος ενήγαγε τον αντίδικό του, ήτοι εκείνη του αρχικού λήπτη και, επομένως, νομίμου κομιστού των επιταγών, και με την ζημία που έτσι προκλήθηκε στον τελευταίο.
Ειδικότερα τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στην απόφαση ως θεμελιωτικά της αγωγής και ομολογημένα από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου που, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικότερα ότι "η αναιρεσιβαλλομένη ...
δεν περιέχει καμία απολύτως σκέψη ... περί το ... αν ο αναιρεσίβλητος ... απέδειξε και ότι είναι νόμιμος κομιστής των επιταγών, αν ασκεί την αγωγή του ως άμεσος ή από αναγωγή κομιστής ... αν και ποία ζημία υπέστη από την αιτία αυτή (έκδοση ακάλυπτων επιταγών) και ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές από δόλο".
Ρητώς δέχθηκε επίσης το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός, που προέβαλε ο αναιρεσείων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 300, 288 και 914 ΑΚ, "δεν αποδείχθηκε βάσιμος", η περαιτέρω δε ανάλυση του θέματος ανάγεται σε πραγματικά επιχειρήματα και δεν αποτελεί "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση, στην έκβαση της δίκης", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο (κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η τελευταία αυτή πλημμέλεια, δηλαδή ότι "η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας στο ζήτημα αυτό".
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προτάσεων, που ο αναιρεσείων κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτός δεν ομολόγησε μεν ρητώς και με πανηγυρική διατύπωση την εκ μέρους του αντιδίκου του εμπρόθεσμη εμφάνιση των ένδικων επιταγών προς πληρωμή και την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, από το όλο όμως περιεχόμενο των προτάσεων σαφώς προκύπτει η εκ μέρους του ομολογία των περιστατικών αυτών από τον αναιρεσείοντα, πράγμα που δέχθηκε το Εφετείο. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), με τον οποίο προβάλλεται ότι "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη απόδειξη (δικαστική ομολογία) που δεν προσκομίσθηκε".
Εξάλλου, οι ιδιαιτέρες περιστάσεις, με βάση τις οποίες καθορίζεται το ύψος της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (η φύση και το είδος της προσβολής που έγινε δια του αδικήματος στον ενάγοντα, η ψυχική ταλαιπωρία που αυτό του προκάλεσε, βαθμός της υπαιτιότητας του εναγομένου και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών), δεν διαλαμβάνονται μεν συγκεντρωτικώς σε ειδικό κεφάλαιο της προσβαλλομένης, προκύπτουν όμως σαφώς από το όλο περιεχόμενο αυτής και, επομένως, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του).
Τέλος, εν όψει των προεκτεθέντων στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο έβδομος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν περιέχει καμία απολύτως αιτιολογία, περί της τελέσεως αδικοπραξίας από τον αναιρεσείοντα, ώστε να δικαιολογείται η προσωπική του κράτηση, ως μέσο εκτελέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 1074 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ". Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2004 αίτηση του ... για αναίρεση της 131/2002 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ