Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to missed six-month compensation claim deadline.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against the First Instance Court's rejection of a compensation claim. The claimant had not participated in the initial eviction proceedings but sought higher compensation years later. The court ruled the claim was time-barred because the six-month statutory period for filing such a claim expired before the State filed its appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7(1) and Art. 9(4) of Law 2882/2001 on Forced Expropriation; A claim for final compensation determination must be filed within six months of the expropriation's completion, and failure to meet this deadline renders the claim inadmissible regardless of subsequent procedural errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 577 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 577/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον ......, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: .........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μίντζια και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2003 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την από 31-10-2003 (δια των προτάσεων) ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 8954/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, διάβασε την από 3-12-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται κεκυρωμένο αντίγραφο της 237/2005 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό αυτής και των λόγων της, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του Ν 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων), η οποία είναι όμοια με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του προϊσχύσαντος νδ 797/1971, "η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδάφιο δεύτερο του ίδιου νόμου, "όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωση του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση".
Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ίδιου νόμου, "οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις, τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει από αυτήν. Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών με βάση τις παλαιές διατάξεις συμπληρώνεται νωρίτερα από το βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του Ν 2882/2001, ενόψει του ότι από τον προϊσχύσαντα Ν 797/1971 δεν προβλεπόταν προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1-2-1971 και εφεξής, ο δε χρόνος έναρξης είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκείμενη περίπτωση, που δεν προβλεπόταν τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του Ν 2882/2001, δηλαδή από 7-5-2001.
Για τους ίδιους λόγους ο βραχύτερος χρόνος των έξι μηνών από της γνώσεως αρχίζει και αυτός από της ισχύος του Ν 2882/2001, ενώ η γνώση αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημίωσης και όχι στη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, αφού η τελευταία θεωρείται ότι έχει γίνει με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γνωστοποίησης της καταθέσεως της αποζημιώσεως.
Σύμφωνα με αυτά, για απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί μετά την 1-2-1971 και η συντέλεση έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν 2882/2001, η προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης εκείνου που δεν έλαβε μέρος ούτε κλήθηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι πενταετής και αρχίζει από 7-5-2001 και στην περίπτωση που αποδεικνύεται ότι έχει λάβει γνώση, είναι εξάμηνη και αρχίζει πάλι από 7-5-2001, εκτός αν η γνώση ανάγεται σε χρόνο μετά τη χρονολογία αυτή, οπότε αρχίζει από της γνώσεως (ΟλΑΠ 17/2006).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "ο αιτών με την κρινόμενη αίτηση του ζητεί α) τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 9 παρ. 4 εδ β' και 21 του ν 2882/2001, για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του και επικειμένου (περιτοίχιση), που έλαβε χώρα δυνάμει της υπ' αριθμόν 1020989/1211/0010/1995 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 149 τ.
Δ/17-3-1995), για λόγους δημόσιας ωφέλειας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 439/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, στη δίκη της οποίας ο αιτών, φερόμενος ως δικαιούχος, δεν έλαβε μέρος και β) στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης δύο δεξαμενών, που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα.
Η αίτηση αυτή, για την οποία έχει τηρηθεί η κατ' άρθρο 17 του Ν 2882/2001 προδικασία με την προσκόμιση όλων των προβλεπομένων εγγράφων, αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 20 Ν 2882/2001), εφαρμοζομένου από την 7-5-2001 και επί των προς της ενάρξεως ισχύος του κηρυχθεισών απαλλοτριώσεων, σύμφωνα με το δεύτερο και 29 παρ. 2 του νόμου αυτού για το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και για τα μη συμπεριλαμβανόμενα συστατικά (δεξαμενές) στον προσκομιζόμενο πίνακα και διάγραμμα, διότι το δικαστήριο έχει την ευχέρεια αυτή μετά την προσκόμιση των άνω εγγράφων, ως και διότι ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης προθεσμίας του άρθρου 9 παρ. 4 εδ β' του Ν 2882/2001, από την έναρξη ισχύος αυτού 7-5-2001, ήτοι την 28-3-2003 και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 13, 14 και 18 επ.
του ΚΑΑΑ.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του καθ'ου, κατά τον οποίο η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι αφενός κατά το άνω αίτημα δεν τηρήθηκε η προβλεπομένη από το άρθρο 16 του ΚΑΑΑ προδικασία και αφετέρου ασκήθηκε μετά παρέλευση εξαμήνου αφότου ο αιτών έλαβε γνώση της απαλλοτρίωσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον συντέλεση της απαλλοτρίωσης δεν επήλθε μετά τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος δια της παρακαταθέσεως της αποζημίωσης και της ανακοίνωσης-γνωστοποίησης της παρακατάθεσης δια του ΦΕΚ, ώστε από της γνώσεως αυτής (συντέλεσης) να παρέλθει εξάμηνο, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδ β' του ΚΑΑΑ".
Από την επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων αποδεικνύεται ότι μετά από αίτηση που είχε υποβάλει το Ελληνικό Δημόσιο είχε καθοριστεί η προσωρινή τιμή μονάδα αποζημίωσης για ολόκληρη την απαλλοτριούμενη έκταση με την 439/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την δίκη εκείνη δεν κλήθηκε ούτε έλαβε μέρος ο αναιρεσίβλητος.
Ο τελευταίος έλαβε γνώση του καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης με την προαναφερόμενη απόφαση, αφού με την από 2-10-1999 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (γεν. αρ. καταθ. 100262/2000 και αρ, δικ 2739/2000) ζήτησε να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του (υπ' αρ. 348), για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 9-2-2001 και η οποία τελικώς συζητήθηκε μετά από κλήση του αναιρεσίβλητου και πάλι την 15-7-2002.
Στην ανωτέρω αίτηση γίνεται ρητή επίκληση της 439/1998 απόφασης με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας και ως εκ τούτου αποδεικνύεται γνώση του αναιρεσίβλητου για την απαλλοτρίωση και τον καθορισμό της αποζημίωσης (γεγονός που λαμβάνεται κατά τα ανωτέρω υπόψη για να στοιχειοθετηθεί η γνώση) πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2882/2001.
Κατόπιν τούτου η προθεσμία άσκησης της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας είναι εξάμηνη και άρχισε από την 7-5-2001 που τοποθετείται η έναρξη ισχύος του ΚΑΑΑ και έληξε την 7-11-2001. Η από 20 Μαρτίου 2003 ένδικη αίτηση, επομένως, του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για την υπ' αρ. 348 απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου στις 28-3-2003 είναι εκπρόθεσμη.
Το Εφετείο, κατ'ακολουθίαν, που απέρριψε την ένσταση που νόμιμα υπέβαλε με τις προτάσεις το καθού η αίτηση-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 14 της ΚΠολΔ 559 είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8954/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών,
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27-2-2008
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια στοακροατήριο συνεδρίαση στις 19 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ