Legislator Case Law & Legislation
576/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review grounds, ruling all documents were considered by the lower court.

Case Number 576/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by two parties against a final judgment from the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the Court of Appeal had failed to consider two specific documents submitted by the appellant, claiming they were essential to proving his case regarding the distribution of teaching hours. The court rejected this claim, stating that the lower court's explicit finding that all legally submitted documents were taken into consideration eliminated any doubt regarding their evaluation. Consequently, the appeals were rejected in their entirety, and both appellants were ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order the joint trial of multiple pending cases to expedite proceedings, but an appeal based on the alleged non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly confirms that all submitted documents were examined and weighed in forming the judicial conviction.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence review joint trial procedure judicial conviction legal costs allocation Code of Civil Procedure document consideration

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 576 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 576/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Λαϊνά, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παλλήνη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μήλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Β)Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παλλήνη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μήλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Λαϊνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2009 αγωγή του ήδη Α αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 298/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1832/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν ο Α αναιρεσείων με την με αριθ.ΓΑΚ ... αίτησή του και η Β αναιρεσείουσα με την από 26-8-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Οι πληρεξούσιοι των Α και Β αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των Α και Β αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, 293/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 26-8-2021 και με αυξ.αρ.καταθ. ...2021 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά του ενάγοντος Σ. Κ. και β) της με αύξ.αρ.καταθ....2021 αίτησης αναίρεσης του ως άνω ενάγοντος κατά της ιδίας ως άνω εναγομένης, με τις οποίες προσβάλλεται η υπ` αριθμό 1832/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αρ. 298/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 19-11-2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος, και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Επί των επί μέρους λόγων της από 26-8-2021 και με αυξ.αρ.καταθ. ...2021 αίτησης αναίρεσης

ΙΙ. 'Οπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔικ, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1643/2023, 909/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι από την τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και εσφαλμένη, παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού (ΑΠ 1656/2023, 128/2008).

Για τα όρια του δεδικασμένου λαμβάνονται υπόψη οι αιτιολογίες, όπως αντικαταστάθηκαν, ρητά ή σιωπηρά από το ανώτερο δικαστήριο (ΑΠ 1556/2021, 406/2009, ΑΠ 1127/2008). Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτόν απέρριψε την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξή του. Προκειμένου δε να εξετασθεί εάν υφίσταται δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης ή μη (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 57/2020, 416/2019).

Τέλος, όταν το αντικείμενο της νέας αγωγής, παρότι είναι διαφορετικό από εκείνο της προηγούμενης δίκης, έχει ωστόσο ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη της έννομης σχέσης που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, η κριθείσα έννομη αυτή σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της νέας αγωγής, με συνέπεια το αντικείμενο της τελευταίας να καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο (ΑΠ 653/2020, 1695/2007).

ΙΙΙ. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 4-10-2005 (αυξ.αρ.καταθ....) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος και αναιρεσείων, εξέθετε ότι διορίστηκε σε γυμνάσιο της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης) με την ειδικότητα του καθηγητή μαθηματικών την 1-9-2002, αρχικά με σύμβαση ενός έτους (2002-2003) και σύνολο δώδεκα ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως, εκ των οποίων οι επτά αφορούσαν αναπλήρωση των ωρών διδασκαλίας του αναπληρωτή Διευθυντή του γυμνασίου, η οποία σύμβαση παρατάθηκε για το επόμενο σχολικό έτος (2003-2004) με σύνολο είκοσι ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως, εκ των οποίων οι δεκατρείς αφορούσαν αναπλήρωση των ωρών διδασκαλίας του αναπληρωτή Διευθυντή, και στη συνέχεια παρατάθηκε εκ νέου μέχρι τη συμπλήρωση εξαετίας, ήτοι για τα σχολικά έτη 2004-2005, 2005-2006, 2006-2007 και 2007-2008, με σύνολο επίσης είκοσι ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως, εκ των οποίων οι δεκατρείς αφορούσαν αναπλήρωση των ωρών διδασκαλίας του ίδιου αναπληρωτή Διευθυντή. 'Οτι κατά την έναρξη της σχολικής χρονιάς 2005-2006, η εναγόμενη προχώρησε μονομερώς σε μείωση των ωρών διδασκαλίας του σε τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως, συμπεριφορά που αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή βασικού όρου της συμβάσεως εργασίας του και προσβολή της προσωπικότητάς του.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε την άρση της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον απασχολεί για το σύνολο των ωρών που προβλέπονταν στη σύμβασή του και να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 437/2007 απόφαση του δικάσαντος Δικαστηρίου, η οποία, δεχόμενη ότι η αφαίρεση των ωρών διδασκαλίας του εργαζομένου-ενάγοντος κατά τη σχολική χρονιά 2005-2006 εκ μέρους της εργοδότριας-εναγομένης έγινε προκειμένου να ανατεθούν αυτές σε άλλο καθηγητή τον οποίο είχε ήδη προσλάβει η εναγομένη και συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή βασικού όρου της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να άρει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή τηρώντας τους όρους της από 2-12-2004 Παράτασης Διορισμού του ενάγοντος, να τον απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του για το σύνολο των ωρών που προβλέπονται σ' αυτήν καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της και να του καταβάλει το ποσό των 1.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους της εναγομένης, εκδόθηκε η 996/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως, ασκήθηκε κατά της απόφασης αυτής αίτηση αναίρεσης εκ μέρους της εναγομένης και εκδόθηκε η με αριθμό 1285/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Ακολούθως εκδόθηκε η 285/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση στο σύνολό της. Κατ'αυτής ασκήθηκε και πάλι αίτηση αναίρεσης από την εναγομένη, αλλά αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 624/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου. Εν τω μεταξύ ο ενάγων είχε ασκήσει την από 19-11-2009 αγωγή, επικαλούμενος δεδικασμένο που απέρρεε από την 996/2009 εφετειακή απόφαση σε σχέση με τη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, αξιώνοντας τη διαφορά των αποδοχών του, η οποία προκύπτει από τον υπολογισμό αυτών με βάση τις 20 ώρες διδασκαλίας και με τα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια που αναδρομικά του είχαν χορηγηθεί, σε σύγκριση με τις κατώτερες αποδοχές που του καταβλήθηκαν κατά τα σχολικά έτη 2005-2006, 20006-2007, 2007-2008, 2008-2009, 2009-2010, καθώς και την αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης την οποία πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2009 έως 31-8-2009, και, τέλος, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 298/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία την έκανε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, μετά δε την άσκηση έφεσης εκ μέρους της εναγομένης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (με αριθμό 1832/2019) του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.142,85 ευρώ για διαφορές αποδοχών του σχολικού έτους 2005-2006.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Μετά από πρόταση του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με επωνυμία "...", την 1-9-2002, ο ενάγων διορίστηκε με την ειδικότητα του μαθηματικού, στην ανωτέρω σχολή ιδιοκτησίας της, εν συνεχεία δε εξεδόθη η 4806/11-11-2002 απόφαση (διοριστήριο) του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής.

Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, ο ενάγων διορίσθηκε ως καθηγητής κλάδου ΠΕ 3 με βαθμό Γ' και Μισθολογικό Κλιμάκιο (ΜΚ) 18, για τα έτη 2002-2003 και 2003-2004, του ανατέθηκαν δε 12 ώρες διδασκαλίας στο Γυμνάσιο, εκ των οποίων οι 7 ήταν προς αναπλήρωση του ασκούντος χρέη διευθυντού Η. Γ., ο οποίος είχε αυξημένα διοικητικά καθήκοντα.

Σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας, οι ώρες διδασκαλίας των μαθηματικών για το Γυμνάσιο ήταν τέσσερεις εβδομαδιαίως ανά τμήμα, τα τμήματα δε στο παραπάνω ιδιωτικό σχολείο κατά το ως άνω σχολικό έτος ήταν 8, επομένως οι ώρες διδασκαλίας μαθηματικών ήταν συνολικά 32 εβδομαδιαίως.

Από τις ώρες αυτές οι 21 αντιστοιχούσαν στον αρχαιότερο μαθηματικό, που ήταν ο αναπληρωτής διευθυντής Η. Γ., οι υπόλοιπες διανέμονταν στους λοιπούς μαθηματικούς, που ήταν ο ενάγων και ο Ι. Β., οι οποίοι πέραν τωv δικών τους ωρών διδασκαλίας, λάμβαναν και τις ώρες αναπλήρωσης του Η.. Γ., τις οποίες μοιράζονταν.

Με την 5104/2-3-2004 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, η αρχική σύμβαση του ενάγοντα, που είχε κατά νόμο διετή διάρκεια, τροποποιήθηκε για το σχολικό έτος 2003-2004, ως προς το Μ.Κ, που άλλαξε σε 17 και ως προς τις ώρες διδασκαλίας, οι οποίες καθορίσθηκαν σε 7 ώρες διδασκαλίας και σε 13 ώρες διδασκαλίας προς αναπλήρωση του Η.

Γ., ήτοι συνολικά σε 20 ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας. Όπως προέβλεπε ο νόμος 682/1977, κατά την επίδικη περίοδο, μετά τη λήξη της αρχικής διετούς συμβάσεως του εκπαιδευτικού, η σύμβασή του μπορούσε να παραταθεί για 4 έτη, μετά τη λήξη των οποίων τρεπόταν αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου. Έτσι με την 804/23-12-04 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ανατολικής Αττικής, παρατάθηκε ο διορισμός του ενάγοντος μέχρι και το τέλος του σχολικού έτους 2007-2008, δηλαδή μέχρι συμπληρώσεως εξαετίας από τον αρχικό του διορισμό, οι εβδομαδιαίες ώρες διδασκαλίας του, καθορίσθηκαν σε 20, εκ των οποίων οι 8 αφορούσαν αναπλήρωση του Η.

Γ. για το σχολικό έτος 2004-2005. Κατά το σχολικό έτος 2005-2006, διαρκούσης δηλαδή της παραπάνω παρατάσεως, επί τετραετία, της αρχικής συμβάσεως του ενάγοντος, η εναγομένη, δια νομίμου εκπροσώπου της, του ανακοίνωσε ότι, οι ώρες διδασκαλίας του το εξής θα είναι 4 εβδομαδιαίως. 'Όπως διαπιστώθηκε δε οι 16 ώρες που αφαιρέθηκαν από τον ενάγοντα, ανατέθηκαν σε νεοπροσληφθέντα εκπαιδευτικό, τον Β.

Τ.. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την ενέργεια αυτή της εργοδότριάς του, θεωρώντας ότι τον έθιγε και μετέβαλε βλαπτικά και μονομερώς τους όρους εργασίας του, αφού η μείωση των ωρών διδασκαλίας του επέφερε ανάλογη μείωση των αποδοχών του. Λόγω της άρνησης της εναγομένης να επαναφέρει τις ώρες διδασκαλίας του, στην προηγούμενη κατάσταση, ο ενάγων άσκησε την από 40-10-2005 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (αρ.κατα....), στρεφόμενος κατά της εργοδότριάς του ανώνυμης εταιρίας, με αιτήματα να άρει η εναγομένη τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και να τηρήσει τους όρους της από 2-12-2004 παράτασης διορισμού του καθώς και να υποχρεωθεί να τον απασχολεί για το σύνολο των ωρών που προβλέπονται στην παραπάνω παράταση, καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος της. [...............] Ως προς το παραπάνω ζήτημα, επομένως, έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου ότι η μείωση των ωρών διδασκαλίας του ενάγοντος, που του ανακοινώθηκε κατά το σχολικό έτος 2005-2006, και περιόριζε σε τέσσερεις τις ώρες διδασκαλίας που του δόθηκαν εβδομαδιαίως, ενώ στην 804/23-12-04 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, οι εβδομαδιαίες ώρες διδασκαλίας του, είχαν καθορισθεί σε 20, εκ των οποίων οι 8 αφορούσαν αναπλήρωση του Η.

Γ. για το σχολικό έτος 2004-2005, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Και τούτο διότι, όπως κρίθηκε με την 285/2013 τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου "η πρόσθετη εργασία του εφεσίβλητου προς αναπλήρωση του Η. Γ., επαναλαμβανόμενη με όλα τα διοριστήρια έγγραφα αποτέλεσε ουσιώδη όρο των συμβάσεων του, δεδομένου ότι ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το ύψος της καταβαλλόμενης σ' αυτόν αμοιβής.

Η πρόσθετη αυτή εργασία παρείχετο σταθερώς, τακτικώς και μονίμως, καθόσο χρονικό διάστημα ο Η. Γ. ασκούσε και θα εξακολουθούσε να εκτελεί τα καθήκοντα του αναπληρωτή διευθυντή." Η διοίκηση, συμμορφωθείσα προς τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, με την 3949/14- 9-2009 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, χορήγησε στον ενάγοντα α) τις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου 16 αναδρομικά από 28-2-2006, που συμπλήρωσε 2 έτη ευδόκιμης υπηρεσίας στο ΜΚ 17 και χρόνο υπηρεσίας 3 έτη, και β) τις αποδοχές του ΜΚ 15, αναδρομικά από 28-2-2008, που συμπλήρωσε 2 έτη υπηρεσίας στο ΜΚ 16 και χρόνο υπηρεσίας 5 έτη, παρέχοντάς του έτσι κάθε προνόμιο και ωφέλημα που θα είχε αν είχαν τηρηθεί ευθύς εξ αρχής οι όροι της απόφασης παράτασης διορισμού του, του αναγνώρισε δε την υπηρεσία του ως εβδομαδιαία διδασκαλία 20 ωρών.

Η εναγομένη όφειλε ομοίως να χορηγήσει αναδρομικά στον ενάγοντα ό,τι ωφέλημα θα είχε αν δεν είχαν μεταβληθεί βλαπτικώς οι όροι της παραπάνω συμβάσεώς του. Ειδικότερα όφειλε να του καταβάλει τη διαφορά των αποδοχών που έλαβε για διδασκαλία τεσσάρων ωρών με αυτές που θα αντιστοιχούσαν στις είκοσι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας και τη διαφορά των αποδοχών που έλαβε με αυτές που δικαιούνταν λόγω της αναδρομικής χορήγησης των ανώτερων μισθολογικών κλιμακίων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η εναγομένη έπρεπε να του καταβάλει για το σχολικό έτος 2005-2006 τα ακόλουθα ποσά: α) για τους μήνες Σεπτέμβριο. Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2005 έπρεπε να λάβει 1.263,80 ευρώ μηνιαίως - 272,76 ευρώ μηνιαίως που έλαβε = 1.091,04 ευρώ X 4 μήνες = 4.364,16 ευρώ, β) για επίδομα δώρου Χριστουγέννων 2005 έπρεπε να λάβει 831,55 ευρώ - 171,26 ευρώ που έλαβε = 660,29 ευρώ, γ) για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2006 έπρεπε να λάβει 1.398,76 ευρώ - 272,76 ευρώ μηνιαίως που έλαβε = 1.126 ευρώ X 2 μήνες = 2.252 ευρώ, δ) για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο.

Ιούλιο και Αύγουστο 2006 έπρεπε να λάβει 1.434,02 ευρώ μηνιαίως - 279,78 ευρώ μηνιαίως που έλαβε = 1.154,24 ευρώ X 6 μήνες = 6.925,44 ευρώ, ε) για επίδομα δώρου Πάσχα 2006 έπρεπε να λάβει 445,71 - 85,63 ευρώ = 360,08 ευρώ, στ) για επίδομα αδείας 2006 έπρεπε να λάβει 445,71 - 85,63 ευρώ = 360,08 ευρώ. Επομένως για την παραπάνω αιτία η εναγόμενη του οφείλει το συνολικό ποσό των 14.922,05 ευρώ.

Περαιτέρω ως προς το σχολικό έτος 2006-2007 αποδείχθηκαν τα εξής: Με

την 5592/18-12-2006 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής τροποποιήθηκε το διοριστήριο του ενάγοντος δηλαδή η 804/23-2-04 απόφαση παράτασης διορισμού του, και ορίστηκαν οι ώρες διδασκαλίας που του δίδονταν σε εννέα (9). Σ' αυτές δεν υπάρχουν ώρες αναπλήρωσης του Η.

Γ.. Κατά το παραπάνω επομένως σχολικό έτος, που δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν ώρες αναπλήρωσης που δόθηκαν σε άλλον, μη δικαιούμενο αυτές, καθηγητή, οι ώρες που αναλογούσαν στον ενάγοντα ήταν οι παραπάνω, για τις οποίες και πληρώθηκε. Για το σχολικό έτος 2007-2008, με την 6103/23-1-2008 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής τροποποιήθηκε το διοριστήριο του ενάγοντος, δηλαδή η 804/23-2-04 απόφαση παράτασης διορισμού του, και ορίστηκαν οι ώρες διδασκαλίας που του δίδονται σε είκοσι (20).

Σ' αυτές επίσης δεν υπάρχουν ώρες αναπλήρωσης του Η. Γ.. Ομοίως για το παραπάνω σχολικό έτος, που δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν ώρες αναπλήρωσης που δόθηκαν σε άλλον, μη δικαιούμενο αυτές, καθηγητή, οι ώρες που αναλογούσαν στον ενάγοντα ήταν οι παραπάνω, για τις οποίες και πληρώθηκε. Οι ισχυρισμοί επομένως του ενάγοντος ότι για το έτος 2006-2007 του είχαν ανατεθεί 20 ώρες και πληρώθηκε για 4 ώρες εβδομαδιαίως και ότι κατά το έτος 2007-2008, του είχαν ανατεθεί 20 ώρες αλλά πληρώθηκε, επίσης, για τέσσερεις, δεν είναι βάσιμοι, καθόσον δεν αποδείχθηκαν ως αληθείς, ενώ, αντίθετα, αποδείχθηκαν τα παραπάνω.

Ειδικότερα ως προς το έτος 2006-2007, που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έπρεπε να του ανατεθούν 20 ώρες διδασκαλίας, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: για το παραπάνω σχολικό έτος, όπως προειπώθηκε, δεν υπήρχε ανάλογη ενέργεια της εναγομένης με αυτήν στην οποία είχε προβεί κατά το σχολικό έτος 2005-2006, που ανέθεσε τις ώρες αναπλήρωσης του Η.

Γ. σε άλλον εκπαιδευτικό που προσέλαβε. Η ανάθεση στον ενάγοντα των παραπάνω 9 ωρών, ήταν σύννομη, εγκεκριμένη από τη διοίκηση, με την προαναφερθείσα απόφαση. Επίσης η υποχρέωση της εναγομένης να άρει την βλαπτική μεταβολή σε βάρος του ενάγοντος, όπως πηγάζει απ' το δεδικασμένο της 43 7/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν υποχρέωνε την εναγομένη να του αναθέτει 20 ώρες εβδομαδιαίως, όταν δεν υπήρχαν διαθέσιμες οι ώρες αυτές, αφού στην παραπάνω απόφαση σαφώς ορίζεται η υποχρέωσή της να τον απασχολεί για τις ώρες που καθορίζει η παράταση διορισμού του, όπως όμως αυτή ισχύει κάθε έτος, λαμβανομένων υπόψη δηλαδή των τροποποιήσεων της κατ' έτος, ανάλογα με τις ανάγκες για διδασκαλία, που προκύπτουν από τις εγγραφές νέων μαθητών.

Επομένως η εναγομένη δεν οφείλει διαφορές αποδοχών για τα δύο αυτά έτη. Η εκκαλουμένη που έκρινε διαφορετικά και επιδίκασε στον ενάγοντα για το έτος 2006-2007 το ποσό των 11.649,47 ευρώ και για το έτος 2007-2008 το ποσό των 940,34 ευρώ, δεν ερμήνευσε ούτε εφήρμοσε ορθά το νόμο και έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσής της, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Περαιτέρω με το την 4204/23-9-2009 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Α. Αττικής, γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα ότι από 28-2-2009 έχει συμπληρώσει έξι έτη υπηρεσίας και το πλήρες ωράριό του είναι 19 ώρες εβδομαδιαίως, οι επιπλέον δε αυτών ώρες αποτελούν υπερωριακή απασχόληση. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2009 ως 31-8-2009 ο ενάγων απασχολήθηκε επί 20 ώρες εβδομαδιαίως αντί για 19, επομένως εργάσθηκε υπερωριακά κατά μία ώρα την εβδομάδα, χωρίς να λάβει ανάλογη αποζημίωση.

Του οφείλεται επομένως για την αιτία αυτή το ποσό των (9,20 ευρώ ωρομίσθιο X 4 ώρες μηνιαίως X 6 μήνες=) 220.80 ευρώ. Ενόψει των παραπάνω [...............] πρέπει : να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η κρινόμενη έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς όλα τα επιδικασθέντα κονδύλια, για την ενότητα της εκτέλεσης [.............].

Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί και ουσίαν κατά το παραπάνω μέρος, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει μερικά δεκτή στην ουσία της ως βάσιμη και να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 15.142.85 (14.922.05 +220,85) ευρώ........." Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα, ότι το Εφετείο παρά το νόμο, για τη διάγνωση περί υπάρξεως ή όχι δεδικασμένου σε σχέση με την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, χρησιμοποίησε τόσο το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 437/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 285/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε την υπόθεση κατ' έφεση, την οποία έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη, και η οποία, ωστόσο, δεν αντικατέστησε την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης.

Και περαιτέρω, ότι το απορρέον από την 437/2007 απόφαση δεδικασμένο, δεν εκτείνεται στο θέμα της ύπαρξης των συγκεκριμένων είκοσι διδακτικών ωρών εβδομαδιαίως, οι οποίες ποικίλλουν κατ' έτος ανάλογα με τις ανάγκες διδασκαλίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον, με τις παραπάνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε παρανόμως ότι υφίσταται δεδικασμένο.

Ειδικότερα, εφόσον η έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, με την, ήδη αμετάκλητη, 285/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η πρωτόδικη, υπ' αρ. 437/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση, με συνέπεια οι αιτιολογίες τους να έχουν ταυτόσημο χαρακτήρα, ανεξαρτήτως φραστικής εκφοράς τους, και να στηρίζουν ενιαίως το αποδεικτικό τους πόρισμα περί του κρίσιμου ζητήματος της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ως προς το οποίο, όπως ορθά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρήχθη δεδικασμένο.

Ωσαύτως και για τον ίδιο λόγο, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, αναφορικά με το σχολικό έτος 2005-2006, κατά το οποίο, με βάση την 804/23-12-2004 απόφαση του Προϊσταμένου του 1ου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, οι εβδομαδιαίες ώρες του αναιρεσιβλήτου είχαν καθοριστεί σε είκοσι (20), εκ των οποίων οι οκτώ (8) αφορούσαν αναπλήρωση του Η.

Γ. για το σχολικό αυτό έτος, η αφαίρεση από τον αναιρεσίβλητο των δεκαέξι (16) ωρών διδασκαλίας, που έπρεπε να του ανατεθούν και αντ' αυτού ανατέθηκαν σε άλλον καθηγητή, συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του. Το γεγονός δε, ότι ο εκάστοτε αριθμός διαθεσίμων διδακτικών ωρών διαφέρει κατ' έτος, με αντίστοιχη τροποποίηση των πράξεων του Προϊσταμένου της οικείας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης -όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, αλλά και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε- είναι ανεξάρτητο και δεν θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στην κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί του βασίμου της αγωγικής αξίωσης για το συγκεκριμένο σχολικό έτος, κατά το οποίο, υπό τα περιστατικά της ύπαρξης διαθεσίμων ωρών και αφαίρεσής τους από τον αναιρεσίβλητο με ταυτόχρονη ανάθεσή τους σε άλλο καθηγητή, επήλθε η βλαπτική μεταβολή, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου στην προηγούμενη δίκη, το κριθέν θέμα της οποίας αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της ήδη κρινόμενης υπόθεσης, αφού το αντικείμενο της τελευταίας, καίτοι είναι διαφορετικό από εκείνο της προηγούμενης δίκης, έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη της έννομης σχέσης που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, ήτοι ότι η μονομερής αφαίρεση διδακτικών ωρών από τον αναιρεσίβλητο εργαζόμενο έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας εργοδότριας και συνιστά βλαπτική μεταβολή.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, ΑΠ 1591/2023, 341/2021, 1527/2017).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 819/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2024, 3/2022, 2/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 1722/2023, 155/2016).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΑΠ 322/2023). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, 18/2008, ΑΠ 258/2022, 219/2020).

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της ευθείας, άλλως εκ πλαγίου παράβασης του άρθρου 7 του Ν.2112/1920, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα την ανωτέρω διάταξη, αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την πλήρωση του πραγματικού της. 'Οτι συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της για τη βλαπτική μεταβολή στο ότι, ενώ με την απόφαση 437/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ίδια (αναιρεσείουσα) υποχρεώθηκε άρει την βλαπτική μεταβολή και να τον απασχολεί για το σύνολο των ωρών που προβλέπονται στην παράταση διορισμού του, αυτή κατά το διδακτικό έτος 2005-06 ανέθεσε τη διδασκαλία 16 ωρών αναπλήρωσης σε άλλο καθηγητή, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει ότι η ανάθεση στον αναιρεσίβλητο ορισμένου αριθμού διδακτικών ωρών την εβδομάδα κατά το σχολικό έτος 2005-2006 αποτελούσε όρο της σύμβασης εργασίας που δεν μπορούσε η αναιρεσείουσα να τροποποιήσει μονομερώς, στοιχείο απαραίτητο για την κατάφαση της βλαπτικής μεταβολής, εφόσον ο προσδιορισμός των ωρών που προβλέπονται στην παράταση διορισμού και ιδίως των όρων αναπλήρωσης του διευθυντή δεν προέκυπτε ευθέως ούτε από την πράξη διορισμού ούτε και από την 437/2007 απόφαση. 'Ότι συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να εξετάσει και ερμηνεύσει το περιεχόμενο της πράξης διορισμού και να διαγνώσει αν τηρήθηκαν ή δεν τηρήθηκαν οι όροι της και συνεπώς εάν επήλθε βλαπτική μεταβολή, πράγμα που δεν έπραξε, παραβιάζοντας την ως άνω διάταξη. 'Οτι επιπροσθέτως το Εφετείο παραβίασε την ίδια διάταξη και εκ πλαγίου, γιατί αναφέρει στην απόφασή του ότι κατά το συγκεκριμένο σχολικό έτος υπήρξαν 16 ώρες αναπλήρωσης που αναλογούσαν στον αναιρεσίβλητο και ανατέθηκαν στον νεοπροσληφθέντα, αιτιολογία η οποία είναι ελλιπής αφού δεν προσδιορίζεται ούτε πώς προέκυπταν οι ώρες αυτές, ούτε πόσες ώρες μαζί με τις ώρες αναπλήρωσης λάμβανε ο κάθε εκπαιδευτικός, ενώ με δεδομένο ότι οι διδακτικές ώρες διανέμονταν ισομερώς μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του άλλου μαθηματικού που απασχολείτο δεν ήταν δυνατόν να ανατεθούν όλες οι ώρες στον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και τα εκτεθέντα κατά το σχολιασμό του πρώτου λόγου αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεσμευόμενη από το δεδικασμένο της προηγηθείσας δίκης, ορθά διέλαβε ότι επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσιβλήτου με τη μονομερή από την εργοδότρια μείωση των ωρών εργασίας του κατά το έτος 2005, μη έχουσα τη δυνατότητα να ελέγξει εκ νέου τους όρους της διάταξης του άρθρου 7 του Ν.2112/1920, την οποία δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, περιέχοντας σαφή και πλήρη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής υπαγωγής των περιστατικών που δέχτηκε τις εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι οι ώρες αναπλήρωσης του διευθυντή δεν προέκυπταν από την 437/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι έπρεπε το συγκεκριμένο θέμα να εξεταστεί εκ νέου, είναι αβάσιμες, καθ' όσον, ρητά η πιο πάνω απόφαση αναφέρει ότι κατά το σχολικό έτος 2005-2006, οι είκοσι (20) ώρες, που προβλέπονταν από το διοριστήριο του αναιρεσιβλήτου (12 δικές του και 8 από την αναπλήρωση) μειώθηκαν σε τέσσερις (4), και οι ώρες που του αφαιρέθηκαν (οι οποίες με απλό μαθηματικό υπολογισμό ανέρχονται σε 16, ήτοι 8 του ιδίου του αναιρεσιβλήτου και 8 από την αναπλήρωση) ανατέθηκαν όλες στον νεοπροσληφθέντα.

IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά του (ΚΠολΔ 176, 180 παρ.1, 183 και 191παρ.2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Επί της με αριθμό κατάθεσης ...2021 αίτησης αναίρεσης VΙ. Ο από τη διάταξη του αριθ. 14 λόγος του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 906/2023, 535/2020). Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι εσφαλμένα το Εφετείο θεώρησε ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο για το διάστημα μετά την πάροδο της τετραετίας, που έληγε το τρίτο διοριστήριό του, αφού επρόκειτο για την ίδια σύμβαση εργασίας, η οποία εφεξής μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. 'Ότι επομένως εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστα τα κονδύλια που αφορούσαν το διάστημα 1-9-2008 έως 1-9-2009, με το σκεπτικό ότι το διάστημα αυτό δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο και συνεπώς ότι θα έπρεπε αυτός (ενάγων) να περιλάβει στην αγωγή επιπλέον στοιχεία για να κριθεί η βλαπτική μεταβολή για το διάστημα αυτό.

Ακολούθως, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι σε κάθε περίπτωση, η αγωγή του ήταν πλήρως ορισμένη, εφόσον δε αυτός επικαλείτο έγγραφα για το μετά την τετραετία διάστημα, το Εφετείο μπορούσε να κρίνει την απαίτησή του ανεξαρτήτως του δεδικασμένου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που ενδιαφέρει το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, προκύπτει ότι μ' αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "....

Περαιτέρω όμως παρά το γεγονός ότι η αναφερόμενη βλαπτική μεταβολή αφορά την παραπάνω τετραετούς διάρκειας σύμβαση, ζητεί επιπλέον διαφορές αποδοχών για το διάστημα από 1-9-2008 έως 30-9-2009, το οποίο τυγχάνει πέραν της τετραετούς παράτασης της αρχικής συμβάσεώς του, και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η σύμβασή του είχε αυτοδικαίως καταστεί αορίστου χρόνου.

Το δεδικασμένο επομένως της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης δεν καταλαμβάνει το διάστημα μετά τη λήξη της παράτασης τετραετούς διάρκειας, αφού σχετικό αίτημα δεν υπήρχε στην αγωγή [.........], αλλά ούτε και η κρίση του δικαστηρίου αυτού με την 996/2009 απόφασή του, όπως εκτίθεται στην αγωγή συμπεριέλαβε σχετική διάταξη ή παρεμπίπτουσα αιτιολογία, αφού περιορίστηκε στην εξέταση της παραπάνω σύμβασης των τεσσάρων ετών.

Επομένως για το μετά τη λήξη της παραπάνω παράτασης της σύμβασης του ενάγοντος, χρονικό διάστημα, ως προς το οποίο δεν υπάρχει δεδικασμένο, θα έπρεπε ο ενάγων να περιλάβει στην αγωγή τα στοιχεία της σχετικής συμβάσεως, αορίστου χρόνου πλέον, τη σχετική απόφαση της διοίκησης ως προς αυτήν, καθώς και τις ώρες διδασκαλίας που αυτή προέβλεπε ώστε να κριθεί αν και ως προς αυτήν επήλθε μονομερώς βλαπτική μεταβολή, και να κριθεί αν οφείλονται στον ενάγοντα διαφορές αποδοχών εξαιτίας της.

Πλην όμως τα παραπάνω στοιχεία δεν αποτελούν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής. Επομένως η αγωγή με τις παραπάνω ελλείψεις τυγχάνει αόριστη........" Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την 437/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η απόφαση αυτή, ρητά αναφέρει στο διατακτικό της ότι υποχρεώνει την εναγομένη να απασχολεί τον ενάγοντα τηρώντας τους όρους της από 2/12/2004 Παράτασης Διορισμού (η οποία ήταν τετραετής) και καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της.

Συνεπώς, το μεταγενέστερο διάστημα, που είναι εκτός της διάρκειας της τετραετίας, κατά το οποίο μάλιστα μεταβλήθηκε και η νομική μορφή απασχόλησης του αναιρεσείοντος (από ορισμένου σε αορίστου χρόνου), δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο. Η περαιτέρω αιτίαση, στον ίδιο αναιρετικό λόγο, ότι η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί, όπως εκτιμάται, στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 πλημμέλεια, είναι αβάσιμη, καθ' όσον, με το παρατιθέμενο πιο πάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η από 19-11-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, μοναδική βάση της οποίας ήταν το δεδικασμένο, μη περιέχουσα οποιοδήποτε στοιχείο για τη θεμελίωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του (αναιρεσείοντος) για τον μεταγενέστερο της τετραετίας χρόνο, ήταν πράγματι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης κατά το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο, καθόσον δεν περιείχε τα κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη κατά το άνω μέρος, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο το δικόγραφο της αγωγής. V

ΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο από την προαναφερθείσα διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου και συνακόλουθα να αναφέρεται και η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη νόμου που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 326/2018), αφού διαφορετικά δεν εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, γεγονός που σημαίνει ότι αν, παρά τη μη εξειδίκευση αυτή θεωρηθεί ορισμένος ο σχετικός λόγος, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως, αλλά και η διατύπωση αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατά παράβαση της βασικής δικονομικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ) της διαθέσεως (ΑΠ 1111/2021).

Ωσαύτως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, και τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, διαφορετικά είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 16/2023, 322/2023, 1230/2014, 402/2014).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη να του αναθέτει, και για τα επόμενα (από το 2006 και εφεξής) διδακτικά έτη, εβδομαδιαία διδασκαλία είκοσι ωρών όταν αυτές δεν υπήρχαν διαθέσιμες.

Ωστόσο, ουδόλως γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, και μάλιστα ενάριθμα, των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, πολλώ δε μάλλον, καθόσον μεν αφορά την περίπτωση του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, καθόσον δε αφορά την περίπτωση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, αφού δεν διαλαμβάνονται τα αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ελλείποντα στοιχεία ή οι τυχόν υπάρχουσες αντιφάσεις.

Συνεπώς ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. V

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, 297/2009).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τον ίδιο δύο έγγραφα της Διεύθυνσης Ιδιωτικής Εκπαίδευσης του ΥΠΕΠΘ, και συγκεκριμένα τα με αρ.πρωτ. ...1991 και ...2006, έγγραφα που ήταν ουσιώδη για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν επιτρεπόταν αναδιανομή των ωρών που του είχαν ανατεθεί με την παύση της θητείας του διευθυντού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από το παραδεκτά επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό αυτής διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα, με επίκληση, από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.

ΙΧ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της (ΚΠολΔ 176, 180 παρ.1, 183 και 191παρ.2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: α) την από 26-8-2021 και με αυξ.αρ.καταθ. ...2021 και β) την με αύξ.αρ.καταθ....2021, αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1832/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 26-8-2021 και με αυξ.αρ.καταθ. ...2021 αίτηση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Απορρίπτει την με αύξ.αρ.καταθ....2021 αίτηση.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ