Legislator Case Law & Legislation
576/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lease dispute judgment due to vague grounds and lack of specific legal citations.

Case Number 576/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Veria's appeal against a final judgment in a lease dispute. The court found the appellant's grounds for appeal vague and insufficient because they failed to cite specific substantive laws or detail the alleged violations in the appeal petition. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must cite specific substantive laws and detail the alleged violations, otherwise grounds are inadmissible for lack of clarity.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague grounds lease dispute substantive law citation legal costs Code of Civil Procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 72 §1 items 17 and 15 of Law 3852/2010
Article 106, 176, 183, 189 §1, 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 388 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 576 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 576/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Βέροιας, που εδρεύει στην Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Γιαννούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/ΜΙ-ΜΙ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2564/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/8/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 27-8-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/ 2015) υπ' αριθμ. 2564/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-εναγομένου, κατά της υπ' αριθ. 61/ΜΙ-ΜΙ/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που είχε δεχθεί μερικά κατ` ουσίαν την από 4-12-2011 αγωγή αναγνώρισης της εγκυρότητας της υπ' αριθμ. 829/2009 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος-εναγομένου Δήμου Βέροιας, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ'ουσίαν.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ). Περαιτέρω, για το παραδεκτό της άσκησής της και για την εκπροσώπηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΕΡΟΙΑΣ", προσκομίζει, κατ` άρθρο 72 παρ. 1 εδ.

ιγ' και ιε' του ν. 3852/2010: α) την 144/27-8-2019 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του, β) την 33254/27-10-2021 απόφαση και την 8992/ 21-5-2021 βεβαίωση του Δημάρχου του γ) το 16643/29-10-2021 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Βέροιας Πρόδρομου Παπαχρυσάνθου, ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.

ε` του ΚΠολΔ παράβολο. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1002/2020). Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1),ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται ο ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).

Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.

Επιτρέπει όμως σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (βλ. Α.Ε.Δ. 18/2009). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.

Η σύμβαση δε είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (βλ.

ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 21/2009, ΑΕΔ 18/2009). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν αθροιστικά τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 1/2015, ΑΕΔ 11/2013, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 28/2011, ΟλΑΠ 1649/2007, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000, ΑΠ 1002/2020).

Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλόμενων ως οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά θα πρέπει να συντρέχει η επιδίωξη, με την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης, δημόσιου σκοπού, καθώς, επίσης, και η υπερέχουσα θέση του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του αντισυμβαλλόμενου.

Το τελευταίο συμβαίνει, ιδίως όταν παρέχεται η δυνατότητα, με βάση τη σχετική νομοθεσία ή και με τους όρους της ίδιας της σύμβασης αυτοτελώς, προς τον συμβαλλόμενο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση και να επιβάλλει κυρώσεις στον αντισυμβαλλόμενό του (ΑΕΔ 21/2012, ΑΕΔ 42/2011, ΑΕΔ 21/1997).

Β'. Επειδή, στο άρθρο 253 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995, Α'231, που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης) ορίζεται ότι "Η εκμίσθωση ακινήτων των δήμων και κοινοτήτων γίνεται με δημοπρασία. Αν η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, επαναλαμβάνεται. Αν και η δεύτερη δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, η εκμίσθωση μπορεί να γίνει με απευθείας συμφωνία, της οποίας τους όρους καθορίζει το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο", όμοια δε ρύθμιση περιλαμβάνει και ο ισχύων Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006, Α` 114), που ορίζει στο άρθρο 192 "Εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και των Κοινοτήτων" τα εξής: "1.

Η εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων γίνεται με δημοπρασία. Η δημοπρασία επαναλαμβάνεται υποχρεωτικά για μία (1) φορά, εάν δεν παρουσιάστηκε κανένας πλειοδότης. Αν η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, η εκμίσθωση μπορεί να γίνει με απευθείας συμφωνία, της οποίας τους όρους καθορίζει το δημοτικό συμβούλιο". Η διαδικασία διεξαγωγής των ανωτέρω δημοπρασιών εξακολουθεί να διέπεται από το Π.Δ. 270/1981 "περί καθορισμού των οργάνων, της διαδικασίας και των όρων διενέργειας δημοπρασιών δι' εκποίησιν ή εκμίσθωσιν πραγμάτων των Δήμων και Κοινοτήτων" (Α` 77), το οποίο είχε εκδοθεί κατ' επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 194 του προϊσχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, που είχε κυρωθεί με το Ν. 1065/1980 (Α` 168), και δεν έχει αντικατασταθεί από νεότερο προεδρικό διάταγμα, εκδοθέν κατ` εφαρμογή της αντίστοιχης εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 201 του ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.

Η εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και Κοινοτήτων σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του ΠΔ/τος 270/1981 αποβλέπει, όπως έχει παγίως κριθεί, στην επίτευξη του καλύτερου δυνατού οικονομικού αποτελέσματος και στην εξυπηρέτηση ταμιευτικών σκοπών των Ο.Τ.Α, οι δε συναπτόμενες συμβάσεις είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου.

Τούτο δε διότι με τις εν λόγω μισθώσεις εξυπηρετείται άμεσα το συμφέρον του δήμου (ως εκμισθωτή) και των ιδιωτών (ως μισθωτών) όχι δε του κοινωνικού συνόλου, με συνέπεια να μη συντρέχει η ουσιαστικότερη από τις προϋποθέσεις ύπαρξης διοικητικής σύμβασης. Εξάλλου, το γεγονός ότι υφίσταται η δυνατότητα διατύπωσης των όρων σύναψης της σύμβασης μίσθωσης εκ των προτέρων από τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης δεν επιδρά στο χαρακτηρισμό της ως διοικητικής, αφού λείπει απ' αυτήν το παραπάνω βασικό στοιχείο, δηλαδή η εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού.

Επομένως, οι διαφορές, που γεννώνται από τις συμβάσεις αυτές ή από πράξεις που προηγούνται ή έπονται της σύναψής τους, μεταξύ των προσώπων που μετέχουν στο συμβατικό δεσμό ως συμβαλλόμενοι, είναι, κατ` αρχήν, ιδιωτικές και εκδικάζονται από τα Πολιτικά Δικαστήρια (βλ. ΣτΕ 1003/2021, ΣτΕ 3499/2017, ΣτΕ 2918, 2397, 2390/2016, ΣτΕ 4149/2015, ΣτΕ 1000/2013, ΣτΕ 257/2011, ΣτΕ 891/2008 Ολομ), οι δε εκδιδόμενες στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών, αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου περί εκμίσθωσης με διαγωνισμό ακινήτου του Δήμου (καθώς και αυτές που εκδίδονται κατά τη διάρκεια της σύμβασης και ρυθμίζουν καταστάσεις που προέκυψαν από τη λειτουργία της), όπως και οι αποφάσεις της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, δεν αποτελούν εκτελεστές πράξεις διοικητικής αρχής.

Ως εκ τούτου, από την αμφισβήτηση των ανωτέρω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου και της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, δεν γεννάται διοικητική διαφορά, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας δικαιοδοσία έχουν, κατά το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος, τα πολιτικά δικαστήρια (ΣτΕ 4149/2015).

Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλονται, άνευ ετέρου, όταν το υπό εκμίσθωση ακίνητο βρίσκεται εντός ή αποτελεί τμήμα κοινόχρηστου χώρου. Στην περίπτωση αυτή η διαφορά εξακολουθεί να είναι ιδιωτική αν δεν αμφισβητείται η δυνατότητα παραχώρησης ιδιαίτερου δικαιώματος, κατά το άρθρο 970 του Αστικού Κώδικα, επί του κοινόχρηστου πράγματος, το οποίο αφορά η εκμίσθωση, αλλά το πρόσωπο, στο οποίο θα παραχωρηθεί το δικαίωμα αυτό ή η διαδικασία με την οποία αυτό θα παραχωρηθεί (βλ.

ΣτΕ 1003/2021, ΣτΕ 3499/2017, ΣτΕ 4149/2015 ΣτΕ 2918/2016, 4149/2015, ΣτΕ 891/2008 Ολομ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την επίκληση: 1) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί υπόθεσης μη υπαγόμενης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ενόψει του χαρακτήρα της καταταχθείσας προς κρίση διαφοράς ως διοικητικής, καθόσον αυτή συγκεντρώνει και τις τρεις, αναγκαίες για το χαρακτηρισμό της ως τέτοιας (διοικητικής), προϋποθέσεις και ειδικότερα ενόψει του ότι α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ΝΠΔΔ β) το αντικείμενο της σύμβασης εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και γ) η ένδικη σύμβαση περιέχει ρήτρες (όρους) που δημιουργούν υπέρ του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, προσδίδουσες υπερέχουσα θέση στο αναιρεσείον έναντι της ενάγουσας (αναιρεσιβλήτου) και 2) ότι τα πολιτικά δικαστήρια όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σε αυτά ιδιωτικές διαφορές, δεν έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν με αναγνωριστική αγωγή την ουσιαστική κρίση των οργάνων της διοίκησης, που εξέδωσαν τη διοικητική πράξη, απαγγέλοντας την ακυρότητα ή την εγκυρότητα των διοικητικών πράξεων και στην προκειμένη περίπτωση την εγκυρότητα της 829/2009 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος Δήμου, που αφορούσε στη μείωση του μισθώματος, παρά μόνο μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοίκησης.

Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, η τελευταία, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα τα παρακάτω: "Ύστερα από ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό με σφραγισμένες προσφορές, που προκήρυξε και διενήργησε στη Βέροια, την 25-5-2000, η δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Τουριστικό Περίπτερο Εληάς και Αναψυκτήρια", σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" (Φ.Ε.Κ. 30/10-2-1995, τεύχος πρώτο), του άρθρου 287 του τότε ισχύοντος Κώδικος Δήμων και Κοινοτήτων (Π.Δ. 410/1995, Φ.Ε.Κ. 231/14-11-1995) και του άρθρου 970 του Α.Κ., για την ανάδειξη μισθωτή για τη μίσθωση και εμπορική εκμετάλλευση του κτιρίου του δημοτικού περιπτέρου της "Ελιάς", που βρίσκεται στην ομώνυμη περιοχή στην πόλη της Βεροίας, συνολικού εμβαδού 939,74 τετραγωνικών μέτρων, μετά του περιβάλλοντος χώρου αυτού, εκτάσεως 2.317,75 τετραγωνικών μέτρων, καταρτίστηκε η από 15-6-2000 σύμβαση μισθώσεως μεταξύ της εφεσίβλητης - ενάγουσας και της προαναφερθείσας δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Τουριστικό Περίπτερο Εληάς και Αναψυκτήρια", σε εκτέλεση της υπ' αρ. 28/2000 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας, δυνάμει της οποίας η δεύτερη εκμίσθωσε το ως άνω κτίριο και τον περιβάλλοντα χώρο του, που είχαν διατεθεί από το εκκαλούν - εναγόμενο σ' αυτήν, κατά τη σύστασή της, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (αμιγής δημοτική επιχείρηση), με την υπ' αρ. 243/1986 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του (εκκαλούντος - εναγομένου), η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 64464/16-9-1986 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (Φ.Ε.Κ. 741/3-10-1986), στην πρώτη (εφεσίβλητη - ενάγουσα), προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η τελευταία ως εστιατόριο, μπαρ, αναψυκτήριο και λοιπές συναφείς χρήσεις, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος ύψους 3.750.000 δραχμών (11.005,14 ευρώ), πλέον χαρτοσήμου 3,60%, αναπροσαρμοζόμενο μετά το πέρας των δύο πρώτων μισθωτικών ετών, κατά ποσοστό 5% για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι το ως άνω ακίνητο από το έτος 2008 περιήλθε και πάλι στην περιουσία του εκκαλούντος - εναγομένου, μετά τη συγχώνευση των δημοτικών επιχειρήσεών του, δυνάμει της υπ' αρ. 125/2008 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του, που εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 2190/17-3-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (Φ.Ε.Κ. 608/9-4-2008, τεύχος δεύτερο).

Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προέκυψε ότι η ως άνω συμβατική σχέση εξελίχθηκε και λειτούργησε ομαλά μέχρι και τη λήξη της συμβατικής της διάρκειας, εκπληρώνοντας η εφεσίβλητη - ενάγουσα προσηκόντως τις απορρέουσες από την σύμβαση μισθώσεως υποχρεώσεις της.

Το καλοκαίρι του έτους 2009, ενόψει της εκ του νόμου προβλεπόμενης παράτασης της διάρκειας των εμπορικών μισθώσεων μέχρι την συμπλήρωση δώδεκα ετών (βλ. άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995, Φ.Ε.Κ. 30/10-2-1995, τεύχος πρώτο), έγιναν άτυπες συναντήσεις και συζητήσεις μεταξύ του πληρεξούσιου δικηγόρου της εφεσίβλητης - ενάγουσας και νομίμως εκπροσωπούντων το αντίδικό της οργάνων, με αντικείμενο την επίδικη σύμβαση μίσθωσης, ύστερα δε από την κοινή διαπίστωσή τους ότι επήλθε απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες καταρτίστηκε η εν λόγω σύμβαση μισθώσεως, συμφωνήθηκε να υποβληθεί εκ μέρους της πρώτης (εφεσίβλητης - ενάγουσας) στο Δημοτικό Συμβούλιο του δεύτερου (εκκαλούντος - εναγομένου) αίτημα για μείωση του μισθώματος, κατά τη διάρκεια της παράτασης της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, καθώς και για καθορισμό του ποσοστού αναπροσαρμογής του καταβαλλόμενου μισθώματος σε κατώτερο ύψος.

Πράγματι η εφεσίβλητη - ενάγουσα υπέβαλε προς το Δημοτικό Συμβούλιο του αντιδίκου της την από 28-9-2009 αίτησή της με αντικείμενο τα παραπάνω ζητήματα, που έγινε αποδεκτή με την υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφαση του τελευταίου, σύμφωνα με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση της επίδικης σύμβασης μισθώσεως, λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, ως προς το ύψος του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, ειδικότερα δε αποφασίστηκε η αναπροσαρμογή του (μείωση) κατά ποσοστό 20%, με συνέπεια κατά το χρόνο της παράτασης της εν λόγω σύμβασης να οριστεί στο ποσό των 12.834,25 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του επ' αυτού αναλογούντος χαρτοσήμου 3,60%, καθώς και ως προς το ύψος του ποσοστού της ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος, το οποίο καθορίστηκε ετησίως σε ποσοστό 75% της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου, όπως αυτή θα υπολογιζόταν από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, ήδη Ελληνική Στατιστική Αρχή [Ν. 3832/2010 (ΦΕΚ 38/9-3-2010, τεύχος πρώτο)].

Ακολούθως η ως άνω υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εκκαλούντος - εναγομένου απεστάλη στην Γενική Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για έλεγχο νομιμότητας, κατ' άρθρο 149 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006, Φ.Ε.Κ. 114/8-6-2006, τεύχος πρώτο), η οποία την ακύρωσε με την υπ' αρ.

πρωτ. 1406/8-3-2010 απόφασή της, με την αιτιολογία ότι η ως άνω αναπροσαρμογή (μείωση) του μισθώματος της επίδικης σύμβασης, λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, μπορούσε να γίνει μόνον με δικαστική απόφαση. Την παραπάνω υπ' αρ. πρωτ. 1406/8-3-2010 απόφαση προσέβαλαν ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων τόσον η εφεσίβλητη - ενάγουσα όσον και το εκκαλούν - εναγόμενο με προσφυγές τους, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν με τις υπ' αρ. 34 και 35, με ημερομηνία 12-5-2010, αποφάσεις της ως άνω ειδικής επιτροπής, με την αναφερόμενη σ' αυτές αιτιολογία.

Ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε ύστερα από πλειοδοτικό διαγωνισμό για την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού μισθώματος, με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αποβλέπουσα στην εξυπηρέτηση ταμιευτικών σκοπών και στην επωφελέστερη αξιοποίηση του ως άνω ακινήτου, που είχε διατεθεί στην προαναφερθείσα δημοτική επιχείρηση από το εκκαλούν- εναγόμενο, το περιεχόμενο και οι όροι της οποίας (επίδικης σύμβασης) δεν αποκλίνουν από τους συνήθως συνομολογούμενους σε παρόμοιου είδους ιδιωτικές συμβάσεις και δεν εξασφαλίζουν υπερέχουσα θέση στην προαναφερθείσα δημοτική επιχείρηση, ως εκμισθώτρια, στη θέση της οποίας υπεισήλθε από το έτος 2008, κατά τα προαναφερόμενα, το εκκαλούν - εναγόμενο, οι ανακύπτουσες από αυτήν (επίδικη σύμβαση μισθώσεως) διαφορές, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά το καταβαλλόμενο μίσθωμα που καθορίστηκε με την προαναφερόμενη υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εκκαλούντος - εναγομένου, με την οποία εγκρίθηκε η μείωσή του και το ύψος του ποσοστού της ετήσιας αναπροσαρμογής του, λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, κατ' άρθρο 388 του Α.Κ., είναι ιδιωτικού δικαίου, η επίλυση δε αυτών υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις προηγηθείσες υπό στοιχεία IV και V νομικές σκέψεις.

Με βάση τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα η εισαγόμενη με την ένδικη αγωγή προς επίλυση διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στις προηγηθείσες υπό στοιχεία IV και V νομικές σκέψεις διατάξεις, περαιτέρω δε ορθώς εκτίμησε τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζονται από το εκκαλούν - εναγόμενο με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης εφέσεώς του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι η εφεσίβλητη - ενάγουσα με την απευθυνόμενη ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βεροίας υπ' αρ. εκθέσεως καταθέσεως 211/20-9-2010 προσφυγή της, ζήτησε την ακύρωση των ως άνω υπ' αρ. 34/2010 και 35/2010 αποφάσεων της Ειδικής Επιτροπής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας του άρθρου 152 του Ν. 3463/2006, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προσφυγές των διαδίκων κατά της υπ' αρ.

πρωτ. 1406/8-3-2010 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που ακύρωσε την προαναφερόμενη υπ' αρ. 829/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εκκαλούντος - εναγομένου, με την οποία εγκρίθηκαν οι τροποποιήσεις της επίδικης σύμβασης μισθώσεως, κατά τα προαναφερόμενα, προσφυγή όμως που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ' αρ. 53/2014, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βεροίας), με την αιτιολογία ότι τα διοικητικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκασή της.

Περαιτέρω, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το Δημοτικό Συμβούλιο του εκκαλούντος - εναγομένου, το οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 1 του Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν το τελευταίο (εκκαλούν - εναγόμενο), εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του δημάρχου ή της δημαρχιακής επιτροπής, νομίμως αποφάσισε με την προαναφερόμενη υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφασή του την αναπροσαρμογή (μείωση) του καταβαλλόμενου μισθώματος της επίδικης σύμβασης μισθώσεως, κατά το χρόνο της προβλεπόμενης στο άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995 παρατάσεώς της και μέχρι την συμπλήρωση δωδεκαετίας από της ενάρξεώς της, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των διαδίκων, καθόσον επρόκειτο περί συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου (βλ.

και άρθρ. 361 του Α.Κ.), αφορούσε δε μόνον την τροποποίησή της ως προς το καταβαλλόμενο μίσθωμα και το ύψος της ετήσιας αναπροσαρμογής του, χωρίς να αποτελεί εμπόδιο το γεγονός της κατάρτισής της με πλειοδοτικό διαγωνισμό, ενώ η ως άνω υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφαση ήταν ορθή και από ουσιαστική άποψη, λαμβανομένου υπόψη ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προέκυψε ότι πράγματι κατά το χρόνο που λήφθηκε υπήρξε σημαντική και αξιόλογη μεταβολή των συνθηκών σε σχέση με εκείνες που επικρατούσαν κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, μεταβολή που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί και επέβαλε την αναπροσαρμογή (μείωση) του καταβαλλόμενου μισθώματος για την επίδικη σύμβαση, λόγω της πασίδηλης και πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας από το έτος 2008, γεγονός άλλωστε που εμμέσως αναγνωρίστηκε με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 4002/2011 (Φ.Ε.Κ. 180/22-8-2011, τεύχος πρώτο), με την οποία θεσπίστηκε η υποχρεωτική μείωση των καταβαλλόμενων από το Ελληνικό Δημόσιο μισθωμάτων, κατά ποσοστό 20%, κατά το οποίο τεκμαίρεται ότι μειώθηκε η μισθωτική αξία των ακινήτων.

Με βάση τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα η ως άνω υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εκκαλούντος - εναγομένου είναι έγκυρη, την εγκυρότητα της οποίας άλλωστε υποστήριξε και το τελευταίο με προσφυγή που άσκησε ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας του άρθρου 152 του Ν. 3463/2006, ζητώντας την ακύρωση της υπ' αρ.

πρωτ. 1406/8-3-2010 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας την που έκρινε μη νόμιμη και την ακύρωσε, ως εκ τούτου δε η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ορθώς εκτίμησε τις ενώπιόν του προσαχθείσες αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζονται από το εκκαλούν - εναγόμενο με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του δεχόμενο, ορθώς, τον, ιδιωτικού δικαίου, χαρακτήρα, της εγγράφως καταρτισθείσας ένδικης συμφωνίας από την οποία απορρέει η κρινόμενη διαφορά, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε ύστερα από πλειοδοτικό διαγωνισμό για την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού μισθώματος, με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αποβλέπουσα στην εξυπηρέτηση ταμιευτικών σκοπών και στην επωφελέστερη αξιοποίηση του ως άνω ακινήτου, που είχε διατεθεί στην προαναφερθείσα δημοτική επιχείρηση από το εκκαλούν - εναγόμενο, το περιεχόμενο και οι όροι της οποίας (επίδικης σύμβασης) δεν αποκλίνουν από τους συνήθως συνομολογούμενους σε παρόμοιου είδους ιδιωτικές συμβάσεις και δεν εξασφαλίζουν υπερέχουσα θέση στην προαναφερθείσα δημοτική επιχείρηση, ως εκμισθώτρια, στη θέση της οποίας υπεισήλθε από το έτος 2008, κατά τα προαναφερόμενα, το εκκαλούν - εναγόμενο, οι ανακύπτουσες από αυτήν (επίδικη σύμβαση μισθώσεως) διαφορές, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά το καταβαλλόμενο μίσθωμα που καθορίστηκε με την προαναφερόμενη υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εκκαλούντος - εναγομένου, με την οποία εγκρίθηκε η μείωσή του και το ύψος του ποσοστού της ετήσιας αναπροσαρμογής του, λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, κατ' άρθρο 388 του Α.Κ., είναι ιδιωτικού δικαίου, η επίλυση δε αυτών υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων", με αποτέλεσμα να μην καταφάσκεται η συνδρομή της, αθροιστικώς με τις λοιπές αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη, απαιτούμενης για τον χαρακτηρισμό σύμβασης ως διοικητικής, προϋπόθεσης, της υπεροχής δηλαδή του αναιρεσείοντος, έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς, που διέπει τη σύμβαση, είτε με αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο ρήτρες, που έχουν περιληφθεί στην τελευταία, απορριπτομένης συνακόλουθα ως αβάσιμης, της με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο κατά το σχετικό υπ' αριθμ. 1 σκέλος αυτού, προβαλλόμενης αιτίασης.

Επίσης έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης των οργάνων της διοίκησης, απαγγέλοντας την εγκυρότητα της υπ' αριθμ. 829/2009 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος Δήμου, που αφορούσε στη μείωση του μισθώματος, δεχόμενο, ορθώς, ότι η ως άνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, εκδοθείσα στα πλαίσια διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής και ότι από την ένδικη αμφισβήτηση της ανωτέρω απόφασης δεν γεννάται διοικητική διαφορά, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας δικαιοδοσία έχουν, κατά το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος, τα πολιτικά δικαστήρια, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή επί πλέον αιτιολογία ότι: "Περαιτέρω, ...

το Δημοτικό Συμβούλιο του εκκαλούντος - εναγομένου, το οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 1 του Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν το τελευταίο (εκκαλούν - εναγόμενο), εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του δημάρχου ή της δημαρχιακής επιτροπής, νομίμως αποφάσισε με την προαναφερόμενη υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφασή του την αναπροσαρμογή (μείωση) του καταβαλλόμενου μισθώματος της επίδικης σύμβασης μισθώσεως, κατά το χρόνο της προβλεπόμενης στο άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995 παρατάσεώς της και μέχρι την συμπλήρωση δωδεκαετίας από της ενάρξεώς της, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των διαδίκων, καθόσον επρόκειτο περί συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου (βλ.και άρθρ. 361 του Α.Κ.), αφορούσε δε μόνον την τροποποίησή της ως προς το καταβαλλόμενο μίσθωμα και το ύψος της ετήσιας αναπροσαρμογής του, χωρίς να αποτελεί εμπόδιο το γεγονός της κατάρτισής της με πλειοδοτικό διαγωνισμό, ενώ η ως άνω υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφαση ήταν ορθή και από ουσιαστική άποψη, λαμβανομένου υπόψη ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προέκυψε ότι πράγματι κατά το χρόνο που λήφθηκε υπήρξε σημαντική και αξιόλογη μεταβολή των συνθηκών σε σχέση με εκείνες που επικρατούσαν κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, μεταβολή που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί και επέβαλε την αναπροσαρμογή (μείωση) του καταβαλλόμενου μισθώματος για την επίδικη σύμβαση, λόγω της πασίδηλης και πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας από το έτος 2008, γεγονός άλλωστε που εμμέσως αναγνωρίστηκε με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 4002/2011 (Φ.Ε.Κ. 180/22-8-2011, τεύχος πρώτο), με την οποία θεσπίστηκε η υποχρεωτική μείωση των καταβαλλόμενων από το Ελληνικό Δημόσιο μισθωμάτων, κατά ποσοστό 20%, κατά το οποίο τεκμαίρεται ότι μειώθηκε η μισθωτική αξία των ακινήτων.

Με βάση τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα η ως άνω υπ' αρ. 829/28-12-2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εκκαλούντος - εναγομένου είναι έγκυρη, την εγκυρότητα της οποίας άλλωστε υποστήριξε και το τελευταίο με προσφυγή που άσκησε ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας του άρθρου 152 του Ν. 3463/2006, ζητώντας την ακύρωση της υπ' αρ.

πρωτ. 1406/8-3-2010 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που έκρινε μη νόμιμη και την ακύρωσε, ως εκ τούτου δε η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη", με αποτέλεσμα να δύναται να κριθεί από το Δικαστήριο της ουσίας η εγκυρότητα της ως άνω απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, εφόσον η τελευταία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής, και ως εκ τούτου, από την αμφισβήτησή της δεν γεννάται διοικητική διαφορά, αλλά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας δικαιοδοσία έχουν, κατά το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος, τα πολιτικά δικαστήρια, δυνάμενα να αποφανθούν περί της ακυρότητας ή εγκυρότητας αυτής, καθώς και των αποφάσεων της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006, απορριπτομένης συνακόλουθα ως αβάσιμης, της με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο κατά το σχετικό υπ' αριθμ. 2 σκέλος αυτού, προβαλλόμενης περί του αντιθέτου αιτίασης.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι είναι νόμιμη η υπ' αριθμ. 829/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του, περί μείωσης του ύψους του καταβαλλόμενου από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα μισθώματος, παρόλο που πριν από τη λήψη της δεν προηγήθηκε η διενέργεια δύο ατελέσφορων πλειοδοτικών διαγωνισμών, αφού σε περίπτωση σύναψης σύμβασης μίσθωσης ακινήτου που καταρτίζεται από ΟΤΑ με πλειοδοτικό διαγωνισμό, όπως εν προκειμένω, και η τροποποίηση αυτής ως προς το ύψος του μισθώματος, μπορεί να χωρήσει μόνον εφόσον τηρηθεί η διαδικασία της προηγούμενης διενέργειας διαγωνισμού και μόνον μετά την ατελέσφορη διενέργεια δύο πλειοδοτικών διαγωνισμών, η σχετική αρμοδιότητα μπορεί να ασκηθεί νόμιμα από το Δημοτικό Συμβούλιο.

Ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται, από τον αναιρεσείοντα, ως παραβιασθείσες, καθώς και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους.

Επίσης ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο άλλως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι νομίμως χώρησε μείωση του ύψους του καταβαλλόμενου από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα μισθώματος, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος-εναγομένου Δήμου, παρόλο που σύμφωνα με το άρθρο 388 ΑΚ, η αναπροσαρμογή του μισθώματος γίνεται μόνον δια της δικαστικής οδού, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, όπως είναι αναγκαίο, οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται, από τον αναιρεσείοντα, ως παραβιασθείσες και με τις οποίες επιβάλλεται για τη μείωση του μισθώματος μεταξύ των συμβληθέντων σε μία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μερών, η έκδοση δικαστικής και μόνον απόφασης και δεν αρκεί η συμφωνία αυτών, ενώ αλυσιτελώς γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα της διατάξης του άρθρου 388 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν είχε ως βάση την κατ' άρθρο 388 ΑΚ αναπροσαρμογή του μισθώματος, αλλά την αναγνώριση της εγκυρότητας της υπ' αριθμ. 829/2009 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, με την οποία έλαβε χώρα η μείωση του καταβαλλόμενου από την αναιρεσίβλητη μισθώματος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-8-2019 αίτηση του Δήμου Βέροιας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2564/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ