Supreme Court dismisses appeal for jurisdictional error regarding public law benefits in civil court. Dismissed
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the appellate court's decision for exceeding its jurisdiction by hearing a case involving public law benefits. The plaintiffs argued for civil court jurisdiction based on prior labor contracts, while the state contended the benefits fell under public law. The court ruled that even if the benefits had a social character, they were issued by public bodies exercising state authority, thus requiring administrative court jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 94 para. 1 and 2 of the Constitution; Art. 559 para. 4 of the Code of Civil Procedure: Disputes arising from the application of provisions regarding public law benefits, even if based on private law labor relations, constitute administrative differences subject to administrative courts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 576 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 576/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαρίας Βλάσση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α., κατοίκου … …, 2)Α. Μ. , κατοίκου … …., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευαγγελίας Κωνσταντάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις, και 3) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Παρθένας Παπαδοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2014 αγωγή των πρώτου και δευτέρου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 4416/4-12-2014. Εκδόθηκαν η 2530/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 2090/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 845/14-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1 και 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει".
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, διοικητικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων, διεπομένων από τους ειδικούς κανόνες του διοικητικού δικαίου, η οποία προέρχεται από μονομερή πράξη ή παράλειψη διοικητικού οργάνου, ενεργούντος κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας προς επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενώ ιδιωτικές είναι οι διαφορές οι προκύπτουσες από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα ιδιωτικού δικαιώματος και εν γένει από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου μεταξύ προσώπων, τα οποία δεν ασκούν δημόσια εξουσία.
Η άσκηση δημοσίας εξουσίας από τα διοικητικά όργανα προς επιδίωξη δημοσίου σκοπού γίνεται με την έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες θεσπίζεται νομική ρύθμιση, καθώς και με τη διενέργεια υλικών πράξεων, με μόνη τη βούληση του οργάνου, ανεξαρτήτως της βούλησης εκείνων στους οποίους επιβάλλεται η υποχρέωση ορισμένης συμπεριφοράς ή εκείνων οι οποίοι υφίστανται τις συνέπειες των υλικών πράξεων.
Οι διαφορές που γεννώνται από την εν λόγω δράση της διοίκησης είναι, κατά τα ανωτέρω, διοικητικές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε αυτών και εκείνες οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας αναφορικά με την ευθύνη του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ.
Οι τελευταίες αυτές διατάξεις ορίζουν, η μεν πρώτη ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. [...]", η δε δεύτερη ότι "Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων, που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ευθύνη του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, προς αποζημίωση ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων αυτών, γεννά διοικητική διαφορά, όταν η ζημία προέρχεται από εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση της δημοσίας εξουσίας των εν λόγω οργάνων ή από υλικές ενέργειες, τελεσθείσες σε συνάρτηση με την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας αυτής, οι οποίες όμως δεν συνδέονται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα οργάνου ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 6/1996, ΑΕΔ 53/1995).
Διοικητική διαφορά ουσίας είναι και η προκύπτουσα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, όταν η υποκείμενη σχέση είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993).
2.Στο άρθρο 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α' 314/27-12-2005), όπως προστέθηκε με την παρ.2 του άρθρου 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α' 216/23-10-2008), ορίζεται ότι "1. Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια, τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο, ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920, και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις, με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.
Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής [...]. 4. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρίας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών [...]. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.
Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται, κατά τα ανωτέρω [....]".
Περαιτέρω, με το ν. 3717/2008 "Κοινωνικές Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους στις εταιρίες Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ, Ολυμπιακή Αεροπορία- Υπηρεσίες ΑΕ και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 239/26-11-2008), ο οποίος, κατά την αιτιολογική έκθεση, εντάσσεται στο πλαίσιο του σχεδίου αποκρατικοποίησης για την Ολυμπιακή και στόχο έχει την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις προαναφερόμενες εταιρίες, θεσπίσθηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζομένους στις εν λόγω εταιρίες.
Στο Κεφάλαιο Β` του νόμου αυτού (υπό τον τίτλο "Μέτρα κοινωνικής στήριξης") και, ειδικότερα, στο άρθρο 4 παρ.1 αυτού, προβλέπεται ότι στους ανήκοντες στο τακτικό και εποχικό προσωπικό των εν λόγω εταιριών, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή καταγγέλλονται μετά τη θέση των εταιριών αυτών σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (όπως ισχύει), καταβάλλεται "εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης", ως αντιστάθμισμα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, της οικονομικής αδυναμίας των εταιριών αυτών να καλύψουν τις αποζημιώσεις του ανωτέρω προσωπικού τους.
Στις παρ.2, 3 και 4 του ως άνω άρθρου 4 του ν. 3717/2008 ορίζονται τα εξής: "2. Για την καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση εντός διμήνου από τη λύση ή καταγγελία της σύμβασης στην αρμόδια υπηρεσία παροχών του ΟΑΕΔ του τόπου κατοικίας τους. Με την αίτηση συνυποβάλλονται η καταγγελία ή η λύση της σύμβασης και βεβαίωση από τον εκκαθαριστή περί του ύψους του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, που δικαιούται ο εργαζόμενος, όπου αναγράφεται αναλυτικά ο τρόπος υπολογισμού του ποσού αυτού και η οποία εκδίδεται εντός πέντε (5) ημερών από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου. 3.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. 4. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή της διάταξης του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ μετά από τη μεταφορά των σχετικών κονδυλίων".
Στο εν λόγω άρθρο προστέθηκε, με το άρθρο 49 παρ.4 του ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α' 141/17-8-2010), παράγραφος 5, η οποία ορίζει ότι "Η καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης στους δικαιούχους του άρθρου αυτού μπορεί να γίνει εν όλω ή εν μέρει με την έκδοση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το ύψος των ομολόγων που θα εκδοθούν, οι όροι και η διαδικασία έκδοσής τους".
Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση της παρ.5 του άρθρου 4 του ν. 3717/2008, εκδόθηκε η κοινή απόφαση 14360/583/13-7-2010 των Υφυπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΕΚ Β' 1062/13-7-2010), με την οποία αποφασίσθηκε η, εντός διμήνου από τη δημοσίευση αυτής, καταβολή στους δικαιούχους για το έτος 2010, εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, που δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακολούθως δε, με την κοινή απόφαση 925/54/17-3-2011 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΕΚ Β' 439/18-3-2011), αποφασίσθηκε η, εντός διμήνου από τη δημοσίευση αυτής, καταβολή για το έτος 2011 του υπολειπομένου εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, εφόσον δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ.
Στο μεταξύ, με την απόφαση 2/10210/0023Α/31-1-2011 του Υφυπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 241/11-2-2011), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ.5 του ως άνω άρθρου, αποφασίσθηκε η έκδοση ειδικού ομολογιακού δανείου, συνολικής αξίας 139.430.089,87 ευρώ, με σκοπό την "... εξόφληση οφειλών του Ελληνικού Δημοσίου προς τους απολυόμενους του ομίλου Ολυμπιακή Αεροπορία, του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 3717/2008 και εκδίδονται βάσει του άρθρου 49 παρ. 4 του ν. 3871/2010" (Ολομ.
ΣτΕ 2112/2014, σκέψη 5).
3.Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με αυτές θεσπίσθηκε ένα πλέγμα προστατευτικών ρυθμίσεων για τους εργαζομένους του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, από τη στιγμή που οι εντασσόμενες σε αυτόν εταιρίες θα τεθούν στο προβλεπόμενο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, προς το σκοπό της θέσης σε εφαρμογή του σχεδίου αποκρατικοποίησης της εταιρίας αυτής, ώστε, κατά τα αναγραφόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3717/2008, να αποτραπεί η περαιτέρω επιβάρυνση των Ελλήνων φορολογουμένων, έχοντας, όμως, ληφθεί επαρκής κοινωνική μέριμνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των απολυομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, προβλέφθηκε η ενίσχυση, μεταβατική υποστήριξη και εργασιακή αποκατάσταση του προσωπικού των εν λόγω εταιριών, κατόπιν, αντιστοίχως, θεσπιζόμενης ειδικής διοικητικής διαδικασίας, η οποία, όσον αφορά την καταβολή σε αυτούς εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, ως αντιστάθμισμα για την κάλυψη των αζημίως καταγγελθεισών συμβάσεων εργασίας, απαιτεί την υποβολή σχετικής αίτησης, μετά των συνημμένων νομίμων δικαιολογητικών, στην αρμόδια (του τόπου κατοικίας του δικαιούχου) υπηρεσία παροχών του ΟΑΕΔ, ο οποίος επιφορτίσθηκε με την οικεία καταβολή, τη μεταφορά προς τούτο σχετικών κονδυλίων από τον κρατικό προϋπολογισμό στον ΟΑΕΔ και, ακολούθως, τη δυνατότητα έκδοσης ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και την έκδοση συναφών υπουργικών αποφάσεων για τη ρύθμιση των ειδικότερων ζητημάτων, που ανακύπτουν από την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.
Ειδικότερα, ο όμιλος της Ολυμπιακής Αεροπορίας τέθηκε, κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας, σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, συνιστάμενου στην αποκρατικοποίησή του, με παράλληλη διασφάλιση του απολυόμενου προσωπικού.
Εξάλλου, η επίμαχη κοινωνική ενίσχυση έχει το χαρακτήρα κοινωνικής παροχής, που δόθηκε από το Κράτος, ως αντιστάθμισμα της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνταν για την πρόωρη λύση των συμβάσεων εργασίας τους οι εργαζόμενοι του ως άνω ομίλου, αλλά δεν έλαβαν, λόγω της αδυναμίας των εταιριών να την καταβάλουν (Ολομ.
ΣτΕ 3006/2014, σκέψη 29), ενώ για τη χορήγηση της παροχής αυτής θεσπίσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική διαδικασία. Ενόψει αυτών, η απορρέουσα από την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων διαφορά, συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια και όχι ιδιωτική διαφορά (ΑΠ 1272/2018, πρβλ.
ΣτΕ 3504/2013).
4.Κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 36/2005).
5.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενάγοντες (ήδη 1ος και 2ος αναιρεσίβλητοι), με την ένδικη, από 18-11-2014 (με αριθμό κατάθεσης 4416/4-12-2014) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως παραδεκτά διορθώθηκε ως προς το όνομα του δευτέρου εξ αυτών, στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), επικαλούμενοι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ αυτών και της εταιρίας με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ", δυνάμει των οποίων εργάσθηκαν στην τελευταία ως ιπτάμενοι χειριστές- κυβερνήτες αεροσκαφών μέχρι την 15-12-2009 και 31-12-2010, αντίστοιχα, οπότε η εργοδότρια εταιρία, η οποία τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, δυνάμει του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005, κατήγγειλε αζημίως τις συμβάσεις εργασίας τους, χωρίς να τους καταβληθεί το εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 4 του ν. 3717/2008, για την καταβολή του οποίου υπέβαλαν εμπρόθεσμα προς τον ΟΑΕΔ την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ.2 του ίδιου νόμου αίτηση, ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 20.000 ευρώ στον καθένα και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα ποσά των 118.837,88 ευρώ και 95.831,30 ευρώ, αντίστοιχα, τα οποία αντιστοιχούν στην εφάπαξ κοινωνική ενίσχυση, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση διμήνου από την υποβολή της αίτησης του καθενός προς τον ΟΑΕΔ, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Την αξίωσή τους για την καταβολή του ποσού κοινωνικής ενίσχυσης ζητούν, κυρίως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3717/2008, άλλως ως αποζημίωση (ΕισΝΑΚ 105 και 106) προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστησαν από την παράνομη παράλειψη των εναγομένων να τους καταβάλουν εμπροθέσμως και πλήρως την παροχή αυτή, άλλως κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 2530/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η αγωγή κατά τις επικουρικές βάσεις ως μη νόμιμη, έγινε δεκτή κατά την κυρία βάση της ως προς το πρώτο εναγόμενο (Δημόσιο) για τα ποσά των 138.837,88 ευρώ και 115.831,30 ευρώ, αντίστοιχα (εκ των οποίων 20.000 ευρώ καταψηφιστικά και τα υπόλοιπα αναγνωριστικά), βάσει του άρθρου 4 του ν. 3717/2008, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της ως προς τον δεύτερο εναγόμενο (ΟΑΕΔ).
Κατά της πρωτόδικης απόφασης, οι ενάγοντες άσκησαν την από 21-1-2016 (με αριθμό κατάθεσης 318/21-1-2016) έφεσή τους και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 13-1-2016 (με αριθμό κατάθεσης 263/15-1-2016) έφεσή του, στρεφόμενη κατά των εναγόντων και του δευτέρου εναγομένου (ΟΑΕΔ), επί της οποίας εκδόθηκε η 2090/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις, η μεν πρώτη (των εναγόντων) κατ' ουσία, η δε δεύτερη (του Δημοσίου) κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του τρίτου εφεσιβλήτου (ΟΑΕΔ) ως απαράδεκτη, κατά δε το μέρος που στρεφόταν κατά των λοιπών εφεσιβλήτων κατ' ουσία και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα, το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό του εκεί εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, που επαναφέρθηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσης, έκρινε ότι (αντιγραφή κατά λέξη) "Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, με την οποία ζητείται το ποσό της κοινωνικής ενίσχυσης, δυνάμει του ν. 3717/2008, συναρτάται με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή, την οποία κατείχαν οι ενάγοντες και τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που τους συνέδεε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ'', έχει δε υπόβαθρο τις σχετικές συμβάσεις εργασίας τους, αφού η υποχρέωση προς καταβολή της επίδικης παροχής στους ενάγοντες συναρτάται με τις συμβάσεις αυτές και την καταγγελία τους αζημίως, εκ μέρους της ειδικής εκκαθαρίστριας της ανωτέρω εταιρίας.
Επομένως, ακόμη και αν η παροχή αυτή έχει προνοιακό χαρακτήρα, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων [....] και ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".
6.Ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη διαφορά, κατά την κυρία βάση της, απορρέουσα από την εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται ανωτέρω (με αριθμό 2), συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια και όχι ιδιωτική διαφορά, ανεξαρτήτως του ότι οι αξιώσεις των εναγόντων είχαν ως υπόβαθρο τις λυθείσες σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Ωσαύτως, συνιστά διοικητική διαφορά και κατά τις επικουρικές βάσεις, ως προς μεν την πρώτη από αδικοπραξία, διότι η επικαλούμενη παρανομία των οργάνων των εναγομένων, λόγω μη καταβολής του εφάπαξ ποσού της κοινωνικής ενίσχυσης, τελέσθηκε σε συνάρτηση με την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και δεν συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών, ούτε οφείλεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, ως προς δε τη δεύτερη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι η υποκείμενη σχέση είναι δημοσίου δικαίου.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, που υπέλαβε ότι με την αγωγή εισάγεται προς κρίση ιδιωτική διαφορά και προχώρησε στην εκδίκασή της, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω (με αριθμό 5), υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ της υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ο οποίος προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είναι βάσιμος.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επίσης και η πρωτόδικη απόφαση, καθόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 580 παρ.1) και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη (ΑΠ 302/2009, ΑΠ 1781/2005). Κατόπιν τούτων, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2090/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την 2530/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 18-11-2014 και με αριθμό κατάθεσης 4416/4-12-2014 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Απριλίου 2020. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ