Legislator Case Law & Legislation
576/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on invalid fixed-term contract, ruling no equal pay for public holidays.

Case Number 576/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a lower court ruling that rejected claims for salary differences and holiday bonuses. The appellants argued that an invalid fixed-term contract should have been treated as an indefinite one to grant them equal pay according to the public sector salary scale. The court held that while the contract was invalid, the appellants were only entitled to the specific benefits stipulated in their actual contracts, not the higher public sector rates.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 669 of the Civil Code; The court determines the duration of a fixed-term employment contract, and where the contract is invalid, employees are entitled only to the benefits explicitly agreed upon in that contract, not to the higher rates of the public sector salary scale.

Keywords

AI generated
fixed-term contract duration invalid employment contract public sector salary scale holiday bonuses entitlement equal treatment principle Civil Code Articles 648 Civil Code Article 669

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 669 of the Civil Code
Article 1 of Law 1082/1980
Article 1 of the 19040/1981 Circular
Article 1 and 2 of Law 539/1945
Article 3, Paragraph 16 of Law 4504/1966
Article 4 and 22 of the Constitution
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 110/2017
Case 1805/2017
Case 260/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 576 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 576/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Μ. Μ. του Ν., 2) Ε. Κ. του Σ., 3) Δ. Τ. του Β.,4) Β. Γ. του Α., 5) Σ. Ε. του Ε. και 6) Δ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Καρταλτζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ο.Τ.Α. Β' βαθμού) με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Ζαμπίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2010 και με αριθμό 36436/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 8678/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1080/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.

Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, το οποίο χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (Ολ.Α.Π. 18/2006).

2. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 εδ.α και 3 του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1 εδ.α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ.3).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

3. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες (που διατυπώθηκαν για πρώτη φορά με τις διατάξεις του ν. 2190/1994) υπάγεται, ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Επομένως σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής μέχρι τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας μέχρι τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.

Ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζονται τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην εν λόγω οδηγία έγινε καθυστερημένα με τα π.δ. 81/2003 (για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα) και 164/2004 (για τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα), η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και στις 19-7-2004 αντίστοιχα.

Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, στο διάταγμα αυτό περιελήφθησαν, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω οδηγία. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β και 3 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.

α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.

α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3).

Συνεπώς, αν δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004 αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

4.Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγουσες και εδώ αναιρεσείουσες, στην από 27-8-2010 αγωγή τους εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεων που καταρτίσθηκαν κατ' επίκληση του άρθρου 6 του ν.2527/1997,επιγραφόμενες ως συμβάσεις έργου, με το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ " καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εδώ αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας" (Ν.3852/2010 άρθρα 198και 283 παρ.2) απασχολήθηκαν σ' αυτό οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη απ' αυτές από την 1-12-2003, η τέταρτη από 29-12-2003 και η έκτη από 16-2-2005 έως την 3-9-2010, ως υπεύθυνες για την διαλογή και καταγραφή σε ηλεκτρονική μορφή των σ' αυτή αναφερόμενων στοιχείων έναντι των στην αγωγή αναφερόμενων αμοιβών.

Ότι κατά την απασχόλησή τους, για την εκτέλεση των ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενων καθηκόντων, παρείχαν εξαρτημένη εργασία ,υπόκειντο στις δεσμευτικές εντολές ,οδηγίες και έλεγχο των προϊσταμένων οργάνων του εναγομένου ,που καθόριζαν τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους.Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις υπέκρυπταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αφού οι ενάγουσες καθ' όλο το διάστημα της απασχόλησής τους παρείχαν εξαρτημένη εργασία για κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εργοδότη έως την 3-9-2010, οπότε, με τη λήξη της τελευταίας από τις αναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις, το εναγόμενο αρνήθηκε να τις απασχολεί .Ότι η άρνηση του εναγομένου να τις απασχολεί συνιστά καταγγελία των συμβάσεών τους που είναι άκυρη αφού έγινε ατύπως και χωρίς την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν,

α) ν' αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο από την αρχική πρόσληψή τους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ,υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή τους ειδικότητες,

β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να χορηγήσει στην καθεμία από αυτές πιστοποιητικό εργασίας για το χρονικό διάστημα απασχόλησης τους, στο οποίο να πιστοποιείται ότι απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε εκτέλεση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου,

γ) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 3.9.2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους εργασίας, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 200 ευρώ για καθεμιά από τις ενάγουσες και για κάθε ημέρα παραλείψεως της απασχολήσεως τους και

δ)1. να αναγνωριστεί, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματος τους σε εν μέρει αναγνωριστικό, ότι αυτό οφείλει να καταβάλει προς αυτές, τα σ' αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας ,τα κατά νόμον ποσά για δώρα και επίδομα αδείας και

2.να υποχρεωθεί να καταβάλλει σ' αυτές για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, αφ' ενός τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ του μείζονος ποσού, το οποίο θα έπρεπε να τους έχει καταβάλει σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και του ποσού, το οποίο πράγματι τους κατέβαλε σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων που είχαν καταρτίσει και αφ' ετέρου [οφείλει να καταβάλει] τα κατά νόμον ποσά για δώρα εορτών και επίδομα αδείας τα οποία δεν τους κατέβαλε.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ,με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών κατά το αίτημα της (ανωτέρω υπό στοιχ. α) , αναγνώρισης ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν είναι νόμιμη διότι οι ένδικες συμβάσεις έργου, καταρτισθείσες με το ΝΠΔΔ "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης" που υπάγεται στο δημόσιο τομέα και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος ,την 1-12-2003 για την 1η,2η,3η,5η των εναγουσών- εδώ αναιρεσειουσών,την 29.12.2003 για την 4η και την 16η.2.2005 για την πέμπτη απ' αυτές δηλ..

υπό την ισχύ του ν.2190/1994 και του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος ,δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας και δη αορίστου χρόνου, ούτε να εκτιμηθούν ως τέτοιες κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό (που είναι πλέον, όπως προαναφέρθηκε αλυσιτελής),είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν.2112/1920,που δεν ήταν ,σε κάθε περίπτωση εφαρμοστέα, είτε κατά την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, που επίσης δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέα, έστω και αν οι αναιρεσείουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, αφού και στην περίπτωση αυτήν ο εργοδότης δεν είχε την ευχέρεια σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου και (β) οι αναιρεσείουσες δεν εμπίπτουν ούτε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/ 2004, αφού για τις συναφθείσες με το εναγόμενο ένδικες συμβάσεις έργου από 1.12.2003 και 29.12.2003 δεν είχε διανυθεί συνολική διάρκεια είκοσι τεσσάρων μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος την 19. 7.2004 και για τη συναφθείσα από 16.2.2005 διότι αυτή, όχι μόνο δεν ήταν ενεργής κατά την έναρξη ισχύος αυτού, αλλά καταρτίσθηκε για πρώτη φορά πολύ μετά την έκδοσή του.

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που με την προσβαλλομένη 1080/2017 απόφασή του απέρριψε με τις ίδιες νομικές σκέψεις τους συναφείς με το κεφάλαιο αυτό λόγους έφεσης των εναγουσών καθώς και τους σχετικούς λόγους έφεσης για τα αιτήματα καταβολής μισθών υπερημερίας και χορήγησης πιστοποιητικού με αντίστοιχο περιεχόμενο ,η νομιμότητα των οποίων συναρτάται με έγκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το δε πρώτο εξ αυτών και με υπερημερία του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία, περιστάσεις που δεν συντρέχουν κατά τα προαναφερόμενα, και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε ως προς τα ανωτέρω την τότε εκκαλουμένη 8678/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως , δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθρου 8 του ν. 2112/ 1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν ήταν εφαρμοστέες.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως και ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

5.Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό (ΑΠ 788/2006). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα των εναγουσών χορήγησης πιστοποιητικών εργασίας, στο οποίο να πιστοποιείται ότι απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε εκτέλεση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. .Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης 1080/2017 απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την έρευνα συναφούς λόγου έφεσης των εναγουσών και εδώ αναιρεσειουσών αντιμετώπισε το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, το οποίο έκρινε ως μη νόμιμο με το αντίστοιχο περιεχόμενό του και απέρριψε το σχετικό παράπονο των εκεί εκκαλουσών.

Συνεπώς, εφόσον κατά τα ανωτέρω το αντιμετώπισε και με την ανωτέρω αιτιολογία το απέρριψε, δεν άφησε αυτό αδίκαστο και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών και ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος αυτό από τον αρ.9 άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

6.Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος) . (ΑΠ 110/2017)..

Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/ 1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).

7.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγουσες παρείχαν στο εναγόμενο εξαρτημένη εργασία με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας και επιδίκασε σ' αυτές για τα έτη 2008,2009 και 2010 για δώρα εορτών και επίδομα αδείας χρηματικά ποσά υπολογιζόμενα με βάση τις αποδοχές των συμβάσεων τις οποίες αυτές είχαν συνάψει με το εναγόμενο.

Όμως το αίτημα των εναγουσών περί καταβολής κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, αφ' ενός των μισθολογικών διαφορών μεταξύ του μείζονος ποσού, το οποίο θα έπρεπε να τους έχει καταβάλει σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και του ποσού, το οποίο πράγματι τους κατέβαλε σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων που είχαν καταρτίσει και αφ' ετέρου [οφείλει να καταβάλει] τα κατά νόμον ποσά για δώρα εορτών και επίδομα αδείας του χρονικού διαστήματος της τελευταίας διετίας πριν την άσκηση της αγωγής υπολογιζόμενα με βάση τις ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης έκρινε ως μη νόμιμα με βάση τις αναφερόμενες στον αρ.6 διατάξεις..

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ( αρ..6) διατάξεις τούτο διότι οι αναιρεσείουσες δεν δικαιούνται για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης αλλά οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές των συμβάσεων με τις οποίες προσλήφθηκαν.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου, 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-7-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1080/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και,

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ