Supreme Court dismisses appeal on employer liability in public works contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against a lower court ruling regarding liability for damages in a public works project. The appellant argued it acted as a supervising authority with directive power over the contractor, creating a master-servant relationship under Article 922 of the Civil Code. However, the court found that the lower court correctly determined the parties had no such relationship because the appellant had explicitly waived its supervisory role and control over the contractor's execution methods.
Legislator headnote
AI generatedArticles 922, 681, 688-691, 698, 330, 334 of the Civil Code; Article 6 of Law 1418/1984: An employer is liable for a servant's torts only if a master-servant relationship exists, which requires the employer to retain directive authority and supervision; if the employer explicitly waives these powers, no liability arises for the employer's acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 576 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 576/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζαφείρα Μπαϊκούση - Κάτσιου, η οποία δήλωσε με τις προτάσεις της ότι η ανωτέρω εταιρεία μετονομάσθηκε σε "...." και 2) Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 25-2-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9998/2010, εταιρειών που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10898/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2646/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 15-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 922 ΑΚ "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 688-691 και 698 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, κατ` αρχήν, ως προστηθείς του εργοδότη.
Όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε (ρητά ή σιωπηρά) για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου και μάλιστα (επιφύλαξε) το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης με τον εργοδότη, οπότε, στην περίπτωση αυτή, τα σχετικά με την ευθύνη (ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική) αυτών (εργοδότη-εργολάβου) ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 330, 334, 922 ΑΚ.
Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του Ν. 1418/1984, με τίτλο "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", ορίζεται ότι "1. Η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου (διευθύνουσα υπηρεσία ή επιβλέπουσα υπηρεσία), η οποία ενεργεί ό,τι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντά τους όταν είναι περισσότεροι από ένας, παρακολουθεί το έργο τους και γενικά προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια......... 2.
Στην περίπτωση κατασκευής έργου με ανάθεση σε ανάδοχο, η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση απ` τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης και στην κατασκευή του έργου κατά τους κανόνες της τέχνης, ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του. Η επίβλεψη μπορεί να ασκηθεί εκτός από τον τόπο των έργων και σε όλους τους χώρους που κατασκευάζονται τμήματα του έργου.
Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη άσκηση της επίβλεψης στα εργοτάξια που τυχόν κατασκευάζονται τμήματα του έργου και γενικά σε όλους τους χώρους που κρίνει απαραίτητο η επιβλέπουσα υπηρεσία". Στο άρθρο 7 του αυτού νομοθετήματος ορίζονται τα εξής: "1. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου.
Ο ανάδοχος που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος. 2....". Περαιτέρω στο άρθρο 34 του π.δ/τος 609/1985, με τίτλο "Κατασκευή δημοσίων έργων" ορίζεται ότι "1. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση να τηρεί με ακρίβεια τη διάταξη και τις διαστάσεις των διαφόρων μερών του έργου, όπως προκύπτουν από τα εγκεκριμένα σχέδια ή άλλα στοιχεία της μελέτης.... 3.
Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, ο ανάδοχος υποχρεούται να διαθέσει για το έργο όλο το απαιτούμενο προσωπικό, υλικά, μηχανήματα, οχήματα, αποθηκευτικούς χώρους και οποιαδήποτε άλλα μέσα. Ο ανάδοχος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με όλες τις απαιτούμενες δαπάνες για την ολοκλήρωση του έργου, όπως είναι...
οι δαπάνες αποζημιώσεων ζημιών στο προσωπικό του, στον κύριο του έργου ή σε οποιονδήποτε τρίτο και γενικά κάθε είδους δαπάνη απαραίτητη για την καλή και έντεχνη εκτέλεση του έργου. 4. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη ατυχημάτων στο προσωπικό...
ή σε οποιονδήποτε τρίτο και για τη λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Σχετικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη (στατική, ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης έργων κ.λπ.) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα". Με την τελευταία αυτή διάταξη δεν επιχειρήθηκε, προδήλως, η κατάργηση ή τροποποίηση των σχετικών κειμένων διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίζονται διαφορετικά τα ανωτέρω θέματα, αλλά αποκλειστικώς ο καθορισμός των υποχρεώσεων του αναδόχου έναντι του κυρίου του έργου προς εξυπηρέτηση των δια του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985 επιδιωκομένου σκοπού, συνισταμένου στην αρτιότερη και ευχερέστερη εκτέλεση των δημοσίων έργων.
Εκ τούτων, παρέπεται ότι ο κύριος δημοσίου έργου, έχοντας την ιδιότητα του προσήκοντος αναδόχου όπως προσδιορίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη στο άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 1491/1984, υπέχει αστική ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους εξ αιτίας της εκτελέσεως δημοσίου έργου, έστω κι αν η εκτέλεση του έργου αυτού έχει ανατεθεί δια συμβάσεως σε ιδιώτη ανάδοχο (ΑΠ 2112/2014, βλ.
και ΣτΕ 529/2014,ΣτΕ 453/2013, 2897/2013). Η ευθύνη δε του Δημοσίου, όταν συντρέχει, είναι αυτοτελής και δεν επηρεάζεται από την τυχόν από άλλες διατάξεις προκύπτουσα ευθύνη του αναδόχου για βλάβες στα έργα ή για την μη τήρηση των κατά τον νόμο ή τη σύμβαση ή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της καλής πίστεως υποχρεώσεών του (ΣτΕ 529/2014, ΣτΕ 453/2013, πρβ.
ΣτΕ 2521/2008, 347/1997 κ. ά.). Εξάλλου, το άρθρο 5 του Ν. 2229/1994 ορίζει: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ιδρύονται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χωριστά για κάθε μεγάλο έργο ύψους άνω των είκοσι πέντε δισεκατομμυρίων (25.000.000.000) δραχμών με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας.
Με τις αποφάσεις αυτές προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο, την πραγματοποίηση του οποίου αναλαμβάνει η εταιρεία και καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος χρηματοδότησης του έργου. Τα νομικά αυτά πρόσωπα εφεξής θα διέπονται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, εφόσον δεν τροποποιούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6)...
Σκοπός των εταιριών αυτών είναι: α. Η ολική ή μερική μελέτη, κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση, εξοπλισμός και εκμετάλλευση κάθε είδους έργου υποδομής, καθώς και η διοίκηση, επίβλεψη και παρακολούθησή τους.... β. Η ολική ή μερική ανάθεση, απευθείας, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή με διαγωνισμό σε τρίτους, της μελέτης/ και ή κατασκευής και/ ή επέκτασης και/ή συντήρησης και/ή οργάνωσης και/ή εξοπλισμού και/ή εκμετάλλευσης των έργων υποδομής για τα οποία έχουν συσταθεί, καθώς και της επίβλεψης και/ή παρακολούθησης της εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων και του ελέγχου των σχετικών μελετών, γ.
Η παροχή συμβουλών και, η εισήγηση σε θέματα σχετικά με τα παραπάνω (παρ. 7). Για την εκπλήρωση του σκοπού τους, οι εταιρείες μπορούν ενδεικτικά: α) να συνεργάζονται με οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, με οποιονδήποτε τρόπο, β) να αντιπροσωπεύουν οποιαδήποτε επιχείρηση ημεδαπή ή αλλοδαπή με όμοιους ή παρεμφερείς σκοπούς, γ) να συνάπτουν συμβάσεις προς εξεύρεση οικονομικών πόρων, στις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να χορηγεί την εγγύησή του, δ) να αναθέτουν καθήκοντα συμβούλου σε ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα (παρ. 9)....
Οι εταιρείες λειτουργούν για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι εταιρείες δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ούτε στις διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο.
Οι μετοχές τους ανήκουν αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και τον αρμόδιο κατά περίπτωση υπουργό (παρ. 11). Οι εταιρείες απολαύουν όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου.
Οι διατάξεις του Κώδικα Δικών Δημοσίου εφαρμόζονται και στις εταιρίες αυτές (παρ. 15).... Οι ανωτέρω διατάξεις των παρ. 6 μέχρι 17 του παρόντος άρθρου μπορούν να εφαρμοσθούν και για κάθε έργο ή τμήματα έργου, που έχει ανατεθεί η εκτέλεσή τους ή έχει προκηρυχθεί η δημοπράτησή τους. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως παραχωρούνται και μεταβιβάζονται στην ιδρυόμενη εταιρεία, χωρίς αντάλλαγμα, όλα τα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δημοσίου που απορρέουν από τη σύμβαση ή συμβάσεις κατασκευής του έργου που καταρτίστηκαν ή από τη διακήρυξη δημοπράτησης του έργου ή τμήματος έργου, η δε εταιρεία υποκαθιστά το Δημόσιο σε όλες ανεξαιρέτως τις διατάξεις των συμβάσεων ή των διακηρύξεων δημοπράτησης των έργων.
Δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία υποχρεώσεις του Δημοσίου από συμβάσεις εκτελούμενων έργων, που τυχόν θα προέλθουν μέχρι την ημερομηνία ανάληψης του έργου από την εταιρεία, ή των οποίων η προκήρυξη της δημοπράτησης ή η ανάθεση γίνει από τον αρμόδιο φορέα, στον οποίο ανήκε το έργο, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη σύσταση της εταιρείας" (παρ. 19 όπως το τελευταίο εδάφιο συμπληρώθηκε με το άρθρο 16 παρ.3 του ν. 2308/1995).
Επίσης η παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 2576/1998 ορίζει ότι: "Οι διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 16 του Ν. 2308/1995 εφαρμόζονται και στις αντίστοιχες μελέτες του έργου ή τμημάτων αυτού που έχουν ανατεθεί ή έχει αρχίσει η διαδικασία ανάθεσης πριν την ίδρυση της εταιρείας.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, "Κύριος του Έργου" ή "Εργοδότης" καθίσταται η εταιρεία. Τα όργανα και συμβούλια που αποφασίζουν για την εκπόνηση των μελετών και την ανάθεση και κατασκευή των έργων καθορίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, που εγκρίνονται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι δε υπέρ του Δημοσίου και των υπηρεσιών του υπάρχουσες ισχύουν ως εγγυητικές επιστολές των αναδόχων, και οι τυχόν συνασφαλίσεις του Δημοσίου σε ασφαλιστικές εταιρείες ισχύουν ως εγγυητικές επιστολές και συνασφαλίσεις υπέρ της ιδρυόμενης εταιρείας".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι τα, ιδρυόμενα με κοινές αποφάσεις του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού και διεπόμενα από τις διατάξεις του Ν. 2190/1920, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμες εταιρίες) για την ανάθεση σ’ αυτά της εκτελέσεως δημόσιου έργου ή τμημάτων του, ύψους άνω των 25.000.000.000 δραχμών, διαδέχονται χωρίς αντάλλαγμα (με τις ίδιες Υπουργικές αποφάσεις) το Δημόσιο σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από την σύμβαση (ή τις συμβάσεις) κατασκευής του έργου ή από την διακήρυξη δημοπρατήσεως τούτου ή τμήματός του και υποκαθιστούν το Δημόσιο σε όλες τις διατάξεις των συμβάσεων ή των διακηρύξεων δημοπράτησης των έργων.
Εξαίρεση από τον κανόνα της καθολικής διαδοχής της εταιρίας κατασκευής του δημοσίου έργου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Δημοσίου εισάγεται για εκείνες μόνον τις υποχρεώσεις του Δημοσίου, που αφορούν εκτελούμενο κατά την διαδοχή αυτή δημόσιο έργο και οι οποίες είναι γεννημένες κατά την πραγματική ανάληψη της κατασκευής του από την εταιρία ή των οποίων η ανάθεση ή η προκήρυξη δημοπρατήσεως είχε συντελεσθεί πριν παρέλθει εξάμηνο από τη σύσταση της εταιρίας (ΑΠ 290/2012).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη). 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως προνοίας και ασφαλείας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ ΑΚ προκύπτει, ότι η, απαραίτητη για την θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παρανόμου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 23/1988).
Σε περίπτωση καταστροφής ξένου πράγματος, λόγω αδικοπραξίας, ως χρόνος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του καταστραφέντος πράγματος λαμβάνεται ο χρόνος εκδόσεως της αποφάσεως και ως τέτοιος θεωρείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συζητήσεως (ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 802/2013).
Η αντικειμενική αξία του καταστραφέντος πράγματος και, εντεύθεν, η θετική ζημία του παθόντος, υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά τον χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με τη δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου, ομοίου πράγματος, καινούργιου. Και τούτο, γιατί, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα από γενική αρχή της αποκατάστασης του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση (ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 68/2005).
Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται ΑΠ 2112/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2646/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενόψει των ερευνόμενων αναιρετικών λόγων, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως εκ του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Δ 14α/02/69/ΦΝ380/1 ΟΙ 1-1994 κοινή απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β’ 846/14.11.1994), με την οποία ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." (1η των εναγομένων και εφεξής "Ε.Ο.
Α.Ε."), το καταστατικό της οποίας εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. Δ1/0/12/122/8-8-1995 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) και η οποία ως σκοπό έχει, μεταξύ άλλων, την κατασκευή του οδικού άξονα με τον τίτλο "Εγνατία Οδός" και την ολική ή μερική ανάθεση κατασκευής του έργου ή τμημάτων αυτού σε τρίτους.
Εν συνεχεία δυνάμει της υπ’ αριθμ. Δ1 β/247/12/7-7-1996 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 675 ΒVI 6.7.1996) παραχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν σ’ αυτήν χωρίς αντάλλαγμα τα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δημοσίου που απορρέουν από τις συμβάσεις κατασκευής των οδικών τμημάτων του αυτοκινητοδρόμου της Εγνατίας οδού μεταξύ των οποίων και του κατωτέρω αναφερομένου τμήματος.
Περαιτέρω, δυνάμει της, από 5-11-1998 συμβάσεως κατασκευής δημοσίου έργου η ανωτέρω εταιρία (1η των εναγόμενων) [ήδη αναιρεσείουσα] ανέθεσε την εκτέλεση του έργου "... ..." στην κοινοπραξία με την επωνυμία "....", όμως το μέλος της κοινοπραξίας με την επωνυμία "...." με την, από 22-6-1999, αίτησή του προς την 1η των εναγόμενων εταιρία ("Ε.Ο.
Α.Ε.") ζήτησε να υποκατασταθεί ως μέλος της άνω αναδόχου κοινοπραξίας από την 6η των εναγόμενων εταιρία ("...."), υποκατάσταση που εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. ...1999 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της "Ε.Ο. Α.Ε." και εν συνεχεία υπεγράφη η, από 9-9-1999, σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου, σύμφωνα με την οποία "...ως υποκατάστατος ανάδοχος της αρχικής αναδόχου (Κ/Ξ ....) με τους όρους της αρχικής σύμβασης και με ανάληψη της ευθύνης προς τον κύριο του έργου (1η των εναγομένων) για το σύνολο του έργου απ’ αρχής, την εκτέλεση του υπόψη έργου, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος 6.299.727.629 δρχ.
και του 1.133.950.973 δρχ. για τον Φ.Π.Α. θα καταβληθεί από τον "κύριο του έργου"....".... Περαιτέρω, δυνάμει της, από 29-12-1999, συμβάσεως κατασκευής δημοσίου έργου, η 1η των εναγομένων ("Ε.Ο. Α.Ε.") ανέθεσε την εκτέλεση του έργου "... Εργασίες ολοκλήρωσης τμήματος από κόμβο Ηγουμενίτσας έως κόμβο Σελλών" στην κοινοπραξία υπό την επωνυμία "..." (2η των εναγομένων), μέλη της οποίας είναι οι 3η, 4η και 5η των εναγομένων ("...." και "...
αντιστοίχως) [δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη]. Στον υπ’ αριθμ. "2" όρο της εν λόγω συμβάσεως κατασκευής ορίζεται ότι η κατασκευή του έργου και η, εν γένει, εκτέλεση της συμβάσεως θα γίνει σύμφωνα με τους όρους των λοιπών τευχών δημοπρατήσεως και στοιχείων της εργολαβίας, όπως αυτά αναφέρονται ιεραρχικώς στην παρ. 2 του άρθρου 4 της εγκεκριμένης διακηρύξεως, ενώ στον υπ’ αριθμ. "8" ορίζεται ότι η σύμβαση διέπεται από τον Κανονισμό αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών και εκτελέσεως έργων της εταιρίας "Ε.Ο.
Α.Ε.", ήτοι της 1ης των εναγομένων (αναιρεσείουσας) και κυρίας του έργου. Εξάλλου, στον υπ’ αριθμ. "5.6.1." όρο της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων που διέπει τη σύμβαση και την όλη εκτέλεση του έργου, αναφέρεται ότι η "Υπηρεσία Επίβλεψης" (της κυρίας του έργου) διατηρεί το δικαίωμα να συμπληρώνει ενέργειες του αναδόχου, αν τούτο απαιτείται, εις βάρος και για λογαριασμό του, ενώ στον υπ’ αριθμ. "5.8.8." όρο αυτής αναφέρεται ότι απαγορεύεται αυστηρώς στον ανάδοχο να προβαίνει χωρίς προηγούμενη έγγραφη έγκριση της "Υπηρεσίας" σε οιαδήποτε ανακοίνωση ή δημοσίευμα σχετικώς με το έργο.
Επίσης, σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. "2" όρο της υπ’ αριθμ. 66967/19-11-1993 κοινής υπουργικής αποφάσεως (Κ.Υ.Α.) των υπουργών ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Γεωργίας, περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή και λειτουργία του οδικού έργου της Εγνατίας Οδού στο τμήμα Ηγουμενίτσα - Βροσίνα (Ψηλορράχη), που εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (βλ.
άρθρο 4 παρ. 2β’ του Ν. 1650/1980, ως ίσχυε κατά την έκδοση της άνω αποφάσεως) και οι όροι της οποίας (Κ.Υ.Α.) αφορούν σε κάθε περίπτωση, τόσο τον κύριο του έργου (εδώ 1η των εναγομένων), όσο και τον ανάδοχο (βλ. τον υπ’ αριθμ. "1" όρο αυτής): "Ο κύριος του έργου οφείλει, κατά τις διαδικασίες της δημοπράτησης, επίβλεψης, παραλαβής να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να εξασφαλίζεται: -η τήρηση των περιβαλλοντικών όρων από τον ανάδοχο, στο μέρος που τον αφορούν, -η δυνατότητα αντιμετώπισης και αποκατάστασης δυσάρεστων περιβαλλοντικά καταστάσεων οφειλομένων σε ενέργειες ή παραλείψεις του αναδόχου κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων...".
Ενόψει τούτων και των προμνησθεισών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1, 2 και 7 παρ. 1 του Ν. 1418/1984, η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση του ενδίκου δημοσίου έργου ανήκει στην αρμοδία τεχνική υπηρεσία ("διευθύνουσα υπηρεσία ή "επιβλέπουσα υπηρεσία") του φορέα κατασκευής του έργου, ήτοι της 1ης των εναγομένων ("Ε.Ο.
Α.Ε."), η οποία, έχουσα δια της ανωτέρω υπηρεσίας το δικαίωμα επιβλέψεως και οδηγιών καθ’ όσον αφορά τον τρόπο εκτελέσεως του έργου και την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, θεωρείται προστήσασα της 2ης των εναγομένων αναδόχου κοινοπραξίας, μέλη της οποίας, ως προεκτέθη, είναι οι 3η, 4η και 5η των εναγομένων (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη)....Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η 1η των εναγόντων, της οποίας ομόρρυθμος εταίρος είναι ο 2ος των εναγόντων, εδρεύει στο Δ.Δ. ...
του Δήμου Μαργαριτίου του Ν. Θεσπρωτίας και από το έτος 1968 διατηρεί και εκμεταλλεύεται ελαιουργείο σε ιδιόκτητο χώρο. Πλησίον του εν λόγω ελαιουργείου και εντός της ιδίας ιδιοκτησίας βρίσκεται και η οικία του 2ου των εναγόντων, στο ισόγειο της οποίας βρίσκεται το γραφείο της επιχειρήσεως και αποθήκες.
Η ιδιοκτησία αυτή γειτνιάζει με χείμαρρο, που διασχίζει τον οικισμό ... κείμενο σε πεδινή έκταση, νοτιοδυτικώς σε σχέση με τον άξονα της Εγνατίας οδού και σε πολύ χαμηλότερο υψόμετρο από αυτήν, ενώ στον ως άνω χείμαρρο συμβάλλουν αρκετοί άλλοι χείμαρροι, οι οποίοι έχουν την αρχή τους στους ορεινούς όγκους της περιοχής πλησίον της Εγνατίας οδού.
Ο 2ος των εναγόντων ασχολείται παραλλήλως και με γεωργοκτηνοτροφικές δραστηριότητες, ήτοι με την καλλιέργεια των ελαιοπεριβόλων του και με την εκτροφή μικρού αριθμού οικόσιτων ζώων (προβάτων και πουλερικών) για τις ανάγκες της οικογένειάς του. Την 19-10-2003 και περί ώρα 19.00’ μ.μ. ξέσπασε στην περιοχή μία καταρρακτώδης βροχή ιδιαιτέρως έντονη, τα ύδατα της οποίας, ενώ αρχικώς διοχετεύονταν δια του προαναφερομένου χειμάρρου, εν συνεχεία εξήλθαν της κοίτης του, λόγω υπερχειλίσεως αυτής, οπότε τεράστιοι όγκοι ύδατος, λάσπης και άλλων φερτών υλικών (λίθων, αμμοχάλικου, ξύλων, κορμών δένδρων, νεκρών ζώων κ.λ.π.) εισήλθαν με ορμή εντός της, παρακειμένης στην κοίτη του χειμάρρου, ιδιοκτησίας των εναγόντων, ήτοι εντός του αυλείου χώρου του ελαιουργείου, των αποθηκών και του γραφείου, προκαλώντας μεγάλες υλικές ζημίες.
Η υπερχείλιση του χειμάρρου οφείλεται σε σειρά υπαιτίων και παρανόμων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων της κυρίας του έργου ("Ε.Ο. Α.Ε.") και των κατασκευαστριών εταιριών - μελών της 2ης των εναγομένων αναδόχου κοινοπραξίας. Ειδικότερα τόσο η κυρία του έργου ("Ε.Ο. Α.Ε."), όσο και τα αρμόδια όργανα των κατασκευαστριών εταιριών ("...." και "...."), δεν συμμορφώθηκαν προς τους όρους της προμνησθείσας υπ’ αριθμ. 66967/19-11-1993 Κ.Υ.Α.
και δη προς τις υποχρεώσεις τους που αφορούσαν την λήψη όλων των απαραιτήτων μέτρων ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των περιβαλλοντικών όρων από την ανάδοχο κοινοπραξία (2η των εναγομένων), στο μέρος που αφορούσαν την τελευταία, καθώς και η δυνατότητα αντιμετωπίσεως και αποκαταστάσεως δυσαρέστων περιβαλλοντικώς καταστάσεων οφειλομένων σε ενέργειες ή παραλείψεις της αναδόχου κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων.
Συγκεκριμένα: α) Σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. "4" όρο της ως άνω αποφάσεως: "Για οποιαδήποτε δραστηριότητα ή εγκατάσταση απαραίτητη για την κατασκευή - λειτουργία του έργου θα πρέπει προηγουμένως να έχουν χορηγηθεί όλες οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία άδειες και εγκρίσεις, β) Σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. "11" όρο αυτής θα πρέπει: "Να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη ροή των επιφανειακών υδάτων".
γ) Σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. "12" όρο αυτής: "Απαγορεύεται κάθε μπάζωμα χειμάρρου", δ) Σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. "19" όρο αυτής θα πρέπει: "Η απόθεση των ακατάλληλων πλεοναζόντων προϊόντων εκσκαφής να γίνει σε χώρους που δεν θα επηρεάζουν την επιφανειακή ροή των υδάτων...." και ε) Σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. "20" όρο αυτής: "Οι ακριβείς θέσεις απόθεσης και ο τρόπος διαμόρφωσης των χώρων θα γίνουν σύμφωνα με σχέδιο που πρέπει να υποβληθεί και εγκριθεί από το ΤΠ και ΠΕ (Γραφείο Περιβάλλοντος) του Νομού Θεσπρωτίας πριν από την έναρξη κατασκευής του έργου......
Αντιθέτως, προς τα ανωτέρω, τόσο η 1η των εναγομένων - κυρία του έργου ("Ε.Ο. Α.Ε."), όσο και τα μέλη της προστηθείσας, ως άνω, αναδόχου του έργου - 2ης των εναγομένων κοινοπραξίας ("...." και "...."), χωρίς περιβαλλοντολογικές μελέτες και μελέτες αντιπλημμυρικής προστασίας και χωρίς να λάβουν υπόψη τους τα νέα υδρολογικά δεδομένα της περιοχής σε συνδυασμό με τα δεδομένα των κατασκευαζομένων μεγάλων έργων και χωρίς άδεια από τις αρμόδιες αρχές, είχαν κατασκευάσει, με επιχώσεις και αποθέσεις ογκολίθων και άλλων αδρανών υλικών, φράγμα εντός της κοίτης χειμάρρου για την δημιουργία μικρής τεχνητής λίμνης από την οποία αντλούσαν νερό για τις ανάγκες της κατασκευής, είχαν απορρίψει και είχαν αποθέσει τεράστιες ποσότητες από χώματα, αμμοχάλικο, ογκολίθους και άλλα αδρανή υλικά, προερχόμενα από τα έργα και τις εκσκαφές, εντός της κοίτης και των παρειών των χειμάρρων της περιοχής, οι οποίοι συμβάλλουν στον κεντρικό χείμαρρο της ..., ενώ ταυτοχρόνως είχαν δημιουργήσει πλησίον των χειμάρρων αυτών αποθεσιοθαλάμους, ήτοι χώρους αποθέσεως και απορρίψεως των αχρήστων υλικών της εκσκαφής και άλλων απορριμμάτων προερχόμενων από το έργο, όπως αχρήστων ογκωδών υπολειμμάτων, οπλισμένου με σίδερο σκυροδέματος, ελαστικών αυτοκινήτων, ερπυστριών μηχανημάτων και άλλων, παραλείποντας να κατασκευάσουν τοιχία που θα εμπόδιζαν, σε περίπτωση εντόνου βροχοπτώσεως, την διαρροή των ως άνω εναποτεθέντων υλικών προς τις, χαμηλότερα ευρισκόμενες, κοίτες των χειμάρρων της περιοχής, που όλοι συμβάλλουν στον κεντρικό χείμαρρο της ....
Ειδικότερα οι ως άνω εταιρίες ("...." και "...."): i. Στην θέση "..." και περί την Χ.Θ. 10+800 της Εγνατίας οδού είχαν αποθέσει "...εντός της κοίτης του κατάντη (κάτω νότιο μέρος) ευρισκομένου χειμάρρου, σε σημείο που να έχει κλείσει σχεδόν η κοίτη του χειμάρρου και κατά τρόπο που να οδηγεί στην δημιουργία μικρού φράγματος..." διάφορα υλικά σε μεγάλες ποσότητες, ii.
Στην θέση "..." και περί την Χ.Θ. 11+300 της Εγνατίας οδού και ανάντη (αντίθετα από τη φορά του ρού, ανηφορικά) της γέφυρας Μεσοβουνίου που κατασκεύασε η κοινοπραξία ".... ...", είχαν αποθέσει φερτά υλικά επί της κλιτύος του χειμάρρου, χωρίς έργα προστασίας (τοιχία) για πιθανή διαρροή, iii. Στην θέση "..." και στην Χ.Θ. 11+730 έως 11+995, δημιούργησαν αποθεσιοθάλαμο πλησίον χειμάρρου, ενώ επί των παρειών του είχαν απορρίψει ογκώδη υπολείμματα οπλισμένου με σίδερο σκυροδέματος, τα οποία, σε περίπτωση βροχοπτώσεως, οδηγούμενα στον χείμαρρο θα απέφρασαν την κοίτη του. iv.
Στην θέση "..." και στην Χ.Θ. 12+450 έως 12+719, ανάντη (αντίθετα από τη φορά του ρού, ανηφορικά) της Εγνατίας οδού δημιούργησαν άλλον έναν αποθεσιοθάλαμο. v. Στο ύψος της ως άνω Χ.Θ. και στην ιδιοκτησία "Κ." δημιούργησαν άλλον έναν αποθεσιοθάλαμο, στον οποίο απέθεσαν, μεταξύ άλλων, άχρηστους και στρεβλωμένους οπλισμούς σκυροδέματος και άχρηστα ελαστικά αυτοκινήτων, vi.
Στην θέση "..." και περί την Χ.Θ. 13+200 κατάντη (κάτω νότιο μέρος) της Εγνατίας Οδού απέθεσαν προϊόντα εκσκαφών της Εγνατίας Οδού, ενώ σε παρακείμενη θέση είχαν δημιουργήσει λατομείο, το οποίο χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες του έργου, όμως εκ του λατομείου διέφευγαν ή και απορρίπτονταν υλικά στην κοίτη ομωνύμου χειμάρρου που συμβάλλει στον κεντρικό χείμαρρο της ...
και vii. Κατά την διάνοιξη και την κατασκευή του κόμβου Μεσοβουνίου - Καρτεριού, απέρριπταν ανεξέλεγκτα μεγάλους ογκόλιθους και άλλα υλικά εκσκαφών εντός του χειμάρρου ... [βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...4-12-2003 έγγραφο, που συνέταξε η Επιτροπή Αστυνόμευσης Ρεμάτων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσπρωτίας κατόπιν επιτόπιου ερεύνης που διενήργησε στην περιοχή και στους χείμαρρους αυτής, σε συνδυασμό και με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, Π.
Α. (μέλους της ως άνω Επιτροπής), που διαλαμβάνεται στα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης]. Ως προς το φράγμα που προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι αρχικώς το κατασκεύασε παρανόμως και εν γνώσει της κυρίας του έργου (1ης των εναγομένων) η κοινοπραξία που εκτελούσε το έργο "... ..." (".... ..."), στην οποία, ως προελέχθη, συμμετείχε και η 6η των εναγομένων ("....").
Το φράγμα αυτό είχε διαστάσεις 2X3 μέτρων και βάθους 2 μέτρων (βλ. την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, μάρτυρα ανταποδείξεως, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος το χαρακτήρισε ως "φραγματάκι") και η κοινοπραξία που κατασκεύασε το ανωτέρω έργο το χρησιμοποίησε ως αποθήκη ύδατος για τις ανάγκες κατασκευής της γέφυρας Μεσοβουνίου.
Όμως, ήδη από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2002 είχε περατωθεί η κατασκευή του κυρίου σώματος της γέφυρας Μεσοβουνίου και είχαν απομείνει οι εργασίες που αφορούσαν "...τα μεταβατικά επιχώματα, πλάκες πρόσβασης, αποχέτευση και ασφαλτικά..." (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...7-7-2002 έγγραφο της 1ης των εναγομένων - κυρίας του έργου), έκτοτε δε η ως άνω κοινοπραξία μετέφερε το εργοτάξιό της στην ...
για να κατασκευάσει την δεύτερη γέφυρα (βλ. την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιων αυτού του Δικαστηρίου, μάρτυρα ανταποδείξεως, που εκτιμάται ως αξιόπιστη, δεδομένου ότι δεν προκύπτει το αντίθετο από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο). Μετά την αποχώρησή της, εν γνώσει και με την συναίνεση της 1ης των εναγομένων - κυρίας του έργου, τα μέλη της 2ης των εναγομένων κοινοπραξίας ("...." και "....") διεύρυναν και ενίσχυσαν το εν λόγω φράγμα με την εναπόθεση και άλλων υλικών, δημιουργώντας μικρή λίμνη, το νερό της οποίας χρησιμοποιούσαν για την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει η 2η των εναγομένων κοινοπραξία.
Λόγω της εντόνου βροχοπτώσεως που προαναφέρθηκε το εν λόγω φράγμα υπερπληρώθηκε και επιβαρύνθηκε με τα όμβρια ύδατα, τα οποία κατέληξαν σ’ αυτό από τον ορεινό όγκο, υποχώρησε αποτόμως και εκτονώθηκε βιαίως (έσπασε), με συνέπεια οι τεράστιοι όγκοι ύδατος από αυτό να διαρρεύσουν απότομα εντός του χειμάρρου, να παρασύρουν τα υλικά των επιχώσεων και των αποθέσεων, που κατέληξαν στον κεντρικό χείμαρρο της ....
Ταυτοχρόνως, οι αποθέσεις ογκωδών υλικών και υλικών εκσκαφών εντός της κοίτης των προαναφερθέντων χειμάρρων, οι οποίοι συμβάλλουν στον κεντρικό χείμαρρο της ..., αλλά και στους αποθεσιοθαλάμους που δημιουργήθηκαν κατά τα προεκτεθέντα στις παρυφές της κοίτης των ως άνω χειμάρρων, είχαν ως συνέπεια την απόφραξη και τον περιορισμό του βάθους της κοίτης των χειμάρρων αυτών, ώστε να είναι αδύνατη η ομαλή εκτόνωση των όμβριων υδάτων.
Όλα αυτά είχαν ως συνέπεια την επιβάρυνση του κεντρικού χειμάρρου της ... με τεραστίους όγκους ύδατος, λάσπης και άλλων φερτών υλικών, με αποτέλεσμα να προκληθεί η πρωτοφανής για την περιοχή καταστροφική πλημμύρα, η οποία έπληξε τα χαμηλά μέρη της ... και, μεταξύ άλλων, προκάλεσε ζημίες στην περιουσία των εναγόντων (βλ.
το προαναφερθέν υπ’ αριθμ. πρωτ. ...4-12-2003 έγγραφο, σε συνδυασμό και με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως). Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, καίτοι ιδίας εντάσεως βροχοπτώσεις είχαν σημειωθεί και στο παρελθόν προ της κατασκευής των έργων της Εγνατίας οδού, ουδέποτε είχε δημιουργηθεί ανάλογη κατάσταση στην ιδιοκτησία των εναγόντων, διότι οι κοίτες των χειμάρρων ήσαν ελεύθερες και υπήρχε ομαλή εκτόνωση και ροή των υδάτων.
Η υπερχείλιση του χειμάρρου της ... λόγω της εντόνου βροχοπτώσεως και η πρόκληση της καταστροφικής πλημμύρας με την ορμητική και ανεξέλεγκτη ροή του κύματος των υδάτων με τα συμπαρασυρόμενα φερτά υλικά στην ιδιοκτησία των εναγόντων, οφείλεται στην, ως άνω, αμελή συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της 1ης των εναγομένων - κυρίας του έργου, καθώς και στην αμελή συμπεριφορά των οργάνων των μελών της προστηθείσας 2ης των εναγομένων κοινοπραξίας - αναδόχου του έργου, ήτοι των εταιριών "...." και "...
τα οποία προέβησαν παρανόμως και υπαιτίως στις ανωτέρω αποθέσεις υλικών με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν φράγματα στην ροή των υδάτων, να μειωθεί το βάθος του πυθμένα των υπερκειμένων χειμάρρων και εν συνεχεία του κεντρικού χείμαρρου ... με στερεά υλικά και να μειωθεί έτσι η υδάτινη παροχή και η δυνατότητα του να δεχθεί τα όμβρια ύδατα.
Σημειώνεται ότι, συνεπεία των ως άνω παραβάσεων των εταιριών "...." και "...." επεβλήθη εις εκάστην εξ αυτών διοικητικό πρόστιμο 15.000,00 € (βλ. τις υπ’ αριθμ. 5721, 5722 και 5723/30-11-2004 αποφάσεις του Νομάρχη Θεσπρωτίας).... Συνεπεία της πλημμύρας που προαναφέρθηκε προκλήθηκαν ζημίες στις ιδιοκτησίες των εναγόντων, καθ’ όσον από την υπερχείλιση του χειμάρρου παραβιάστηκαν οι θύρες του ελαιοτριβείου και του γραφείου, το ύψος του ύδατος στους χώρους αυτούς ανήλθε στα 80 cm, στον δε χώρο του ελαιοτριβείου η ροή του ύδατος παρέσυρε όλα τα κινητά αντικείμενα, μηχανήματα, εργαλεία και παρελκόμενα και γέμισε το χώρο με ξύλα και λάσπες>>.
Ενόψει δε των ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι η συνολική ζημία που υπέστη η πρώτη των εναγόντων ("...") από την παραπάνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 60.441 ευρώ, ο δε δεύτερος των εναγόντων (Β. Κ.) στο ποσό των 30.350 ευρώ, ενώ παράλληλα δέχθηκε ότι αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των πέντε πρώτων εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εξ αυτών (αναιρεσείουσα), προσδιορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται για το λόγο αυτό η μεν πρώτη των εναγόντων στο ποσό των 4.000 ευρώ, ο δε δεύτερος εξ αυτών στο ποσό των 1.500 ευρώ (ως προς τα ανωτέρω ποσά της ζημίας και της χρηματικής ικανοποίησης δεν προβάλλεται αναιρετική πλημμέλεια).
Ακολούθως δε δέχθηκε το Εφετείο ότι <<οι προμνησθείσες παράνομες πράξεις και παραλείψεις της 1ης των εναγομένων ("Ε.Ο. Α.Ε."), αλλά και της προστηθείσας απ’ αυτήν, 2ης των εναγομένων - αναδόχου του έργου κοινοπραξίας και των οργάνων των μελών αυτής (3ης, 4ης και 5ης των εναγομένων), ήσαν ικανές αντικειμενικώς εξεταζόμενες με το ως άνω επακόλουθό τους, ήτοι την υπερχείλιση του κεντρικού χειμάρρου της ..., να προκαλέσουν στους ενάγοντες τις ανωτέρω ζημίες, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κατά τα οποία η ανεξέλεγκτη εναπόθεση φερτών υλικών χωρίς την λήψη μέτρων προστασίας, ήτοι κατασκευής τοιχίων εμποδιζόντων την παράσυρση αυτών σε περίπτωση εντόνου βροχοπτώσεως, ή τον, κατ’ άλλο τρόπο, έλεγχο αυτών στους χώρους όπου εναποτίθενται, όταν μάλιστα αυτά βρίσκονται σε σημείο υψηλότερο από τους υποκειμένους χειμάρρους, οι οποίοι, επίσης, είναι υπερκείμενοι ιδιοκτησιών, που βρίσκονται στα πεδινά (όπως και οι ιδιοκτησίες των εναγόντων) και συμβάλλουν στον κεντρικό χείμαρρο της ..., ενέχει τον κίνδυνο, σε περίπτωση εντόνου βροχοπτώσεως, να παρασυρθούν αυτά και να καταλήξουν στους υποκειμένους χείμαρρους, τους οποίους φράζουν, με αποτέλεσμα αυτοί να υπερχειλίσουν και τα ύδατα αυτών μαζί με όλα τα φέροντα υλικά που παρασύρονται, να καταλήξουν με ορμή στον κεντρικό χείμαρρο ...
και εκείθεν σε υποκείμενες ιδιοκτησίες, προκαλώντας ζημίες, όπως εν προκειμένω συνέβη. Η δε έντονη βροχόπτωση δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ ενεργειών - παραλείψεων και ζημίας, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως ανωτέρω σκέψη, δεν πρόκειται για φαινόμενο απρόβλεπτο και απρόοπτο αλλά, αν και όχι συνηθισμένο, ωστόσο, πιθανό και προβλεπτό, και ως εκ τούτου, οι εξ αυτού συνέπειες μπορούσαν να αποφευχθούν αν οι 1η, 2η, 3η, 4η και 5η των εναγομένων δεν προέβαιναν στις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις.
Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την, προσκομιζόμενη παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εκ μέρους των εκκαλουσών της 3ης και της 4ης των εφέσεων (άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ), υπ’ αριθμ. 428/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκαν αθώοι, μεταξύ άλλων, ο υπεύθυνος εργοταξίου της 3ης των εναγομένων ("....") και η διευθύντρια της περιφερειακής υπηρεσίας της 1ης των εναγομένων ("Ε.Ο.
Α.Ε.") των αξιοποίνων πράξεων της πλημμύρας από αμέλεια με κίνδυνο σε ξένα πράγματα (παράβαση άρθρου 269 σε συνδυασμό προς άρθρο 268α’ ΠΚ) και της παραβάσεως του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του Ν. 1650/1986 σε συνδυασμό προς τις υπ’ αριθμ. 66976/19-11-1993 και 64937/9-7-1999 Κ.Υ.Α. (με το σκεπτικό ότι την πλημμύρα προκάλεσε ακραίο καιρικό φαινόμενο μη δυνάμενο να προβλεφθεί), δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο (ΑΠ 1716/2012 ό.π.)>>.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ενόψει των μικρότερων ποσών που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στους ενάγοντες για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους πέντε πρώτους των εναγομένων, πρώτη εκ των οποίων είναι η ήδη αναιρεσείουσα και αναγνώρισε ότι οι ανωτέρω εναγόμενες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη και νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής:
Α) Στην 1η των εναγόντων ("...") το ποσό των εξήντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα ενός ευρώ (64.441,00 €) και Β) Στον 2° των εναγόντων (Β. Κ.) το ποσό των τριάντα μιας χιλιάδων οκτακόσιων πενήντα ευρώ (31.850,00 €). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922, 681, 688-692, 914 επ., 297,298 και 330 ΑΚ, καθώς και τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 1418/1984, του π.δ. 609/1985, του ν. 1892/1990 και του ν. 2229/1994, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται ανωτέρω, και ειδικότερα ως προς την ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως προστήσασας και της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς που υπέδειξε υπό την ιδιότητά της αυτή, από την οποία προκλήθηκε η προρρηθείσα περιουσιακή και ηθική ζημία των εναγόντων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς προς την τελευταία, πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής και ως προς την πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα, σύμφωνα και με την ισχύουσα ως άνω περί δημοσίων έργων νομοθεσία, δικαιολογούσαν την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, οι προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, και συγκεκριμένα: α) ότι η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση του ενδίκου δημοσίου έργου ανήκει στην αρμοδία τεχνική υπηρεσία ("διευθύνουσα υπηρεσία ή "επιβλέπουσα υπηρεσία") του φορέα κατασκευής του έργου, ήτοι της 1ης των εναγομένων ("Ε.Ο.
Α.Ε."), η οποία, έχουσα δια της ανωτέρω υπηρεσίας το δικαίωμα επιβλέψεως και οδηγιών καθ’ όσον αφορά τον τρόπο εκτελέσεως του έργου και την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, θεωρείται προστήσασα της 2ης των εναγομένων αναδόχου κοινοπραξίας, μέλη της οποίας, ως προεκτέθη, είναι οι 3η, 4η και 5η των εναγομένων, β) ότι τόσο η 1η των εναγομένων - κυρία του έργου ("Ε.Ο.
Α.Ε."), όσο και τα μέλη της προστηθείσας, ως άνω, αναδόχου του έργου - 2ης των εναγομένων κοινοπραξίας ("...." και "...."), χωρίς περιβαλλοντολογικές μελέτες και μελέτες αντιπλημμυρικής προστασίας και χωρίς να λάβουν υπόψη τους τα νέα υδρολογικά δεδομένα της περιοχής σε συνδυασμό με τα δεδομένα των κατασκευαζομένων μεγάλων έργων και χωρίς άδεια από τις αρμόδιες αρχές, είχαν κατασκευάσει, με επιχώσεις και αποθέσεις ογκολίθων και άλλων αδρανών υλικών, φράγμα εντός της κοίτης χειμάρρου για την δημιουργία μικρής τεχνητής λίμνης από την οποία αντλούσαν νερό για τις ανάγκες της κατασκευής, είχαν απορρίψει και είχαν αποθέσει τεράστιες ποσότητες από χώματα, αμμοχάλικο, ογκολίθους και άλλα αδρανή υλικά, προερχόμενα από τα έργα και τις εκσκαφές, εντός της κοίτης και των παρειών των χειμάρρων της περιοχής, οι οποίοι συμβάλλουν στον κεντρικό χείμαρρο της ..., ενώ ταυτοχρόνως είχαν δημιουργήσει πλησίον των χειμάρρων αυτών αποθεσιοθαλάμους, ήτοι χώρους αποθέσεως και απορρίψεως των αχρήστων υλικών της εκσκαφής και άλλων απορριμμάτων προερχόμενων από το έργο, όπως αχρήστων ογκωδών υπολειμμάτων, οπλισμένου με σίδερο σκυροδέματος, ελαστικών αυτοκινήτων, ερπυστριών μηχανημάτων και άλλων, παραλείποντας να κατασκευάσουν τοιχία που θα εμπόδιζαν, σε περίπτωση εντόνου βροχοπτώσεως, την διαρροή των ως άνω εναποτεθέντων υλικών προς τις, χαμηλότερα ευρισκόμενες, κοίτες των χειμάρρων της περιοχής, που όλοι συμβάλλουν στον κεντρικό χείμαρρο της ..., γ) ότι όλα αυτά είχαν ως συνέπεια την επιβάρυνση του κεντρικού χειμάρρου της ...
με τεραστίους όγκους ύδατος, λάσπης και άλλων φερτών υλικών, με αποτέλεσμα να προκληθεί η πρωτοφανής για την περιοχή καταστροφική πλημμύρα, η οποία έπληξε τα χαμηλά μέρη της ... και, μεταξύ άλλων, προκάλεσε ζημίες στην περιουσία των εναγόντων, δ) ότι η υπερχείλιση του χειμάρρου της ... λόγω της εντόνου βροχοπτώσεως και η πρόκληση της καταστροφικής πλημμύρας με την ορμητική και ανεξέλεγκτη ροή του κύματος των υδάτων με τα συμπαρασυρόμενα φερτά υλικά στην ιδιοκτησία των εναγόντων, οφείλεται στην, ως άνω, αμελή συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της 1ης των εναγομένων - κυρίας του έργου, καθώς και στην αμελή συμπεριφορά των οργάνων των μελών της προστηθείσας 2ης των εναγομένων κοινοπραξίας - αναδόχου του έργου, ήτοι των εταιριών "...." και "...
τα οποία προέβησαν παρανόμως και υπαιτίως στις ανωτέρω αποθέσεις υλικών με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν φράγματα στην ροή των υδάτων, να μειωθεί το βάθος του πυθμένα των υπερκειμένων χειμάρρων και εν συνεχεία του κεντρικού χείμαρρου ... με στερεά υλικά και να μειωθεί έτσι η υδάτινη παροχή και η δυνατότητα του να δεχθεί τα όμβρια ύδατα, με συνέπεια εκ της πλημμύρας αυτής να προκληθούν οι προεκτεθείσες ζημίες στις ιδιοκτησίες των εναγόντων, καθ’ όσον από την υπερχείλιση του χειμάρρου παραβιάστηκαν οι θύρες του ελαιοτριβείου και του γραφείου, το ύψος του ύδατος στους χώρους αυτούς ανήλθε στα 80 cm, στον δε χώρο του ελαιοτριβείου η ροή του ύδατος παρέσυρε όλα τα κινητά αντικείμενα, μηχανήματα, εργαλεία και παρελκόμενα και γέμισε το χώρο με ξύλα και λάσπες ε) ότι οι προμνησθείσες παράνομες πράξεις και παραλείψεις της 1ης των εναγομένων ("Ε.Ο.
Α.Ε."), αλλά και της προστηθείσας απ’ αυτήν, 2ης των εναγομένων - αναδόχου του έργου κοινοπραξίας και των οργάνων των μελών αυτής (3ης, 4ης και 5ης των εναγομένων), ήσαν ικανές αντικειμενικώς εξεταζόμενες με το ως άνω επακόλουθό τους, ήτοι την υπερχείλιση του κεντρικού χειμάρρου της ..., να προκαλέσουν στους ενάγοντες τις ανωτέρω ζημίες, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κατά τα οποία η ανεξέλεγκτη εναπόθεση φερτών υλικών χωρίς την λήψη μέτρων προστασίας, ήτοι κατασκευής τοιχίων εμποδιζόντων την παράσυρση αυτών σε περίπτωση εντόνου βροχοπτώσεως, ή τον, κατ’ άλλο τρόπο, έλεγχο αυτών στους χώρους όπου εναποτίθενται, όταν μάλιστα αυτά βρίσκονται σε σημείο υψηλότερο από τους υποκειμένους χειμάρρους, οι οποίοι, επίσης, είναι υπερκείμενοι ιδιοκτησιών, που βρίσκονται στα πεδινά (όπως και οι ιδιοκτησίες των εναγόντων) και συμβάλλουν στον κεντρικό χείμαρρο της ..., ενέχει τον κίνδυνο, σε περίπτωση εντόνου βροχοπτώσεως, να παρασυρθούν αυτά και να καταλήξουν στους υποκειμένους χείμαρρους, τους οποίους φράζουν, με αποτέλεσμα αυτοί να υπερχειλίσουν και τα ύδατα αυτών μαζί με όλα τα φέροντα υλικά που παρασύρονται, να καταλήξουν με ορμή στον κεντρικό χείμαρρο ...
και εκείθεν σε υποκείμενες ιδιοκτησίες, προκαλώντας ζημίες, όπως εν προκειμένω συνέβη με τις ιδιοκτησίες των εναγόντων και στ) ότι η έντονη βροχόπτωση δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ ενεργειών - παραλείψεων και ζημίας, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για φαινόμενο απρόβλεπτο και απρόοπτο αλλά, αν και όχι συνηθισμένο, ωστόσο, πιθανό και προβλεπτό, αφού παρόμοιες έντονες βροχοπτώσεις είχαν συμβεί και στο παρελθόν, χωρίς να παρατηρηθούν ανάλογα φαινόμενα, και ως εκ τούτου, οι εξ αυτού συνέπειες μπορούσαν να αποφευχθούν αν οι 1η, 2η, 3η, 4η και 5η των εναγομένων δεν προέβαιναν στις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα πρωτοδίκως, και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμό της, τον οποίο επανέφερε νομίμως ενώπιον του με την έφεσή της, και συγκεκριμένα, ότι η εκτέλεση του επίδικου δημόσιου έργου είχε ανατεθεί με δημόσιο διεθνή διαγωνισμό στην προρρηθείσα ανάδοχο κοινοπραξία στην οποία με την καταρτισθείσα μεταξύ τους σχετική σύμβαση ανέθεσε την καθημερινή κατά τόπο επίβλεψη αυτού, απεκδιθείσα η ίδια της υποχρέωσης της κατά τόπον επίβλεψης τούτου και αποκλεισθείσης της οποιασδήποτε επέμβασης αυτής ως κυρίας του έργου στην παροχή προς την ανάδοχο εντολών και οδηγιών ως προς τον τρόπο υλοποίησης των υποχρεώσεών της στην εκτέλεση του έργου, περιορισθείσης της σχέσεως αυτής με την ανάδοχο στα οριζόμενα στο νόμο και την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση με καθοριζόμενο περιεχόμενο και μοναδικό σκοπό την έγκαιρη και εύρυθμη, κατά τους όρους της σύμβασης, εκτέλεση του έργου, σε τρόπον ώστε να μην υφίσταται μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας-κυρίας του έργου) και της αναδόχου (εργολάβου) κοινοπραξίας καμιά σχέση πρόστησης, που να την καθιστά υπεύθυνη και υπόχρεη έναντι των τρίτων για οποιαδήποτε ζημία υπέστησαν οι τελευταίοι από παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή παράλειψεις της αναδόχου εταιρίας (εργολάβου) ή των υποκατασταθέντων απ’ αυτήν στην εκτέλεση του έργου υπεργολάβων.
Όμως, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προρρηθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ως προς το ότι υπήρχε σχέση πρόστησης της τελευταίας έναντι της αναδόχου για την εκτέλεση του έργου κοινοπραξίας, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η αναιρεσείουσα με την καταρτισθείσα, μεταξύ αυτής και της αναδόχου του έργου κοινοπραξίας, σύμβαση και τα οριζόμενα στο νόμο που διήπε αυτήν, διατήρησε για τον εαυτό της, την παρακολούθηση, τον έλεγχο και την διοίκηση του ενδίκου δημοσίου έργου ως αρμοδία τεχνική υπηρεσία ("διευθύνουσα υπηρεσία ή "επιβλέπουσα υπηρεσία") του φορέα κατασκευής του έργου, έχουσα δια της ανωτέρω υπηρεσίας της το δικαίωμα επιβλέψεως και οδηγιών καθ’ όσον αφορά τον τρόπο εκτελέσεως του έργου και την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, ώστε να θεωρείται προστήσασα της 2ης των εναγομένων αναδόχου κοινοπραξίας, μέλη της οποίας ήταν, οι 3η, 4η και 5η των εναγομένων και ότι, εν γνώσει της αναιρεσείουσας, η οποία δεν προέβη σε καμιά αποτρεπτική ενέργεια, η ανάδοχος του έργου κοινοπραξία και τα μέλη αυτής, κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου, προέβησαν στις προεκτεθείσες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις, που είχαν ως επακόλουθο την προαναφερόμενη ζημία των εναγόντων.
Επομένως, και ο από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 04-03-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2646/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-03-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2646/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ