Legislator Case Law & Legislation
576/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction and evidence grounds regarding a fertilizer supply contract dispute.

Case Number 576/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a lower court decision in a fertilizer supply contract dispute. The State argued the appellate court exceeded jurisdiction by treating the matter as private law and failed to consider specific evidence regarding fertilizer pricing. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly identified the case as private law and had properly examined all submitted evidence without omission.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(4) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The appeal on jurisdiction is inadmissible if the court of first instance correctly classified the dispute as private law, and the appeal on evidence is inadmissible if the court's reasoning demonstrates that all submitted evidence was duly considered.

Keywords

AI generated
jurisdictional error private law dispute administrative contract evidence consideration appeal dismissal civil procedure code fertilizer supply

Cited Legislation

AI generated
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 341 and 346 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 5/1995
Supreme Court 20/2008
Supreme Court 140/2008
Supreme Court 1450/2007
Supreme Court 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 576 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 576/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κόκκινη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Ανδριόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1990 αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΕ κατά της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 18-4-1998 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του ως άνω Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3978/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 9677/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 26-6-2002 αίτηση της, επί της οποίας εκδόθηκε η 294/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. Ακολούθως εκδόθηκε η 1384/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το ήδη αναιρεσείον με την από 2-5-2006 αίτηση του και με τους με ιδιαίτερο δικόγραφο από 5-9-2011 πρόσθετους λόγους του.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 30-9-2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και αυτού των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού, διοικητικού ή των διοικητικών αρχών (Ολ.ΑΠ 5/1995).

Η ύπαρξη ή η έλλειψη δικαιοδοσίας προσδιορίζεται από τα άρθρα 1 έως 3 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αφορά τη δημόσια τάξη, μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και αυτεπαγγέλτως από τον Εισηγητή (Ολ.ΑΠ 5/1995, Ολ.ΑΠ 20/2008, ΑΠ 140/2008, ΑΠ 1450/2007). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου. Υπάρχει τέτοιου είδους πλημμέλεια και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως και σε περίπτωση αρνητικής υπερβάσεως δικαιοδοσίας (ΑΠ 1254 και 1255/2005).

Περαιτέρω, με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά εκτός άλλων και τις διοικητικές συμβάσεις.

Διοικητικές είναι οι συμβάσεις εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ, έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και επιπροσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή περιέχουν νομίμως όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ δυνατότητα μονομερούς επεμβάσεως ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (άρθρο 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά μεν τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714 του ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανατέθηκε, ευθυνόμενος για κάθε πταίσμα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 723 του ίδιου Κώδικα, ο εντολέας έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία που υπέστη ο εντολοδόχος κατά την εκτέλεση της εντολής, εκτός αν αποδείξει ότι οι ζημίες αυτές οφείλονται σε πταίσμα του εντολοδόχου.

Εξάλλου, η αδικοπρακτική ευθύνη, κατά τα άρθρα 914 επ. του ΑΚ, γεννιέται, όταν το ζημιογόνο γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση και μπορεί να προέλθει από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψή του, προσβάλλει απόλυτο δικαίωμα του προσώπου, που ζημιώθηκε. Αν, αντίθετα, η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθεαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρέωσης, που είχε ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη, συνισταμένη στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ).

Επομένως, αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ` αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 του ΑΚ, και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κλπ), οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 1600/2002, ΑΠ 1695/1999).

Τέλος, κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού", οποιαδήποτε απαίτηση κατά του δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. Με το άρθρο 91 περ. α'του ίδιου νόμου ορίζεται ότι επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.

Με το άρθρο 93 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υποθέσεως στο Δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διακοπτική πράξη. Τα ίδια ορίζουν και τα άρθρα 91 παρ. 1, 93, 95 και 96 του ΝΔ 321/1969. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: " Ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΟΥΧΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΕ", με την υπ' αριθ. 11988/1990 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατα της Αγροτικής Τράπεζας (αναιρεσίβλητης), ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως υπόλοιπο τιμήματος πώλησης το ποσό των 93.956.194 δραχμών, με το νόμιμο τόκο, κατά τις εκεί διακρίσεις.

Η εναγομένη ΑΤΕ ΑΕ άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την υπ' αριθ. 3512/1998 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, στην οποία ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, για κεφάλαιο τόκους και έξοδα.

Επί της κύριας και της προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3978/1999 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ερήμην του προσεπικαλουμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η κύρια αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη ΑΤΕ ΑΕ να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, ως υπόλοιπο τιμήματος, το ποσόν των 93.955.877 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από 23-1-1997 και ακολούθως έγινε δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή, λόγω τεκμηρίου ομολογίας του Ελληνικού Δημοσίου που ερημοδίκησε και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην προσεπικαλούσα ΑΤΕ ΑΕ το ως άνω ποσό, μόλις αυτή το καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα.

Με την παρεμπίπτουσα αγωγή της η ΑΤΕ ΑΕ ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην περίπτωση που γίνει δεκτή η εναντίον της κύρια αγωγή, να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα Β.Φ.Λ. ΑΕ για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ως υπόχρεο από την από 21-6-1954 μεταξύ τους σύμβαση, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 3059/1954, με την οποία η ΑΤΕ ΑΕ ανέλαβε την προμήθεια και διάθεση, κατ' εντολή και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, χημικών λιπασμάτων στους καλλιεργητές της χώρας και το τελευταίο την υποχρέωσε να καταβάλει στην ΑΤΕ ΑΕ την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της τιμής προμήθειας και της μειωμένης τιμής διάθεσης των χημικών λιπασμάτων στους αγρότες, μαζί με τα επιπλέον πάσης φύσεως έξοδα από τη στιγμή της παραλαβής τους μέχρι τη διάθεσή τους στους αγρότες.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 713 επ., 361 ΑΚ, 69 παρ. 1 στοιχ. ε' ΚΠολΔ και το ν.δ. 3059/1954. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι, μερικά των οποίων μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως κανένα απ' αυτά να παραλειφθεί για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς και από τις ομολογίες των διαδίκων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Με την από 21-6-1954 σύμβαση μεταξύ αφενός του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 3059/1954, το Ελληνικό Δημόσιο, σε εφαρμογή της αγροτικής του πολιτικής, ήτοι της αυξήσεως εν γένει της παραγωγής γεωργικών προϊόντων και της μειώσεως του κόστους τούτων με τη διάθεση σε ευρεία κλίμακα χημικών λιπασμάτων σε τιμές χαμηλότερες των κανονικών διαθέσεων, ανέθεσε στη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος τη διάθεση στους καλλιεργητές της χώρας λιπασμάτων σε τιμές χαμηλότερες του κόστους τούτων, με κάλυψη του σχετικού ανοίγματος της Τράπεζας από το Ελληνικό Δημόσιο.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι η διάθεση των λιπασμάτων με τιμές μειωμένες θα ενεργείται από τις υπηρεσίες της Αγροτικής Τράπεζας (άρθρο 2 της Σύμβασης), η ημερομηνία έναρξης και λήξης της διάθεσης των λιπασμάτων σε μειωμένες τιμές, καθώς και οι τύποι των λιπασμάτων, επί των οποίων θα ισχύσουν αυτές θα καθορίζονται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (άρθρο 3 της Σύμβασης), η ΑΤΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως επιμελείται της διαθέσεως με μειωμένη τιμή των λιπασμάτων στις οριζόμενες στις οικείες αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, σύμφωνα με τις παρεχόμενες απ' αυτόν οδηγίες (άρθρο 4 της Σύμβασης) και το ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει το σχετικό άνοιγμα της Τράπεζας από τη διάθεση με μειωμένες τιμές των λιπασμάτων στους καλλιεργητές (άρθρο 1 του ν.δ. 3059/1954) και προς τούτο η ΑΤΕ υποχρεούται, μετά το πέρας της διάθεσης των λιπασμάτων στους καλλιεργητές, να συντάσσει διά των Υποκαταστημάτων της καταστάσεις κατά Κοινότητα των λιπασμάτων που διατέθηκαν με μειωμένη τιμή, προκειμένου να διαπιστωθεί η προκύπτουσα διαφορά από τη διάθεσή τους σε τιμή μικρότερη της τιμής κόστους τούτων.

Οι καταστάσεις των λιπασμάτων που διατέθηκαν θα υποβάλλονται μετά των οικείων δικαιολογητικών από την ΑΤΕ στην αρμόδια υπηρεσία λιπασμάτων του Υπουργείου Γεωργίας από την οποία θα βεβαιώνεται και η αντίστοιχος ισχύουσα τιμή ανεπιδοτήτων λιπασμάτων του αυτού τύπου. Η έκδοση των οικείων χρηματικών ενταλμάτων για την καταβολή στην ΑΤΕ της δικαιούμενης διαφοράς για τη διάθεση με τιμή μικρότερη της τιμής κόστους ανήκει στην υπηρεσία Εντελλομένων Εξόδων, προς την οποία διαβιβάζονται θεωρημένα τα οικεία δικαιολογητικά (άρθρο 5 της Σύμβασης).

Από την άνω σύμβαση και το ν.δ. 3059/1954 προκύπτει ότι η μεν ΑΤΕ ΑΕ ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει τους αγρότες, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο είχε επιτραπεί (άρθρο 2 του ν.δ. 3059/1954) η διάθεση στους παραγωγούς της χώρας χημικών λιπασμάτων με μειωμένη τιμή προς το σκοπό αυξήσεως της παραγωγής των γεωργικών προϊόντων και μειώσεως του κόστους αυτών, με χημικά λιπάσματα σε ποσότητες και τιμές που καθόριζε κάθε φορά με αποφάσεις του ο Υπουργός Γεωργίας, το δε Ελληνικό Δημόσιο να καλύπτει το άνοιγμα σε βάρος της ΑΤΕ ΑΕ από τη διάθεση των χημικών λιπασμάτων στους αγρότες με μειωμένη τιμή σε σχέση με το κόστος της αγοράς αυτών, δηλαδή να καταβάλει τη διαφορά που προέκυπτε μεταξύ του κόστους προμήθειας των χημικών λιπασμάτων και των μειωμένων τιμών διάθεσης αυτών στους αγρότες.

Για την εκτέλεση της ως άνω προς αυτήν εντολής, ήτοι της διάθεσης χημικών λιπασμάτων στους αγρότες, η ΑΤΕ ΑΕ προμηθευόταν χημικά λιπάσματα από εγχώριες βιομηχανίες λιπασμάτων, μεταξύ των οποίων και η "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΟΥΧΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΕ" (Β.Φ.Λ. ΑΕ), στις ποσότητες και το είδος που κάθε φορά καθορίζονταν από τις οικείες αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, τις οποίες και διέθετε στη συνέχεια στους αγρότες, στις μειωμένες τιμές που της καθόριζε ο Υπουργός Γεωργίας, για την εφαρμογή της αγροτικής πολιτικής του Ελληνικού Δημοσίου.

Ειδικότερα, από το έτος 1965 η ΑΤΕ ΑΕ προμηθευόταν λιπάσματα για την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτήν εντολής διάθεσής τους στους καλλιεργητές και από την εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΟΥΧΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΕ" (Β.Φ.Λ. ΑΕ), βάσει εγγράφων συμβάσεων μεταξύ αυτής και της πωλήτριας εταιρίας, με τις οποίες καθορίζονταν οι παραδοτέες ποσότητες για κάθε είδος λιπάσματος και η τιμή πώλησης, με αποδοχή εκ μέρους της πωλήτριας της τιμής της διατίμησης που καθοριζόταν από το αρμόδιο κυβερνητικό όργανο.

Μετά το έτος 1971, όμως, λόγω της ανατίμησης των τιμών πετρελαίου, με επακόλουθο την αύξηση των βασικών πρώτων υλών, η ως άνω πωλήτρια δεν έστεργε στην αποδοχή των τιμών που καθορίζονταν από το αρμόδιο κυβερνητικό όργανο. Η ΑΤΕ ΑΕ, με έγγραφό της, απέστειλε στην πωλήτρια σχέδιο συμβάσεως αγοράς λιπασμάτων, με την οποία προβλεπόταν ότι τις τιμές θα καθόριζε, όπως και στις προηγούμενες συμβάσεις, το αρμόδιο κυβερνητικό όργανο, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να αποδεχθεί τις τιμές αυτές και ζήτησε όπως γίνει αναπροσαρμογή των τιμών αγοράς λιπασμάτων σύμφωνα με τις νέες συνθήκες των τιμών της αγοράς λιπασμάτων λόγω των συνεχών ανατιμήσεων των παραγόντων διαμορφώσεως του κόστους παραγωγής.

Έτσι, κατά το κρίσιμο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-1974 έως 30-6-1974, λόγω διάστασης της βούλησης των μερών ως προς το ύψος του καταβλητέου τιμήματος, δεν υπογράφτηκε σχετική σύμβαση πώλησης. Η ΑΤΕ ΑΕ, παρόλα αυτά, εξακολουθούσε να προμηθεύεται από την Β.Φ.Λ. ΑΕ χημικά λιπάσματα, καταβάλλοντας σ' αυτή το τίμημα, με βάση τις τιμές που καθόριζε το αρμόδιο κυβερνητικό όργανο, οι οποίες για το έτος 1974 είχαν καθορισθεί με την υπ' αριθ. 160/7-2-1978 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, το οποίο εισέπραττε η εταιρία, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της.

Στη συνέχεια, η πωλήτρια εταιρία άσκησε κατά της ΑΤΕ ΑΕ την από 17-6-1976 αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι για τις ποσότητες λιπασμάτων που πώλησε και παρέδωσε στην ΑΤΕ ΑΕ, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1974 έως 30-6-1974, δεν είχε ορισθεί με συμφωνία το τίμημα, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το μη συμφωνηθέν δίκαιο και εύλογο τίμημα της πωληθείσας και παραδοθείσας στην ΑΤΕ, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ποσότητας 136.140,85 τόνων λιπασμάτων ανέρχεται στα ποσά που ανέφερε, ειδικότερα, στην αγωγή της για καθεμία από τις κατηγορίες των ποσοτήτων που πώλησε και παρέδωσε, τα οποία καθόρισε σύμφωνα με το άρθρο 379 ΑΚ και ότι μετά από αφαίρεση μέρους του καταβληθέντος τιμήματος, η Αγροτική Τράπεζα όφειλε να της καταβάλει ως υπόλοιπο το ποσό των 93.956.194 δραχμών.

Η αγωγή αυτή έγινε αμετάκλητα δεκτή κατά ένα μέρος με την υπ' αριθ. 252/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. προσκομιζόμενη απόφαση), προσδιορίσθηκε το τίμημα ανά τόνο λιπασμάτων στα εκεί αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά για καθεμία από τις κατηγορίες των ποσοτήτων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως υπόλοιπο τιμήματος το ποσό των 93.955.877 δραχμών.

Ακολούθως, η εταιρία Β.Φ.Λ. ΑΕ, με την υπ' αριθ. 11988/1990 καταψηφιστική αγωγή της κατά της ΑΤΕ ΑΕ, ζήτησε την καταβολή του ως άνω οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος, πλέον τόκων και εξόδων. Την αγωγή αυτή, με βάση το δεδικασμένο από την ως άνω 252/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχθηκε η εκκαλουμένη, κατά το μη προσβληθέν κεφάλαιο αυτής.

Έτσι η ΑΤΕ ΑΕ, με βάση τις ως άνω αποφάσεις, υποχρεούται να καταβάλει στην πωλήτρια το ως άνω ποσό, πλέον τόκων από την 23-1-1997 και δικαστικών εξόδων. Το επιπλέον ποσόν που υποχρεούται να καταβάλει η ΑΤΕ ΑΕ στην Β.Φ.Λ. ΑΕ, οφείλει να καλύψει το Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο από την προμήθεια της επίδικης ποσότητας λιπασμάτων που διέθεσε στους αγρότες και συμπίπτει με το μέρος της προκύπτουσας διαφοράς από τη με μειωμένες τιμές διάθεση της ποσότητας αυτής στους αγρότες, το οποίο δεν καλύφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που το τελευταίο δεν αμφισβητεί.

Η υποχρέωση αυτή του Δημοσίου εκτείνεται όχι μόνο στο κεφάλαιο, αλλά και στους τόκους και τα έξοδα που οφείλει να καταβάλει η ΑΤΕ ΑΕ στην πωλήτρια, διότι αποτελούν δαπάνη αυτής και περιλαμβάνονται στο κόστος προμήθειας των λιπασμάτων που ανέλαβε να καλύψει το Δημόσιο. Ειδικότερα, ως προς τους τόκους, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ότι οφείλει τόκους (σε ποσοστό 6%), μόνο από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής και στην προκειμένη περίπτωση μόνο από την επίδοση της υπό κρίση παρεμπίπτουσας αγωγής στις 27-4-1998 και συνεπώς δεν οφείλει να καλύψει τόκους που η ΑΤΕ ΑΕ οφείλει να καταβάλει στη ΒΦΛ ΑΕ.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καλύψει την ΑΤΕ ΑΕ και κατά το ποσό των τόκων που οφείλει η τελευταία στην πωλήτρια εταιρία απορρέει από την ως άνω σύμβαση και την αναληφθείσα με αυτή υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καλύψει το άνοιγμα σε βάρος της ΑΤΕ ΑΕ από τη διαφορά μεταξύ κόστους των προμηθευομένων λιπασμάτων και τις με μειωμένες τιμές διάθεσης αυτών στους καλλιεργητές και όχι ως συνέπεια υπερημερίας αυτού (Δημοσίου).

Περαιτέρω, το Δημόσιο, το οποίο συνομολογεί το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης με την ΑΤΕ ΑΕ και την αναληφθείσα με τη σύμβαση υποχρέωσή του να καλύπτει την προκύπτουσα σε βάρος της ΑΤΕ ΑΕ διαφορά από την διάθεση με μειωμένες τιμές λιπασμάτων στους αγρότες, όπως και την υποχρέωση της ΑΤΕ ΑΕ να καταβάλει το ως άνω ποσό στην Β.Φ.Λ.

Α.Ε. ως υπόλοιπο τιμήματος, ισχυρίζεται, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης, ότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν υποχρεούται να αποζημιώσει την ΑΤΕ ΑΕ, διότι αυτή, ως εντολοδόχος, βαρύνεται με πταίσμα κατά την εκτέλεση της εντολής, το οποίο συνίσταται στον πλημμελή τρόπο με τον οποίο διεξήγαγε την συναλλαγή με την ΒΦΛ ΑΕ, κυρίως δε στην παράλειψη αυτής να προβεί στην κατάρτιση σύμβασης με την εταιρία, με βάση την οποία θα προσδιοριζόταν συμβατικά το τίμημα, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για το ύψος αυτού και να μην υπάρχει πεδίο εφαρμογής των άρθρων 371 και 379 ΑΚ, άλλως τη βαρύνει συντρέχον πταίσμα, διότι, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όφειλε να λάβει μέτρα αποτροπής της ζημίας, ενημερώνοντας τους αρμόδιους κρατικούς φορείς, με υποβολή ερωτήματος ή άλλο πρόσφορο τρόπο, διότι το Δημόσιο αν γνώριζε την έκταση του προβλήματος είναι πιθανό να είχε προτείνει την απένταξη της Β.Φ.Λ.

Α.Ε. από το πρόγραμμα του ν. 760/1948, αυτονόητος όρος στην ένταξη του οποίου ήταν ο καθορισμός του τιμήματος από τον Υπουργό Γεωργίας ή να είχε προέλθει σε συμβιβασμό με την εταιρία ως προς το ύψος του τιμήματος. Σχετικά με τα ως άνω που επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να λεχθούν τα εξής: Το γεγονός της μη υπογραφής της σύμβασης με την πωλήτρια εταιρία, με τον προσδιορισμό από τα συμβαλλόμενα μέρη του οφειλομένου τιμήματος, στο οποίο και μόνο το Δημόσιο εντοπίζει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, την υπαίτια συμπεριφορά της ΑΤΕ ΑΕ, αυτό και μόνο δεν ασκεί κάποια έννομη επιρροή, διότι, σε κάθε περίπτωση, η κατάρτιση της σύμβασης δεν εναπόκειτο στην κυριαρχική βούληση της ΑΤΕ ΑΕ, αλλά απαιτούσε και τη σύμφωνη βούληση της πωλήτριας εταιρίας, που, όπως και το ίδιο το Δημόσιο, εκθέτει στην έφεσή του, δεν υπήρχε, αφού η πωλήτρια εταιρία δεν έστεργε στις τιμές διατίμησης που πρότεινε η ΑΤΕ ΑΕ και καθορίζονταν από τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα, αλλά απαιτούσε τον καθορισμό των τιμών πώλησης για κάθε κατηγορία λιπασμάτων που η ίδια καθόριζε ως δίκαιες και εύλογες και οι οποίες ήταν μεγαλύτερες των τιμών υποχρεωτικής διατίμησης και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής.

Ως προς το επικαλούμενο περαιτέρω συντρέχον πταίσμα της ΑΤΕ ΑΕ, ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, διότι η ΑΚ 300, που επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, εφαρμόζεται επί υποχρέωσης προς αποζημίωση, η οποία απορρέι είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία και όχι προς εκπλήρωση συμβατικής παροχής, για την οποία πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η κατά τα άνω διαφορά που υποχρεούται να καταβάλει το Δημόσιο στην ΑΤΕ ΑΕ είναι η κύρια παροχή που ανέλαβε με τη σύμβαση να εκπληρώσει.

Αλλά και υπό την εκδοχή ότι ο ισχυρισμός κατατείνει σε επίκληση της ΑΚ 281, με τη βοήθεια της οποίας θα μπορούσε να αποκρουσθεί η αγωγή, αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ποιά συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσε να λάβει η ΑΤΕ ΑΕ προς αποτροπή της προκύπτουσας διαφοράς και με ποιο συγκεκριμένο τρόπο θα αποτρεπόταν αυτή, αν η ΑΤΕ ΑΕ ενημέρωνε τους αρμόδιους φορείς του Ελληνικού Δημοσίου σχετικά με τη διαφωνία ως προς το καταβλητέο τίμημα, καθόσον τα επικαλούμενα από το Δημόσιο ότι, αν αυτό γνώριζε την έκταση του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί με την πωλήτρια, είναι πιθανό να είχε προτείνει την απένταξή της από το πρόγραμμα του ν. 760/1948 ή να είχε προβεί σε συμβιβασμό με την πωλήτρια ως προς το ύψος του τιμήματος, είναι εντελώς υποθετικά.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και άλλες διατάξεις", οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά από πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έναρξη της παραγραφής προϋποθέτει αφενός γέννηση της απαίτησης και αφετέρου δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης. Ειδικότερα, επί αξιώσεων από ενοχικά δικαιώματα, η απαίτηση γεννάται αφότου ο δικαιούχος δύναται να αξιώσει την παροχή, ενώ αποκλείεται η δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης όταν συντρέχουν νομικά κωλύματα που καθιστούν αδύνατη τη δικαστική επιδίωξη είτε αυτά αναφέρονται ρητά στο νόμο είτε αποτελούν αναβλητικές ενστάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη αξίωση της ΑΤΕ ΑΕ κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν γεννήθηκε από τότε που γεννήθηκε η απαίτηση της πωλήτριας για το τίμημα, αλλά από τότε που η ΑΤΕ ΑΕ θα καταβάλει στην πωλήτρια, αφού πριν την καταβολή δεν δικαιούται να στραφεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου για να απαιτήσει, κατά τη σύμβαση, την κάλυψη της προκύπτουσας κατά τα άνω διαφοράς μεταξύ του κόστους και της τιμής διάθεσης των λιπασμάτων στους καλλιεργητές.

Από το τέλος, δε, του έτους εντός του οποίου έγινε η καταβολή αρχίζει και η παραγραφή της απαίτησης κατά του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς, η επίδικη αξίωση δεν έχει υποπέσει στην ως άνω πενταετή παραγραφή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο έφεσης, το οποίο εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι η παραγραφή άρχισε από το τέλος του έτους 1974 και έληξε τέλος του έτους 1979, θεωρώντας κρίσιμο χρονικό διάστημα το διάστημα από 1-1- έως 30-6-1974, κατά το οποίο πωλήθηκαν και παραδόθηκαν οι επίδικες ποσότητες λιπασμάτων από την ΒΦΛ ΑΕ πωλήτρια προς την ΑΤΕ και γεννήθηκαν οι απαιτήσεις της πωλήτριας για το τίμημα.

Για τον ίδιο λόγο δεν υπάρχει ούτε εν επιδικία παραγραφή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το Ελληνικό Δημόσιο".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 14-2-2000 έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 3978/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 294/2004 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 9677/2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει επί της ίδιας ως άνω έφεσης, και της επαναφοράς με κλήση της αναιρεσίβλητης ενώπιόν του της υπόθεσης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου λόγω του τεκμηρίου ομολογίας του ερημοδικασθέντος πρωτοδίκως αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, ακολούθως δε έκανε δεκτή την άνω παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον (παρεμπιπτόντως εναγόμενο) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) το ποσό των 275.732,58 ευρώ (που αντιστοιχεί σε 93.955.877 δραχμές), με τους τόκους και τα έξοδα, που οφείλει η τελευταία να καταβάλει στην εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΟΥΧΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΕ", νομιμοτόκως από την επομένη που η αναιρεσίβλητη καταβάλει τα άνω ποσά στην εν λόγω εταιρία.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 93, 95 και 96 του ΝΔ 321/1969, 90 παρ. 1, 91 του Ν. 2362/1995, 713 επομ. και 723 ΑΚ, 1 και 2 του ΝΔ 3059/1954, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν, αφενός μεν την παραδοχή της ένδικης παρεμπίπτουσας αγωγής από την καταρτισθείσα ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, αφετέρου δε την απόρριψη α) της περί παραγραφής ένσταση του αναιρεσείοντος, αφού όπως δέχεται, η ΑΤΕ Α.Ε.

δεν κατέβαλε ακόμη την επιδικασθείσα στην πωλήτρια των λιπασμάτων απαίτηση, από την καταβολή της οποίας, σύμφωνα με την σύμβαση, καθίστατο δικαστικά επιδιώξιμη η έναντι του αναιρεσείοντος απαίτηση της αναιρεσίβλητης, και β) την περί μη ευθύνης αυτού στην απαίτηση της πωλήτριας εταιρίας, έναντι της αναιρεσίβλητης, αφού τα όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά δεν θεμελίωναν έλειψη ευθύνης του αναιρεσείοντος, ούτε λόγω πταίσματος της αναιρεσίβλητης ως εντολοδόχου αυτού κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ' αυτήν με την άνω σύμβαση εντολής, ούτε λόγω συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία, δεδομένου ότι η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου προς καταβολή στην ΑΤΕ ΑΕ του άνω ποσού, ήταν η κύρια παροχή που ανέλαβε με τη σύμβαση να εκπληρώσει αυτό προς την παρεμπιπτόντως ενάγουσα Τράπεζα.

Ούτε, όμως, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, καθώς και οι αντίστοιχοι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος (κατά το οικείο μέρος τους) και έβδομος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, η επίδικη διαφορά δεν αφορά διαφορά από διοικητική σύμβαση, αλλά τοιαύτη ιδιωτικού δικαίου, αφού πρόκειται για αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος από σύμβαση εντολής του ιδιωτικού δικαίου, προσέτι δε, δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω όσα ειδικότερα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης για τον χαρακτηρισμό της ως διοικητικής σύμβασης, καθόσον, κατά τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η επίδικη σύμβαση δεν έχει αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και η κατάρτιση και εκτέλεσή της δεν διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου, οι περιλαμβανόμενες δε σ' αυτήν ειδικότερες ρυθμίσεις και συμφωνίες (έναρξη και λήξη διαθέσεως των προϊόντων, διάθεση αυτών σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων υπηρεσιών του Δημοσίου), δεν συνιστούν "διοικητική διαδικασία" και δεν προσδίδουν υπερέχουσα θέση στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έναντι της αναιρεσίβλητης ΑΤΕ, αλλά εξειδικεύουν και προσδιορίζουν τον τρόπο εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής της τελευταίας.

Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η επίδικη διαφορά είναι τοιαύτη ιδιωτικού δικαίου, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ούτε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο παρά το νόμο, με το να μην τηρήσει την προδικασία που απαιτείται όταν πρόκειται για άσκηση αγωγής που αφορά διαφοράς από διοικητική σύμβαση, και συνεπώς, οι πρώτος και πέμπτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 4 και 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Με τον έκτο λόγο (υπό στοιχ. VI, 4) του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, προβάλλεται από το αναιρεσείον η αιτίαση για μη λήψη υπόψη, από το δικάσαν Εφετείο, του υπ' αριθ. 76530/6-8-1975 εγγράφου της αναιρεσίβλητης, από το οποίο αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούταν εκ του Β.Δ. 918/1961 να προμηθεύται λιπάσματα σε τιμές κατώτερες των επικρατουσών διεθνώς, δυνάμει συμβάσεων καταρτιζομένων με εγχώριες βιομηχανίες λιπασμάτων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης βεβαίωση, ότι το δικάσαν Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και από όλα τα έγγραφα τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι, μερικά των οποίων μνημονεύονται ειδικώς, χωρίς όμως κανένα απ' αυτά να παραλειφθεί για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και το ως άνω φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη έγγραφο.

ΙΙΙ. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 02-05-2006 αίτηση και τους από 05-09-2011 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1384/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ