Legislator Case Law & Legislation
576/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination for serious cause due to lack of specific grounds.

Case Number 576/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of Appeal's decision terminating her employment contract for a serious reason. The appellant argued the lower court ignored specific evidence she submitted, but the court found the appellate decision explicitly stated it considered all documents. Since the appeal lacked specific allegations of procedural errors beyond citing article numbers, the court ruled the grounds inadmissible and the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 53 of Presidential Decree 410/1988; Articles 3, 4, 7 of Presidential Decree 97/1999; Articles 559(10), (12), (14), (19) and 11(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal for annulment based on serious cause is inadmissible if it merely cites statutory provisions without alleging specific procedural defects, and a claim for costs is rejected if not explicitly requested.

Keywords

AI generated
serious cause termination annulment appeal inadmissible specific grounds requirement labor contract public service procedural defect allegation

Cited Legislation

AI generated
Article 53 of Presidential Decree 410/1988
Articles 3, 4 and 7 of Presidential Decree 97/1999
Article 559 numbers 10, 12, 14 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 11 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 576 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Άρθ. 53 ΠΔ 410/1988 : καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτών του Δημοσίου κλπ. για σπουδαίο λόγο. Άρθ. 3, 4 και 7 ΠΔ 97/1999 : αρμόδιος για την καταγγελία της ιδιωτικού δικαίου σύμβασης εργασίας του προσωπικού της ειδικής περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού «Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης» (ΥΣΜΑ), σε συνδυασμό με τον κανονισμό λειτουργίας της, είναι ο Διευθυντής αυτής. Λόγοι αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 10, 12, 14 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, όταν πλην της αριθμητικής αναφοράς των ως άνω διατάξεων δεν προβάλλεται κάποια συγκεκριμένη σχετική αιτίαση. Αβάσιμος λόγος από το άρθ. 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου. Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση.

Αριθμός 576/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Χαραλάμπους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1952/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7540/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 17-12-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθ. 53§1 του ΠΔ 410/1988, που αφορά τους μισθωτούς του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προς πλήρωση οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού, ως και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο, σπουδαίο δε λόγο αποτελεί ιδίως (α) η παράβαση του άρθ. 38§1 περ.

στ' (β) η παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλον ειδικό ποινικό νόμο (γ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για 15 τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες (δ) η παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας (ε) η διάπραξη μέσα σε ένα έτος, από τότε που έχει τελεσθεί αδίκημα που τιμωρήθηκε με πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές ενός μήνα, άλλου αδικήματος που μπορεί να επισύρει την ίδια ποινή (στ) η κατά σύστημα ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων (ζ) η σοβαρή απείθεια στις νόμιμες εντολές των προϊσταμένων.

Περαιτέρω, με το άρθ. 3§1 του ΠΔ 97/1999 συστήθηκε Ειδική Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού με τον τίτλο "Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης" (ΥΣΜΑ), η οποία υπάγεται απευθείας στον Γενικό γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, σκοπός δε αυτής είναι η οργάνωση και υλοποίηση, σύμφωνα με τον προγραμματισμό και τις οδηγίες και υπό την εποπτεία της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης (ΕΣΜΑ), των έργων του άρθ. 1 του ως άνω ΠΔ, δηλ.

των έργων συντήρησης και αναστήλωσης που εκτελούνται στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και τελούν υπό την επιστημονική ευθύνη της ΕΣΜΑ. Σύμφωνα με το άρθ. 4 του ίδιου ΠΔ (α) στην ΥΣΜΑ προΐσταται ο Διευθυντής της, ο οποίος ορίζεται για τρία έτη με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, μετά από αιτιολογημένη γνώμη της ΕΣΜΑ, και προέρχεται από το προσωπικό που υπηρετεί στην ΥΣΜΑ (β) οι όροι εργασίας του διευθυντή της ΥΣΜΑ προσδιορίζονται με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία, αφού εγκριθεί από τον Υπουργό Πολιτισμού, καταρτίζεται υπογραφομένη από τον Πρόεδρο της ΕΣΜΑ και τον ενδιαφερόμενο, οι αποδοχές δε αυτού καθορίζονται με βάση τις κείμενες διατάξεις (γ) ο Διευθυντής της ΥΣΜΑ συμμετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις της ΕΣΜΑ ως εισηγητής, προΐσταται του όλου έργου που εκτελεί η ΥΣΜΑ και σ' αυτόν αναφέρονται οι προϊστάμενου των έργων και των γραφείων, ο ίδιος δε αναφέρεται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, έχει την ευθύνη της απρόσκοπτης εκτέλεσης των έργων, της τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων και της έγκαιρης εισήγησης στην ΕΣΜΑ για τα θέματα αρμοδιότητάς της.

Περαιτέρω, κατά το άρθ. 7 του διατάγματος αυτού (1) το προσωπικό της ΥΣΜΑ αποσπάται σ' αυτήν και προέρχεται από τους υπηρετούντες με σχέση μονίμου υπαλλήλου ή υπαλλήλου με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού ή των εποπτευομένων απ' αυτό νομικών προσώπων (§1), διακρίνεται δε σε επιστημονικό, προσωπικό εφαρμογής και προσωπικό διοικητικής στήριξης (§3) (2) η ΥΣΜΑ, εκτός του προβλεπομένου στην §1 του άρθρου αυτού προσωπικού, μπορεί να προσλάβει, σύμφωνα με την §4 του άρθρου αυτού, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (α) μέχρι 60 εργαζομένους που ανήκουν στο προσωπικό εφαρμογής (β) μέχρι 8 εργαζομένους που ανήκουν στο επιστημονικό προσωπικό και οι οποίοι είναι πτυχιούχοι ΑΕΙ με ειδική επιστημονική εξειδίκευση στο γνωστικό αντικείμενο της κατά περίπτωση ειδικότητας και (γ) μέχρι 5 εργαζομένους που ανήκουν στο βοηθητικό προσωπικό, οι προσλήψεις δε του προσωπικού της παραγράφου αυτής γίνονται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, με διαγωνισμό (και στην συνέχεια με επιλογή από τις προς τούτο συγκροτούμενες επιτροπές αξιολόγησης) και οι όροι εργασίας προσδιορίζονται με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία, αφού εγκριθεί από τον Υπουργό Πολιτισμού, καταρτίζεται υπογραφομένη από τον διευθυντή της ΥΣΜΑ και τον ενδιαφερόμενο.

Εξάλλου, με τον Κανονισμό Λειτουργίας της ΥΣΜΑ, ο οποίος εγκρίθηκε με την ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/74900/2002 απόφαση (ΦΕΚ Β' 1953), εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 4 του ΠΔ 97/1999, και σε αρμονία με αυτό ορίζεται (Α) με το άρθρο 5 ότι ο Διευθυντής της ΥΣΜΑ (1) προΐσταται του όλου έργου που εκτελεί η ΥΣΜΑ και σ' αυτόν αναφέρονται οι προϊστάμενοι των Τομέων Εργασίας (2) αναφέρεται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, έχει την ευθύνη της απρόσκοπτης και ποιοτικής εκτέλεσης των έργων και της τήρησης των σχετικών χρονοδιαγραμμάτων (3) συμμετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις της ΕΣΜΑ ως εισηγητής κλπ. (4) εξασφαλίζει την διαρκή επικοινωνία και συνεργασία της ΥΣΜΑ με τις λοιπές υπηρεσίες του ΥΠΠΟ (5) μεριμνά για την στελέχωση της Υπηρεσίας, αποφασίζει για την κατανομή και τις πάσης φύσεως μετακινήσεις του προσωπικού σύμφωνα με τις ανάγκες των έργων και υπογράφει τις συμβάσεις πρόσληψης του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου και μπορεί, μετά από έγκριση της ΕΣΜΑ, να τις καταγγείλει (6)... (7)... (8) μεριμνά για την τήρηση της κείμενης νομοθεσίας από το προσωπικό της ΥΣΜΑ στον εργασιακό χώρο, λαμβάνει τα προβλεπόμενα από τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα πειθαρχικά μέτρα, όπου αυτό απαιτείται, και προβαίνει στην σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης του προσωπικού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την νομοθεσία κλπ. (Β) με το άρθ.4§2 περ.

θ' ότι η ΕΣΜΑ εγκρίνει την εισήγηση του διευθυντού (της ΥΣΜΑ) σχετικά με την πρόσληψη και απόλυση του απαραίτητου προσωπικού και (Γ) με το άρθ. 32§§ 3 και 6 ότι το προσωπικό της ΥΣΜΑ οφείλει ν' ασκεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται από την ιεραρχία της ΥΣΜΑ μέσα στα πλαίσια της τήρησης της κείμενης νομοθεσίας και του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα και ότι η μη τήρηση του κανονισμού συνεπάγεται, εκτός των προβλεπομένων από τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα κυρώσεων, την ενεργοποίηση των διαδικασιών ανάκλησης της απόσπασης του υπαλλήλου από την ΥΣΜΑ ή καταγγελίας της σύμβασής του.

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ΠΔ 97/1999 και του Κανονισμού Λειτουργίας της ΥΣΜΑ συνάγεται, ότι για την καταγγελία της ιδιωτικού δικαίου (και ορισμένου χρόνου) σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων στην ΥΣΜΑ, ανεξάρτητα από την κατηγορία προσωπικού στην οποία ανήκουν (αφού με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν γίνεται διάκριση), υπάρχοντος σπουδαίου λόγου ως άνω, αρμόδιος είναι ο Διευθυντής του ΥΣΜΑ και κατά την οριζομένη απ' αυτές διαδικασία, δηλ.

της προηγουμένης έγκρισης της καταγγελίας από την ΕΣΜΑ, οι διατάξεις δε αυτές ως ειδικές κατισχύουν άλλων και δη των γενικών διατάξεων του ΠΔ 410/1988 και ειδικότερα της διάταξης του άρθ. 53§2 εδ. α' αυτού, κατά την οποία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (για σπουδαίο λόγο) γίνεται με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αρμόδιο όργανο για την πρόσληψη των εργαζομένων αυτών, άρα και για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, είναι ο Διευθυντής της ΥΣΜΑ και η προηγουμένη έγκριση της καταγγελίας από την ΕΣΜΑ επέχει ουσιαστικά θέση σύμφωνης αιτιολογημένης γνώμης υπηρεσιακού συμβουλίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κλπ. με αντικείμενο αξιώσεις της από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στα πλαίσια της οποίας εργάσθηκε ως λογίστρια στην ΥΣΜΑ, καθώς και από άκυρη καταγγελία αυτής, με την αναιρεσιβαλλομένη 7540/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα επελέγη προς πρόσληψη για την στελέχωση του λογιστηρίου της ΥΣΜΑ με απόφαση της ΕΣΜΑ, η οποία κυρώθηκε με την ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ./Α7/22561/3-5-2001 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ακολούθως δε την 22-7-2001 συνήψε με την (αρχικά εναγομένη που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) Διευθύντρια της ΥΣΜΑ σύμβαση εξαρτημένης εργασίας επταετούς διάρκειας αρχομένη από 20-8-2001 για την παροχή των υπηρεσιών της ως λογίστριας στην ΥΣΜΑ αντί του προβλεπομένου μισθού από τις ΣΣΕ Λογιστών της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Λογιστών, ότι με την ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ./Α7/41881/2001 απόφαση της Διεύθυνσης Διοικητικού του Υπουργείου Πολιτισμού ανατέθηκαν στην ενάγουσα τα καθήκοντα της προϊσταμένης λογιστηρίου της ΥΣΜΑ, μετά δε την ανάθεση των καθηκόντων αυτών της δόθηκε από την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ η εντολή να οργανώσει το λογιστήριο της ΥΣΜΑ σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Διαχειριστικής Αργής του Γ' Κ.Π.Σ., πλην όμως η ενάγουσα δεν προέβη στην οργάνωση του λογιστηρίου σύμφωνα με τις υποδείξεις αυτές, όπως όφειλε να πράξει, ότι η ολιγωρία που επέδειξε η ενάγουσα για την εκτέλεση των προαναφερομένων υποχρεώσεών της είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της προθεσμίας αποστολής στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Πολιτισμός" των απαιτουμένων στοιχείων για την έκδοση της ΣΑΕ 2002 με συνέπεια να εκτεθεί η υπηρεσία, ότι λόγω της ως άνω συμπεριφοράς της ενάγουσας κατά την άσκηση των καθηκόντων της, αλλά και της δυσκολίας προσαρμογής της στα συστήματα μηχανογράφησης της υπηρεσίας της, δημιουργούνταν προβλήματα στην ομαλή λειτουργία και οργάνωση του λογιστηρίου, ότι μεταξύ των διαδικασιών που είχαν καθυστερήσει ήταν και η αποστολή των τριμηνιαίων δελτίων του έργου "Συντήρηση και Αναστήλωση των Μνημείων της Ακρόπολης" στην Δ.Α.

του υπουργείου Πολιτισμού, η υποβολή δε αυτών του 4ου τριμήνου του 2003 έγινε με λάθη, τα οποία διαπίστωσε η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ, παρά, όμως, τις σχετικές υποδείξεις που έκανε αυτή στην ενάγουσα ορισμένα απ' αυτά δεν διορθώθηκαν, ότι η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ προκειμένου ν' αντιμετωπίσει τα παραπάνω προβλήματα ανέθετε συγκεκριμένες εργασίες σε υπαλλήλους του λογιστηρίου υποκαθιστώντας την ενάγουσα, οι σχέσεις της δε με αυτήν είχαν διαταραχθεί λόγω της προαναφερομένης κατάστασης, ότι για τις αιτίες αυτές η Διευθύντρια της ΕΣΜΑ υπέβαλε την με αριθ. 1854/1-11-2002 αναφορά για ανάρμοστη συμπεριφορά και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, με την οποία την επέπληττε για την ανεπάρκεια που είχε επιδείξει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που είχε αναλάβει, ότι παρά ταύτα η ενάγουσα εξακολουθούσε να επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά και η ως άνω Διευθύντρια της απηύθυνε νέα έγγραφη επίπληξη για ανάρμοστη συμπεριφορά απέναντί της και για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, ότι και προς τους υπολοίπους συναδέλφους της, ιδίως αυτούς του λογιστηρίου, η ενάγουσα δεν επεδείκνυε πνεύμα συνεργασίας με αποτέλεσμα να δημιουργεί προβλήματα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ότι μετά την κατάσταση αυτή η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ γνωστοποίησε στα μέλη της ΕΣΜΑ τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί λόγω της συμπεριφοράς της ενάγουσας και η ΕΣΜΑ κάλεσε την ενάγουσα σε έγγραφη απολογία, ενώ η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ με το 698/2-4-2004 έγγραφό της εγκάλεσε την ενάγουσα για τις αναφερόμενες σ' αυτό πλημμέλειες, που αφορούν την άσκηση των καθηκόντων της και την συμπεριφορά της προς τους συναδέλφους της, με την επισήμανση ότι οι αναφερόμενες στο έγγραφο αυτό πράξεις και παραλείψεις συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας, η δε ενάγουσα υπέβαλε έγγραφο υπόμνημα απαντώντας στις σε βάρος της καταγγελίες της Διευθύντριας της ΥΣΜΑ, ότι μετά απ' αυτά η ΕΣΜΑ κατά την συνεδρίαση της 22-4-2004 ενέκρινε με την με αριθ. 9 απόφασή της την καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο κατά τα εκτιθέμενα στο με αριθ. 698/2004 έγγραφο της ΥΣΜΑ, ακολούθως δε η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ κατήγγειλε την 22-4-2004 την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο, όπως αναφέρεται στο ήδη επιδοθέν στην ενάγουσα ως άνω με αριθ. 698/2004 έγγραφο της ΥΣΜΑ, δηλ.

επειδή αυτή ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της και η συμπεριφορά της δεν ήταν η προσήκουσα τόσο έναντι των συναδέλφων της όσο και έναντι της Διευθύντριας της ΥΣΜΑ με αποτέλεσμα την δημιουργία τεταμένου κλίματος στις σχέσεις της με τους υπολοίπους εργαζομένους της υπηρεσίας, και ότι σύμφωνα με τα ως άνω γενόμενα δεκτά η επίμαχη καταγγελία, η οποία έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ΠΔ 97/1999 και τον Κανονισμό Λειτουργίας της ΥΣΜΑ και για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της ενάγουσας και την δημιουργία, λόγω της συμπεριφοράς της προς τους συναδέλφους της, αρνητικού κλίματος στις σχέσεις τους που επηρέαζε την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, είναι νόμιμη και δεν αντίκειται στο άρθ. 281 ΑΚ, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε σχετικούς λόγους της έφεσης της ενάγουσας αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, κατ' ορθή ερμηνεία των ως άνω διατάξεων και με πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ενάγουσας έγινε νόμιμα από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, δηλ. την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ, για σπουδαίο λόγο και δεν ήταν καταχρηστική και ουδόλως παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 7 του ΠΔ 97/1999, 36§1 και 53 του ΠΔ 410/1988 και 281 ΑΚ, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθούν οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (Α) πρώτος και δεύτερος από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν ανυπόστατη, άλλως άκυρη, ως γενομένη από αναρμόδιο όργανο και χωρίς προηγουμένη σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, αντίστοιχα, καθώς και ο τρίτος κατά το σχετικό α' σκέλος του που εμπεριέχει τους δύο προηγούμενους, ως αβάσιμοι (Β) τέταρτος από τους αριθμούς 1 και 19 του αυτού ως άνω άρθρου περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας (και ανεξάρτητη από την αοριστία του) επίσης ως αβάσιμος, ο αυτός δε λόγος ως προς την αποδιδομένη ειδικότερη αιτίαση, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, ότι το Εφετείο, αν και η αναιρεσείουσα υπέβαλε σχετικό ισχυρισμό, δεν ερεύνησε, εάν με την επίμαχη καταγγελία παραβιάσθηκε η ερειδομένη στο άρθ. 25§1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, και ειδικότερα εάν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκομένου με αυτήν σκοπού, ως απαράδεκτος κατ' άρθ. 562§2 ΚΠολΔ, διότι, όπως προκύπτει από την έφεση της αναιρεσείουσας και τις επ' αυτής προτάσεις της (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ), τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Γ) πέμπτος (και τελευταίος), κατά το σκέλος του από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στην λόγω της ανυπόστατης, άλλως άκυρης καταγγελίας, επιδίκαση αποζημίωσης για την ζημία που υπέστη η αναιρεσείουσα από την υπερημερία του αναιρεσιβλήτου και χρηματικής ικανοποίησης (και ανεξάρτητη από την πλήρη αοριστία του) ως αβάσιμος, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν έγκυρη, ο αυτός δε λόγος από τον αριθμό 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, αφού εκτός από την αριθμητική αναφορά της διάταξης αυτής ουδεμία σχετική αιτίαση επικαλείται η αναιρεσείουσα προς θεμελίωσή του.

ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης και το β' σκέλος του από την ως άνω διάταξη προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατέληξε στην κρίση για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας επειδή δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε σ' αυτό και ειδικότερα (1) το με αριθ. 10/5-4-2001 απόσπασμα πρακτικού της ΕΣΜΑ (2) τα με αριθ.

εμπιστ. πρωτ. 7/14-1-2002 και 9/1-3-2002 έγγραφα της Διευθύντριας της ΕΣΜΑ προς αυτήν (3) την από 5-3-2002 επιστολή της προς την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ (4) με αριθ. 15/18-7-2002 απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης της ΕΣΜΑ (5) τον από Σεπτέμβριο 2002 "πίνακα καταμερισμού εργασιών λογιστηρίου" της ΥΣΜΑ (6) την με αριθ. πρωτ. 11/25-11-2002 απάντηση-αίτησή της προς την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ επί της με αριθ. 1854/1-11-2002 αναφοράς της (7) το με αριθ. 135/21-2-2003 έγγραφο της Διευθύντριας της ΥΣΜΑ (8) το με αριθ. 253/2-2-2004 έγγραφο της ως άνω Διευθύντριας (9) το με αριθ. 325/10-2-2004 έγγραφο της ίδιας Διευθύντριας (10) τα με αριθ.

εμπιστ. πρωτ. 1 και 2/2-3-2004 έγγραφα των υφισταμένων της αναιρεσείουσας προς την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ (11) τα με αριθ. 489 και 490/3-3-2004 έγγραφα της τελευταίας προς τις υφιστάμενες της αναιρεσείουσας διοικητικές υπαλλήλους του λογιστηρίου (12) το με αριθ. 614/19-3-2004 της αναιρεσείουσας προς τον υφιστάμενό της Π. Κατσιμίχα (13) τα 6/18-3-2004 και 7/1-4-2004 αποσπάσματα πρακτικών συνεδρίασης της ΕΣΜΑ (14) το με αριθ. 698/2-4-2004 έγγραφο της Διευθύντριας της ΥΣΜΑ (15) την με αριθ. 720/5-4-2004 έγγραφη απολογία της αναιρεσείουσας και (16) το με αριθ. 9/22-4-2004 απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης της ΕΣΜΑ.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ως άνω έγγραφα.

Ο αυτός λόγος από τους αριθμούς 10, 12 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι εκτός από την επίκληση των διατάξεων αυτών ουδεμία συγκεκριμένη πλημμέλεια αναφέρεται στο αναιρετήριο για την στοιχειοθέτησή τους. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μη καταδικασθεί, όμως, η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του νικώντος αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθ. 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2009 αίτηση της Α. Α. Μ. για αναίρεση της 7540/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ