Legislator Case Law & Legislation
575/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on vague grounds regarding precedent and evidence without proof.

Case Number 575/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of a labor dispute claim. The appellant argued that the lower court violated res judicata and accepted unproven facts, but failed to specify which legal provisions were breached or how the court erred. The court ruled that these vague arguments did not meet the strict requirements for appellate review under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 10 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact violation of legal provisions or the unproven facts accepted by the lower court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure res judicata violation unproven facts vague appeal grounds appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para.3, 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 335 and 338 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para.1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 575 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 575/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Δ., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεράσιμου Ανδρικογιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΓΛΗ Χώροι εστιάσεως και αναψυχής ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Καναβάρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1460/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1930/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-9-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1930/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 13-9-2017 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1460/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 27-12-2016 αγωγή του.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και οι επί μέρους λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 250/2014, 845/2011).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1692/2017, ΑΠ 726/2014). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 204/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 806/2018, ΑΠ 226/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλόμενη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη από 27-12-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη την 5-5-2001 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας εκ περιτροπής απασχόλησης αορίστου χρόνου, ως σερβιτόρος, και απασχολήθηκε σε αυτήν μέχρι την 30-4-2003, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του.

Ότι ακολούθως άσκησε εναντίον της εναγομένης την από 1-7-2003 αγωγή με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 30-4-2003 καταγγελίας και να του επιδικασθεί το ποσό των 33.359,26 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-5-2003 έως 31-2-2003, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1336/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά δε από έφεση η υπ' αρ. 2078/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία διέταξε τη συμπλήρωση της καταβληθείσας σ' αυτόν (ενάγοντα) αποζημίωσης.

Ότι επί της από 21-3-2010 ασκηθείσας εκ μέρους του ενάγοντος αίτησης αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αρ. 787/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την υπ' αρ. 2792/2015 απόφασή του, με την οποία κρίθηκε άκυρη η από 30-4-2003 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και επιδικάσθηκαν σ' αυτόν μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-5-2003 έως 31-12-2003.

Ότι ακολούθως, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εναντίον της εναγομένης την από 14-9-2016 αγωγή του με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 63.221,15 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως 26-5-2011, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1588/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία του επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 26-5-2009 έως 26-5-2011.

Περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι εφόσον η σύμβαση εργασίας του με την εναγόμενη ουδέποτε λύθηκε, η τελευταία εξακολουθεί να είναι υπερήμερη, αφού δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον επαναπροσλάβει με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 100.000 ευρώ σε βάρος της και προσωπική κράτηση ενός έτους σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει το ποσό των 47.593,45 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 26-5-2011 έως 26-12-2016, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1460/2017 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αφού δέχθηκε ότι το δικαίωμα του ενάγοντος να απαιτήσει τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 26-5-2011 έως 26-12-2016 υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος (αρθρ. 281 ΑΚ), απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη (και συνεπώς σιωπηρά και κατά το αίτημά της για επαναπρόσληψη του ενάγοντος).

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 13-9-2017 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ως άνω εφέσεως, ο εκκαλών παραπονέθηκε με τους σχετικούς λόγους αυτής για την κατ' ουσίαν παραδοχή της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμά του για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας γιατί δήθεν προέκυψε ότι παρέμεινε ηθελημένα άνεργος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης ανάλογης εργασίας, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1930/2019 απόφαση, από την παραδεκτή επισκόπηση της οποίας, προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία που εκμεταλλεύεται επιχείρηση εστίασης και εδρεύει στον κήπο του Ζαππείου Μεγάρου.

Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη ως σερβιτόρος στις 5-5-2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για εκ περιτροπής απασχόληση, και εργάστηκε σε αυτήν έως τις 30-4-2003, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Ότι ο ενάγων άσκησε εναντίον της εναγόμενης την από 1-7-2003 αγωγή του, με αίτημα, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 30-4-2003 καταγγελίας και β) να του καταβληθεί το ποσό 33.359,26 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-5-2003 έως 31-12-2003.

Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1336/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και κατόπιν άσκησης εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 2078/2007 απόφαση, η οποία διέταξε τη συμπλήρωση της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσής του.

Ότι ο ενάγων άσκησε κατά της τελευταίας αποφάσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 21-3-2010 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 787/2013 απόφαση, η οποία ανήρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση σε αυτό. Ότι με την υπ' αριθμ. 2792/2015 απόφαση του Εφετείου κρίθηκε, με ισχύ δεδικασμένου, ότι η από 30-4-2003 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τότε και νυν ενάγοντος ήταν άκυρη διότι δεν του είχε καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση και ως εκ τούτου του επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 έως 31-12-2003.

Ότι η ως άνω τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου παράγει δεδικασμένο στην προκείμενη υπόθεση σχετικά με την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων μερών της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, την περιέλευση της εναγόμενης σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και την υποχρέωση της εναγόμενης για καταβολή, όσον αφορά το ένδικο χρονικό διάστημα των νομίμων αποδοχών του, ζητήματα για τα οποία δεσμεύεται το Δικαστήριο τούτο στην παρούσα υπόθεση.

Ότι, μετά την έκδοση της προαναφερομένης υπ' αριθ. 2792/2015 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την από 14-9-2016 (αρ. καταθ. 1664/15-9-2016) αγωγή με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 63.221,15 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 26-5-2011, επί της οποίας εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 1588/2016 απόφαση, η οποία του επιδίκασε μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 26-5-2009 έως 26-5-2011, και μετά από ασκηθείσες εφέσεις εκ μέρους και των δύο διαδίκων εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 141/2019 απόφαση, η οποία, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 3.551,75 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2011 έως και 26-5-2011.

Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση της καταγγελίας και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, συνεχίζει να βρίσκεται σε υπερημερία, αφού δεν μεσολάβησε λύση της σύμβασης εργασίας με νέα, έγκυρη καταγγελία εκ μέρους αυτής.

Ακόμη, ότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, αφενός μεν επέδωσε την ένδικη αγωγή στην εναγομένη στις 29-12-2016, δηλαδή περίπου 13 έτη και 8 μήνες μετά τη γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και 18 μήνες μετά την έκδοση της ως άνω 2792/23-6-2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητά της, αφετέρου δε είχε ήδη ασκήσει την προγενέστερη από 14-9-2016 αγωγή, αιτούμενος μισθούς υπερημερίας μόνον για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 26-5-2011, ενώ θα μπορούσε να αιτηθεί μισθούς υπερημερίας τουλάχιστον μέχρι την ημέρα κατάθεσης της αγωγής αυτής (15-9-2016).

Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος κρίνεται ως καταχρηστική και τούτο διότι επιδιώκει να λάβει για το ένδικο χρονικό διάστημα μισθούς υπερημερίας, μολονότι με την συμπεριφορά του που προηγήθηκε, ήτοι να αιτηθεί με την προγενέστερη ασκηθείσα αγωγή του μισθούς υπερημερίας μόνο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 26-5-2011 και ενώ υπήρχε η δυνατότητα κατά νόμο να αιτηθεί μισθούς υπερημερίας τουλάχιστον μέχρι την κατάθεση της αγωγής, ήτοι μέχρι τις 15-9-2016, δικαίωμα το οποίο δεν εμποδιζόταν να το ασκήσει από κάποιο γεγονός ή από λόγο ανωτέρας βίας, καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις προαναφερόμενες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την υπόχρεη εναγομένη εταιρία, η οποία θα κληθεί να καταβάλει το ποσό των 47.593,45 ευρώ εν μέσω οικονομικής κρίσης κατά την οποία αγωνίζεται να επιβιώσει και να προσφέρει εργασία στους εργαζομένους της, και στην οποία (εναγομένη) δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, αφού μετά την έκδοση της ως άνω 2.792/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, άσκησε την προγενέστερη από 14-9-2016 (αρ.καταθ.1664/15-9-2016) αγωγή αιτούμενος μισθούς υπερημερίας μόνον για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 26-5-2011 και ενώ, ως προαναφέρθηκε, υπήρχε η δυνατότητα να αιτηθεί μισθούς υπερημερίας μέχρι την ημέρα κατάθεσης της ως άνω αγωγής, ήτοι το μεγαλύτερο μέρος των αιτουμένων με την ένδικη αγωγή μισθών υπερημερίας.

Ότι, με βάση τα ανωτέρω, η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για αποδοχές υπερημερίας του ενδίκου χρονικού διαστήματος είναι καταχρηστική, αφού τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και την προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία συνδυαζόμενη με το σκοπούμενο αποτέλεσμα προσλαμβάνει το χαρακτήρα μεθόδευσης σε βάρος της εναγομένης και υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η παραδεκτώς προταθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση του 281 ΑΚ, την οποία επαναφέρει με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή δεχθέν ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από την εναγόμενη ένσταση του 281 ΑΚ, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαταστάθηκε από την απόφαση αυτή (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και πρέπει οι λόγοι έφεσης με τους οποίους παραπονείται ο εκκαλών-ενάγων, για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η έφεση στο σύνολό της.

Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των εκτιθέμενων από την εναγομένη πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωση της προταθείσας από αυτή ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του, δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτόν ισχυρισμό που "αφορούσε την εκτίμηση του νόμω βασίμου της ως άνω ένστασης", ότι δηλαδή τα διαλαμβανόμενα από την εναγομένη προς θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως στοιχεία, περί αποσβέσεως του δικαιώματός του λόγω ηλικίας και λόγω ανωτέρας βίας (τα οποία δεν εξέτασε το Δικαστήριο) καθιστούσαν την ένσταση μη νόμιμη.

Επιπλέον, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό του περί απορρίψεως ως μη νόμιμης της ίδιας ως άνω ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του και για τον επιπλέον λόγο ότι η εναγομένη δεν επικαλέστηκε για τη θεμελίωσή της τα στοιχεία της δόλιας και κακόβουλης αποφυγής ανεύρεσης εργασίας εκ μέρους του.

Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε, αλλά άρνηση της ένστασης αυτής και νομικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα που προέβαλε ο αναιρεσείων για την υποστήριξη της απόψεώς του σε σχέση με την επικαλούμενη από αυτόν μη νομιμότητα της προαναφερόμενης ένστασης.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτών, προβάλλει τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα τα εξής: α) κατά το πρώτο σκέλος τους, ότι το Εφετείο "...δεν εφάρμοσε το ουσιαστικό δίκαιο περί υποχρεώσεως της εναγομένης να τον επαναπροσλάβει κατά το άρθρο 656 ΑΚ, παρά το γεγονός ότι υπέβαλε σχετικό αίτημα και παραπονέθηκε με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεώς του, τους οποίους δεν ερεύνησε" και επιπλέον ότι "....παρέλειψε να ερευνήσει τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι η άρνηση της εναγομένης να τον επαναπροσλάβει λόγω ηλικίας και να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, είναι καταχρηστική και εντελώς αδικαιολόγητη και τον θίγει ως προσωπικότητα με όσα εκθέτει περί της ηλικίας του, που συνιστούν αθέμιτη διάκριση, είναι αντίθετα στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και δεν έχει δικαίωμα να το κάνει, και το κάνει από κακοβουλία και αντεργατική συμπεριφορά μόνον...." και β) κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει τα παραπάνω παραδεκτά προτεινόμενα με τις πρωτόδικες προτάσεις του, που στη συνέχεια πρότεινε και ως λόγους έφεσης.

Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, που κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους είναι και κατά το πρώτο σκέλος τους από τον αριθμό 8 και όχι από τον αριθμό 1, όπως εσφαλμένα παρατίθεται, είναι αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω και προκύπτουν από την επισκόπηση του περιεχομένου της εφέσεως και της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ένδικη υπόθεση δεν είχε μεταβιβαστεί με την έφεση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου ως προς τους αναφερόμενους ως άνω ισχυρισμούς του, ενώπιον του οποίου είχε μεταβιβαστεί μόνο το κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως που έκρινε ότι ασκείται καταχρηστικά το δικαίωμα του ενάγοντος να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.

Επομένως το Εφετείο, με το να μην εξετάσει τους ως άνω ισχυρισμούς δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επιπλέον, οι περιεχόμενες στον έβδομο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους λόγους εφέσεως του αναιρείοντος, ότι έκρινε πέρα από τα όρια της εφέσεώς του και παραβίασε το άρθρο 105 ΚΠολΔ και 522 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστες, αφού δεν αναφέρονται ούτε οι λόγοι εφέσεως, ούτε ποιες είναι οι συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη με τους λόγους αυτούς οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Επίσης, ο αναιρεσείων με τους πέμπτο και έκτο αναιρετικούς λόγους, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος τους, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 141/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφορά τους ίδιους διαδίκους και ιστορικό και αφορά προηγούμενο χρονικό διάστημα, που έκρινε ότι δεν συντρέχει κατάχρηση δικαιώματος και την υπ' αριθμ. 787/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, όσον αφορά το αίτημα προγενέστερης αγωγής του περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, έγινε δεκτό ότι, "...

η παράλειψη του Εφετείου να αποφανθεί για το αίτημα αυτό, το οποίο αποτελούσε πρόκριμμα όπως αναγράφεται στο περιεχόμενό της για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει αντικειμενική αδυναμία να ζητήσει μισθούς υπερημερίας περαιτέρω χρόνου γιατί δεν υπήρχε αξίωση δικαστικά επιδιώξιμη που να ενεργοποιεί το δικαίωμά του και το αίτημά του θεωρείτο ως μη υποβληθέν...".

Οι λόγοι αυτοί, που κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους είναι και κατά το πρώτο σκέλος τους από τον αριθμό 8 και όχι από τον αριθμό 1, όπως εσφαλμένα παρατίθεται, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (δικαστικές αποφάσεις) και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του ως άνω άρθρου, αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμούς των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη να ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού λόγου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 887/2019). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999, 6/2019, 9/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, εφόσον η υπόθεση κρίθηκε στην ουσία, οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 1454/2014) και οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Ολ.ΑΠ. 20/2005, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα τα εξής: α) κατά το πρώτο αυτού σκέλος, ότι το Εφετείο με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι: "δημιουργήθηκε εύλογα στην εναγομένη η πεποίθηση ότι ο ενάγων δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, διότι επέδωσε την ένδικη αγωγή στις 29-12-2016, δηλαδή περίπου 13 έτη και 8 μήνες μετά την γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και 18 μήνες μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2792/23-6-2015 προγενέστερης αποφάσεως του Εφετείου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητά της", προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αφού αρκέστηκε σε λιγότερα περιστατικά από αυτά που απαιτεί η ως άνω διάταξη για την εφαρμογή της και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, β) κατά το δεύτερο σκέλος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ως άνω παραδοχές της, (όπως αυτές παρατίθενται στο πρώτο σκέλος), καθώς και τις παραδοχές της περί αδράνειας εκ μέρους του, και επιπλέον παραλείποντας να διαλάβει παραδοχές για δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης εργασίας εκ μέρους του, καθώς και το ότι προσφέρθηκε σ' αυτόν από την εναγομένη εργασία ισότιμη ή ανάλογη με την εργασία, την οποία θα μπορούσε να εκτελέσει και ποιές συγκεκριμένες αποδοχές θα ελάμβανε από την εργασία αυτή, δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να ελεχθεί αν συνέτρεχαν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήτοι του άρθρου 281 ΑΚ.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω αναιρετικός λόγος, και κατά τα δύο σκέλη του, κρίνεται απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δε διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δε διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων περιορίζεται στα να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.

Επίσης, οι τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, κατά το τρίτο σκέλος του ο πρώτος και τέταρτο σκέλος του ο δεύτερος, καθώς και ο πέμπτος λόγος, κατά το τέταρτο σκέλος του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στερείται νόμιμης βάσης και ότι η κρίση της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος είναι αναιτιολόγητη, είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, αφού οι ως άνω γενικές εκφράσεις των σχετικών αιτιάσεων, με τις οποίες εκτιμάται ότι ο αναιρεσείων προβάλλει αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να εκτίθενται οι σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παράβαση, δεν αρκούν για την από τη διάταξη αυτή θεμελίωσή τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 54/2020, 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1409/2015, ΑΠ 1185/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος του, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκθέτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα, την αγωγή, τις προτάσεις και την έφεσή του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα δικόγραφα και οι προτάσεις των διαδίκων δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα. Επιπλέον, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του και τον πέμπτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον ίδιο αριθμό 11γ' αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 141/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφορά τους ίδιους διαδίκους και ιστορικό και αφορά προηγούμενο χρονικό διάστημα, που έκρινε ότι δε συντρέχει κατάχρηση δικαιώματος και την υπ' αριθμ. 787/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία όσον αφορά το αίτημα προγενέστερης αγωγής του περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, έγινε δεκτό "...ότι η παράλειψη του Εφετείου να αποφανθεί για το αίτημα αυτό, το οποίο αποτελούσε πρόκριμμα όπως αναγράφεται στο περιεχόμενό της για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει αντικειμενική αδυναμία να ζητήσει μισθούς υπερημερίας περαιτέρω χρόνου γιατί δεν υπήρχε αξίωση δικαστικά επιδιώξιμη που να ενεργοποιεί το δικαίωμά του και το αίτημά του θεωρείτο ως μη υποβληθέν...".

Οι λόγοι αυτοί, πέραν της αοριστίας τους, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται το περιεχόμενο των εγγράφων που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν τα έγγραφα αυτά, είναι αβάσιμοι, αφού, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις, των οποίων μάλιστα γίνεται ρητή μνεία στο αιτιολογικό μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος και συνακόλουθα να απορρίψει την αγωγή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 19/2005). Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή.

Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. `Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 410/2016, ΑΠ 541/2014, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1324/2013).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων του δεδικασμένου, επικαλούμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 141/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφορά τους ίδιους διαδίκους και το ίδιο ιστορικό και αφορά προηγούμενο χρονικό διάστημα, που έκρινε ότι δεν συντρέχει κατάχρηση δικαιώματος και την ως άνω υπ' αριθμ. 787/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η παράβαση του άρθρου αυτού, ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται σ' αυτόν περί ύπαρξης δεδικασμένου από τις επικαλούμενες αποφάσεις, ούτε για το αν το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, αλλά ούτε και αναφέρονται τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτές με δύναμη δεδικασμένου αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης.

Τέλος, η περιεχόμενη στον πέμπτο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παράβαση του ως άνω άρθρου, ούτε αν το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα και ποιά, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη για αυτά.

Οι ίδιοι ως άνω πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ' αυτούς επιμέρους παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ' ουσίαν εσφαλμένη, είναι απαράδεκτοι, διότι η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Αρειο Πάγο κατ'αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176,183 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-9-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1930/201 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά της έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ