Supreme Court dismisses appeal on trademark infringement, ruling lower court correctly applied unfair competition law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a trademark infringement claim. The appellant argued that the lower court erred in applying unfair competition statutes instead of trademark laws, but the court found this argument baseless. The court held that the lower court correctly interpreted Article 281 of the Civil Code and properly rejected the claim as vague without specific evidence of bad faith or prior conduct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 32 of the Civil Code; The lower court's application of unfair competition provisions to reject a trademark claim is valid when the plaintiff fails to demonstrate specific circumstances of bad faith or prior conduct that would otherwise justify the exercise of rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 575 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 575/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στη ..., εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γούσιο.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σαριδάκη, η οποία, στο σημείο αυτό, δήλωσε ότι διορίζει και δεύτερο πληρεξούσιο δικηγόρο της ανωτέρω αναιρεσιβλήτου τον Γεώργιο Νικολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5514/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6195/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 62/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διορθώθηκε με την 820/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 6195/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1796/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 30-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα. δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους,.
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3, 4, 18 και 26 Ν. 2239/1994 (Περί σημάτων), ερμηνευόμενων σύμφωνα με την Οδηγία 89/104 Ε.Κ., προκύπτουν τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος ή της συσκευασίας του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα.
β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που προσήκει μόνο στον τελευταίο ένδειξη η οποία προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο, γ)Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα.
Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων).
Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου συγχύσεως, ο οποίος θεωρείται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση (βλ.
ΔΕΚ υποθ. 206/2011, αποφ. από 12-11-2002 Arsenal σκέψη 50). Στη δεύτερη περίπτωση, προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων. δ) Εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται, από την κατάθεση αυτού και εφεξής για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα, ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά, ή και τα δύο.
Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως την συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 32 του Ν. 2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη εγκρίσεως ή διαγραφής του.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 Ν.2239/1994 "περί σημάτων", η οποία αποτελεί μεταφορά στην Ελληνική έννομη τάξη του άρθρου 6 της Οδηγίας 89/104 της E.K. "το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στον δικαιούχο του, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά.
Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος". Η διάταξη αυτή, η οποία ως εισάγουσα εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διακρίνει μεταξύ της επιτρεπτής χρησιμοποίησης περιγραφικών ενδείξεων (δηλώσεων) σχετικών με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, που δεν ταυτίζονται με το σήμα, και της επιτρεπτής χρησιμοποίησης αυτού τούτου του σήματος, όταν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος η υπηρεσίας, δηλαδή να δηλωθεί σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση αυτή.
Επομένως, η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος που γίνεται για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του δεν αποτελεί νόμιμη χρήση κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως. Για να είναι νόμιμη η χρήση αυτούσιου του σήματος από τρίτον που δεν είναι κάτοχός του, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις : 1) η χρήση του ξένου σήματος να γίνεται προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος του τρίτου, 2) η για τον ανωτέρω σκοπό χρήση πρέπει να είναι αναγκαία, 3) η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και 4) η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος.
Η χρήση του σήματος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος.
Περαιτέρω, η χρήση του σήματος πρέπει να είναι-σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος. Η κρίση περί του αν η χρήση του σήματος είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και δεν υποκρύπτει προσπάθεια παρασιτικής εκμετάλλευσης ή βλάβης ξένης φήμης του σήματος ή δημιουργία έμμεσου κινδύνου σύγχυσης ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού, επαφίεται στις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Η χρήση του σήματος δεν συνάδει με τα συναλλακτικά ήθη, ιδίως όταν γίνεται κατά τρόπο δυνάμενο να δημιουργήσει την εντύπωση, ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ του τρίτου και του κατόχου του σήματος, θίγει την αξία του σήματος, αντλώντας αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του, συνεπάγεται τη δυσφήμηση ή την υποτίμηση του εν λόγω σήματος και όταν ο τρίτος παρουσιάζει το προϊόν του ως απομίμηση ή αντίγραφο του προϊόντος που φέρει το σήμα του οποίου δεν είναι κάτοχος (απόφαση ΔΕΚ 17/3/2005 στην υπόθεση (228/2003).
Τέλος, χρήση εν είδει σήματος υπάρχει, όταν η χρήση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να συμπεράνει ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων που σηματοδοτούνται με αυτό από άλλα ή όμοια εμπορεύματα που έχουν όμως άλλη προέλευση, ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (Α.Π. 1477/2011, Α.Π. 62/2013).
Εξάλλου ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα "σήματα φήμης", σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1γ του ανωτέρω νόμου. Στα σήματα αυτά ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία πέραν της δια τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπομένης, προς τον σκοπό αφ’ ενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος, και αφ’ ετέρου του κινδύνου υπονομεύσεως της ιδιαίτερης των σημάτων αυτών διακριτικής δυνάμεως.
Η έννοια του "σήματος φήμης", μη προσδιοριζομένη υπό του νομοθέτου, δύναται να καθοριστεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως α) ο αυξημένος βαθμός καθιερώσεως του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ενδείξεως να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτιμήσεως του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποιήσεώς του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του, ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (βλ.
και ΔΕΚ Υπόθ. G. 375/97). Εάν πρόκειται περί σήματος φήμης η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενεστέρου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος συγχύσεως.
Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Ειδικότερα, ενόψει της ανωτέρω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υποσκάψεως, δεν συναρτάται οπωσδήποτε από την διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητος μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεώς τους από το ενδιαφερόμενο κοινό.
Αρκεί η ύπαρξη, για την προστασία του σήματος φήμης, κάποιου βαθμού ομοιότητος μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή υπό του καταναλωτικού κοινού συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιουμένου σημείου και του σήματος φήμης. Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει} την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός ο (τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά.
Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται, κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Παρά δε την γραμματική διατύπωση της διατάξεως του εδαφίου γ του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2239/1994, στην οποία γίνεται μνεία περί μη παρομοίων προϊόντων ή υπηρεσιών, διάταξη αυτή, τελολογικώς ερμηνευομένη πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς, καταλαμβάνουσα και τις περιπτώσεις που το προγενέστερο σήμα φήμης χρησιμοποιείται από τον μη δικαιούχο προς διάκριση παρομοίων προϊόντων ή υπηρεσιών.
Τούτο δε, γιατί η ανωτέρω μνεία έχει ως σκοπό μόνο να υπογραμμίσει, ότι οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή και όταν δεν είναι παρόμοια τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες (βλ. Απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση G- 408/01 ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5§2 της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 4§1 γ του Ν.2239/94, Α.Π.1030/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), ιδρύθηκε το έτος 1922 και έκτοτε ασχολείται με την παραγωγή μπισκότων και συναφών ειδών διατροφής, είναι δε δικαιούχος στην Ελλάδα των υπ’ αριθμ. ... και ... σημάτων, τα οποία έγιναν δεκτά με την υπ’ αριθμ. 3681/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το πρώτο, και με την υπ’ αριθμ. 4846/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το δεύτερο, έχουν δε καταχωρηθεί την 19- 4-1999 και την 17-3-2004, αντίστοιχα, ισχύοντα ήδη, κατόπιν νόμιμης ανανέωσής τους, μέχρι την 29-4-2013, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εφεσίβλητη.
Τα σήματα αυτά, αποτελούμενα από διασχηματισμό πούρου, το πρώτο, και όρθιου μεταλλικού κυλινδρικού κουτιού, το δεύτερο, προορίζονται για τη διάκριση του παραγομένου από την ενάγουσα προϊόντος (γεμιστή γκοφρέτα), το οποίο (προϊόν) η τελευταία κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά πριν την καταχώριση των σημάτων και συγκεκριμένα από το έτος 1978 μέχρι την άσκηση της αγωγής, με την ονομασία "..." σε συνδυασμό των δύο σημάτων της, δηλαδή ως μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, μήκους η καθεμία 11 περίπου εκατοστών και διαμέτρου ενός εκατοστού, συσκευασμένη, μαζί με άλλες όμοιες γκοφρέτες, σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί, ύψους 15 εκατοστών και διαμέτρου 10 εκατοστών, η επάνω βάση του οποίου διαθέτει ειδικό άνοιγμα ασφαλείας, μιας χρήσης, που λειτουργεί με πίεση της κατάλληλα διαρρυθμισμένης υποδοχής του δακτύλου του χρήστη και έλξη του μεταλλικού τμήματος, μετά από απόσπαση του οποίου (easy open), η εν λόγω επάνω βάση καλύπτεται με πλαστικό κυλινδρικό καπάκι, επιτυγχάνοντας, με τον τρόπο αυτό, τη διατήρηση αναλλοίωτου του προϊόντος μέχρι την πλήρη κατανάλωσή του.
Το προϊόν αυτό κυκλοφορεί σε τρεις γεύσεις, με χρώμα: α) καφέ, με γέμιση κρέμας φουντουκιού και κακάο, σκουρότερου χρώματος, για τη γεύση της πραλίνας, β) μπεζ και καφέ με καφέ χρώμα γέμιση, για τη γεύση καπουτσίνο και γ) άσπρο και καφέ με άσπρο χρώμα η γέμιση, για τη γεύση της βανίλιας. Στην εξωτερική επιφάνεια του κουτιού, στο οποίο βρίσκονται οι γκοφρέτες συσκευασμένες, υπάρχει συνδυασμός λεκτικών και οπτικών απεικονίσεων.
Ειδικότερα, και στις δύο όψεις του απεικονίζονται, κατά τα 2/3 περίπου του μήκους τους, στο κέντρο και σε φόντο γκρι ανοιχτό με εναλλαγές σε γκρι σκούρο, τριάντα (30) περίπου όρθιες γεμιστές γκοφρέτες (πουράκια). Στο επάνω μέρος των δύο όψεων του κουτιού αναγράφεται με λευκά γράμματα σε κόκκινο φόντο και μέσα σε λευκό κύκλο το γράμμα "Π" (εναρκτήριο γράμμα του επωνύμου Π.), στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα, ενώ κάτω από το αριστερό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός 1922, δηλαδή το έτος έναρξης της επιχείρησης της ενάγουσας.
Το γράμμα αυτό ακολουθεί η λέξη "Π." με ελληνικούς χαρακτήρες στη μία όψη του κουτιού και η λέξη "P." με λατινικούς χαρακτήρες στην άλλη όψη του, ενώ κάτω από τη λέξη αυτή και στον κέντρο της συσκευασίας αναγράφεται με κόκκινα καλλιγραφικά γράμματα και υπογραμμισμένη η λέξη "...". Στη βάση των γκοφρετών αναγράφεται με άσπρα γράμματα σε κόκκινο φόντο η λέξη "πραλίνα" με ελληνικούς χαρακτήρες και "praline" με λατινικούς χαρακτήρες στην άλλη όψη του κουτιού, η οποία χαρακτηρίζει τη γεύση του προϊόντος.
Τα κουτιά με τις άλλες δύο γεύσεις διαφέρουν ως προς το φόντο του κουτιού, το οποίο είναι καφέ με λευκό, για τη γεύση του προϊόντος με κρέμα καπουτσίνο και σιέλ με λευκό, για τη γεύση του προϊόντος με κρέμα βανίλια, ενώ η λέξη της κάθε γεύσης αναγράφεται με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες, αντίστοιχα, στην κάθε όψη του κουτιού.
Τέλος, στο άσπρο καπάκι του κουτιού αναγράφεται η λέξη "...", ενώ στη μέση της και πάνω από αυτή υπάρχει μέσα σε κύκλο το γράμμα "Π" (εναρκτήριο γράμμα του επωνύμου "Π."), στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα, ενώ κάτω από το δεξιό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός 1922. Το σχήμα του πούρου, δηλαδή της μακρόστενης κυλινδρικής γκοφρέτας, έχει έντονο διακριτικό χαρακτήρα, αφού, μέχρι την υιοθέτηση του από την ενάγουσα, ήταν ασύνηθες στο χώρο των γεμιστών γκοφρετών, όπως επιβεβαιώνεται και από την υπ’ αριθμ. 3681/1997 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε, ως προς το διακριτικό χαρακτήρα του υπ’ αριθμ. ...
σήματος, τα ακόλουθα " ... το προϊόν που διακρίνει το ανωτέρω σήμα δεν είναι πούρο, αλλά γκοφρέτες γεμιστές σε σχήμα πούρου, ήτοι σχήμα που δεν είναι συνηθισμένο στις συναλλαγές για το συγκεκριμένο προϊόν ... ". Αντιστοίχως, ως προς το σχήμα της συσκευασίας του εν λόγω προϊόντος της ενάγουσας, η υπ’ αριθμ. 4846/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δέχθηκε, ως προς το διακριτικό χαρακτήρα του υπ’ αριθμ. ...
σήματος, τα ακόλουθα: " ... το επίμαχο σήμα ... δύναται πράγματι να εξατομικεύσει το προϊόν της εκκαλούσας επιχειρήσεως για το οποίο κατατέθηκε (γκοφρέτα γεμιστή της κλάσεως 30), δεδομένου μάλιστα ότι η διάδοση του προϊόντος στο ευρύ καταναλωτικό κοινό επί σειρά ετών πριν από την κατάθεση του εν λόγω σήματος συνέδεσε το συγκεκριμένο σχήμα της συσκευασίας με το προϊόν που περιέχει και έτσι απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα, ώστε να αναγνωρίζεται, το συγκεκριμένο προϊόν από το αγοραστικό κοινό".
Οι εν λόγω αποφάσεις των ως άνω διοικητικών Δικαστηρίων δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 32 παρ. 2 ν. 2239/1994. Τα προεκτεθέντα δε σήματα του προϊόντος της ενάγουσας, λόγω της ιδιότυπης μορφής και συσκευασίας του, καθώς και της διαρκούς και συστηματικής διαφήμισης του, χαίρουν μεγάλης φήμης στο οικείο καταναλωτικό κοινό, που αποτελείται από το μέσο καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
Χαρακτηριστικό δε, στην προκειμένη περίπτωση, είναι το γεγονός ότι ο μέσος καταναλωτής αναζητεί και αναγνωρίζει το συγκεκριμένο προϊόν, το οποίο λόγω της πολυετούς κυκλοφορίας του έχει ταυτισθεί με την ενάγουσα (ως παραγωγό εταιρία). Εν όψει λοιπόν της θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού για το ανωτέρω προϊόν και εντεύθεν του αυξημένου βαθμού καθιέρωσης του στις συναλλαγές, κατέχοντος σημαντικό ποσοστό (8%) στο σύνολο της αγοράς του μπισκότου, τα ένδικα σήματα της ενάγουσας, αποτελούν "σήματα φήμης".
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, (ήδη αναιρεσείουσα) η οποία ιδρύθηκε το έτος 1996 και είναι θυγατρική της Γερμανικής εταιρίας "...", με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ειδών διατροφής, οικιακού εξοπλισμού, ένδυσης κ.λ.π. (σούπερ-μάρκετ), από τον Ιούνιο του έτους 2005, άρχισε να διαθέτει στην ελληνική αγορά, μέσω της αλυσίδας καταστημάτων που διατηρεί, κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες (πουράκια), με την ονομασία "...", μήκους, η κάθε μία, 11 περίπου εκατοστών και διαμέτρου ενός εκατοστού.
Το χρώμα των γκοφρετών είναι κίτρινο με γέμιση κρέμας φουντουκιού και κακάο, χρώματος καφέ, διατίθενται δε συσκευασμένες μέσα σε όρθιο κυλινδρικό κουτί από σκληρό χαρτόνι, ύψους 14 εκατοστών και διαμέτρου 10 περίπου εκατοστών, το οποίο είναι κλεισμένο αεροστεγώς με κάλυμμα από αλουμίνιο, με ενσωματωμένη ταινία, έτσι ώστε, τραβώντας την ταινία, να ανοίγει το κουτί, ενώ πάνω από το κάλυμμα αυτό φέρει ένα πλαστικό κυλινδρικό καπάκι, σκούρου μπλε χρώματος, το οποίο διασφαλίζει το κλείσιμο της συσκευασίας μετά την αφαίρεση του προαναφερόμενου μεταλλικού ανοίγματος.
Στην εξωτερική επιφάνεια του κουτιού, το οποίο είναι επίσης χρώματος σκούρου μπλε, και στην εμπρόσθια όψη του απεικονίζονται, σε όλο το μήκος τους, 5 γεμιστές γκοφρέτες (πουράκια), τοποθετημένες πλάγια, μαζί με δέκα φουντούκια σε φυσικό μέγεθος, με έξι πράσινα μικρά φύλλα, ενώ στο επάνω μέρος του κουτιού αναγράφονται με μικρά λευκά γράμματα τα συστατικά του προϊόντος, σε διάφορες γλώσσες.
Από την σύγκριση των ανωτέρω προϊόντων και των συσκευασιών των διαδίκων εταιριών, προκύπτει ύπαρξη ομοιότητας: α) ως προς το σχήμα και το μέγεθος της παραγόμενης γκοφρέτας (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου) β) ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας (όρθιο κυλινδρικό κουτί που κλείνει αεροστεγώς και φέρει πλαστικό καπάκι), με μόνη διαφοροποίηση ως προς το υλικό κατασκευής, αφού το μεν χρησιμοποιούμενο από την ενάγουσα κουτί είναι μεταλλικό, το δε χρησιμοποιούμενο από την εναγομένη είναι από σκληρό χαρτόνι.
Μόνη η διαφοροποίηση ως προς το υλικό κατασκευής δεν αναιρεί την ομοιότητα μεταξύ των συσκευασιών (που περιέχουν το, κατά τα ανωτέρω πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή την κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), ενόψει των λοιπών πανομοιότυπων χαρακτηριστικών τους, που προαναφέρθηκαν. Λόγω λοιπόν του πανομοιότυπου χαρακτήρα των σχημάτων των προϊόντων και των συσκευασιών, της ισχυρής φήμης των ενδίκων σημάτων της ενάγουσας, του αυξημένου βαθμού καθιέρωσής τους στις συναλλαγές, αλλά και του έντονου διακριτικού χαρακτήρα τους, είτε εγγενούς, είτε αποκτηθέντος με τη χρήση τους στην αγορά, είναι δυνατή η, από το μέσο καταναλωτής συνειρμική διασύνδεση του προϊόντος της μη σηματούχου εναγομένης εταιρίας και των κατοχυρωμένων σημάτων που συνιστούν το προϊόν της ενάγουσας εταιρίας, τούτο δε ανεξαρτήτως της χρήσης διαφορετικών απεικονίσεων και χρωμάτων στις συσκευασίες κάθε προϊόντος, καθόσον δεν πρόκειται για σύνθετο σήμα, αποτελούμενο από απεικονίσεις και λεκτικές ενδείξεις.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη, με την προεκτεθείσα ενέργειά της επεδίωξε αθέμιτα να επωφεληθεί από την έλξη, τη φήμη και το κύρος των ενδίκων σημάτων και έτσι να εκμεταλλευθεί, χωρίς να καταβάλει χρηματικό αντίτιμο και χωρίς η ίδια να μοχθήσει, την εμπορική προσπάθεια που επί σειρά ετών καταβάλλει η ενάγουσα προκειμένου να οικοδομήσει και να εδραιώσει τη φήμη τους, δημιουργώντας τη συνειρμική εντύπωση ότι ο δικαιούχος των εν λόγω σημάτων φήμης, δηλαδή η ενάγουσα, είτε βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με αυτήν, είτε επεξέτεινε τη δραστηριότητά της και στα προϊόντα που διακινεί η εναγομένη. ...
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι λόγω της διαφορετικής εξωτερικής εμφάνισης των εικαστικών στοιχείων, χρωμάτων, γραμμάτων και απεικονίσεων των δικών της συσκευασιών, δεν συντρέχει κίνδυνος σύγχυσης, προβάλλεται αλυσιτελώς, θεμελιούμενος σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, για την κατάφαση της προσβολής σημάτων φήμης, όπως τα ένδικα, δεν απαιτείται η δημιουργία κινδύνου σύγχυσης, αλλά αρκεί, μεταξύ άλλων, η άντληση αθεμίτου οφέλους ...
Τέλος η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους της χρήση των ενδίκων σημάτων γίνεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 1 ν. 2239/1994 και, επομένως, είναι κατά νόμο επιτρεπτή. Για τη θεμελίωση δε του εν λόγω ισχυρισμού της εκθέτει ότι η χρήση του διασχηματισμού του προϊόντος (πρώτο σήμα) είναι αναγκαία λόγω της φύσης αυτού, για να δηλωθεί δηλαδή ότι η γκοφρέτα είναι κυλινδρική, σε σχήμα πούρου, καθώς και ότι όμοιο σκοπό εξυπηρετεί και η χρήση του διασχηματισμού της συσκευασίας (δεύτερο σήμα).
Με το περιεχόμενο αυτό ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν εμπίπτει στο πραγματικό της αριθμουμένης με στοιχείο (1) προϋπόθεσης του άρθρου 20 παρ. 1 ν. 2239/1994, που επιτρέπει τη χρήση του ιδίου του σήματος αν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός (και όχι το είδος) του προϊόντος.
Ούτε εξάλλου ισχυρίζεται η εναγομένη ότι, προκειμένου να δηλώσει το είδος του προϊόντος, χρησιμοποιεί μη ταυτιζόμενες με τα σήματα περιγραφικές ενδείξεις, ώστε να θεμελιώσει ένσταση από το ως άνω άρθρο (20) κατά το οποίο είναι επιτρεπτή η δήλωση του είδους του προϊόντος μόνο με περιγραφικές ενδείξεις που δεν ταυτίζονται με το σήμα.
Δεν θα μπορούσε άλλωστε να προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό ενόψει της ιδιομορφίας και διασχηματισμού των συγκεκριμένων σημάτων ...". Ακολούθως δε, το Εφετείο δέχθηκε μερικώς την έφεση όσον αφορά την βάση της αγωγής που, εδράζεται στον Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", εξαφάνισε ως προς το κεφάλαιο αυτό την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή όσον αφορά την ανωτέρω βάση της, δέχθηκε την τελευταία κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να άρει την προσβολή και να παραλείπει αυτήν στο μέλλον.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες ουσιαστικές δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 18 και 20 § 1 Ν. 2239/1994 και ειδικότερα: α) Καθόσον αφορά την κρίση του, ότι η χρήση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του κυλινδρικού επιμήκους σχήματος για την γκοφρέτα και του όρθιου κυλινδρικού σχήματος στο κουτί συσκευασίας γίνεται "εν είδει σήματος", δεν παρέβη δε τα διδάγματα της κοινής πείρας δεχθέν τα ανωτέρω για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους αναφερομένους ανωτέρω κανόνες δικαίου, β) όσον αφορά την σύγκριση του προϊόντος και της συσκευασίας της αναιρεσίβλητης με τα ίδια αντικείμενα της αναιρεσείουσας, γ) όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των καταχωρηθέντων σημάτων ως "σημάτων φήμης", δ) όσον αφορά το γεγονός, ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί το σήμα για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος.
Συγκεκριμένα: Η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτίαση, ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 18 του ν. 2239/1994 έκρινε το Εφετείο ότι η χρήση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του κυλινδρικού επιμήκους σχήματος στο διασχηματισμό του προϊόντος της (γκοφρέτας) και του όρθιου κυλινδρικού σχήματος στο κουτί συσκευασίας του ίδιου προϊόντος γίνεται εν είδει σήματος, ενώ από τα αποδειχθέντα (κατ’ αυτήν) περιστατικά α)ότι αμφότεροι οι διασχηματισμοί αυτοί χρησιμοποιούντο από πολλούς παραγωγούς πριν από την κατοχύρωση των σημάτων της αναιρεσίβλητης, β)ότι τόσο η γκοφρέτα όσο και η συσκευασία της είναι κοινότυπα κυλινδρικά σχήματα, γ)ότι επί της συσκευασίας της αναγράφει την ονομασία ...
και άλλες ενδείξεις προσδιοριστικές της προελεύσεώς του από την επιχείρησή της και δ)ότι και άλλοι παραγωγοί γκοφρέτας διαμορφώνουν τη γκοφρέτα τους σε μορφή πούρου, προέκυπτε το αντίθετο, είναι απαράδεκτος, προεχόντως μεν, διότι τα επικαλούμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, πλην του υπό στοιχείο γ, δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης, ενώ μόνον το υπό στοιχείο γ δεν θεμελιώνει παραβίαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, ούτε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σε κάθε περίπτωση δε, διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Υπό τις προεκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές, είναι σαφές ότι το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού προηγουμένως προέβη σε σύγκριση των σημάτων της αναιρεσίβλητης με τα προϊόντα της αναιρεσείουσας και έκρινε ότι από τη σύγκριση αυτή προκύπτει ύπαρξη ομοιότητας μεταξύ των δύο προϊόντων ως προς το σχήμα και το μέγεθος της γκοφρέτας και ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας, με μόνη διαφοροποίηση ως προς το υλικό κατασκευής, η οποία δεν αναιρεί την ομοιότητα μεταξύ των συσκευασιών.
Ως εκ τούτου αβασίμως ισχυρίζεται τα αντίθετα η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Η προβαλλόμενη με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αιτίαση, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 του ν. 2239/1994 δέχθηκε το Εφετείο, ότι τα δύο σήματα της αναιρεσίβλητης είναι σήματα φήμης, ενώ κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδειχθέντων γεγονότων α)ότι τα δύο σήματα της αναιρεσίβλητης έγιναν δεκτά ως απλά σήματα μετά βίας και κατόπιν κρίσεως σε διάφορους βαθμούς δικαιοδοσίας και αποσιωπήσεως της πολυετούς κυκλοφορίας άλλων ομοίων κατά σχήμα και συσκευασία προϊόντων και β)ότι τα ίδια ακριβώς σήματα χρησιμοποιούνται από πολλούς παραγωγούς επί τριάντα έτη, έπρεπε να δεχθεί το αντίθετο, είναι απαράδεκτη, προεχόντως διότι τα επικαλούμενα ως αποδειχθέντα δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης και σε κάθε περίπτωση διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση της πλημμέλειας αυτής πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το χαρακτηρισμό των ενδίκων σημάτων ως σημάτων φήμης.
Απαράδεκτος είναι επίσης ο ίδιος λόγος κατά το οικείο μέρος του, καθώς και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προεχόντως, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, η δε επικαλούμενη ανεπάρκεια σε τιθέμενα από την αναιρεσείουσα ερωτήματα σχετιζόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Σε κάθε περίπτωση όμως οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι αυτή έχει επάρκεια και σαφήνεια αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα των σημάτων της αναιρεσίβλητης ως σημάτων φήμης, χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της και η αναφορά άλλων.
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, προβάλλεται η αιτίαση ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του ν, 2239/1994, δεν δέχθηκε το εφετείο ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο κυλινδρικό σχήμα του προϊόντος της ως ένδειξη καταδεικτική του είδους του προϊόντος της που είναι η κυλινδρική γκοφρέτα.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η εκ μέρους της χρήση των ένδικων σημάτων γίνεται κατ’ εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, διότι δεν εμπίπτει στο πραγματικό της απαιτούμενης από την άνω διάταξη προϋπόθεσης, που επιτρέπει τη χρήση σε τρίτο του ίδιου του σήματος, μόνον αν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός και όχι το είδος του προϊόντος.
Ο ίδιος λόγος εξάλλου, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι εισήγαγε στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης και το πρόσθετο στοιχείο των "περιγραφικών ενδείξεων", είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το εφετείο, απέκλεισε την εφαρμογή της μόνον κατά το μέρος που αφορά τη χρήση αυτούσιου του σήματος και όχι κατά το μέρος που αφορά τη χρήση περιγραφικών ενδείξεων, αφού η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό.
Για τον ίδιο δικαιολογητικό λόγο είναι απορριπτέος και ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή της ίδιας ως άνω διάταξης, διότι το εφετείο δέχθηκε "ότι δεν δικαιούται η αναιρεσείουσα να χρησιμοποιεί την απεικόνιση κυλινδρικής γκοφρέτας για να δηλώσει τον προορισμό του προϊόντος της, δηλαδή να δηλώσει σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση του προϊόντος της", διότι κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του εφετείου για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της ότι η εκ μέρους της χρήση των ενδίκων σημάτων γίνεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 1 η αναιρεσείουσα εξέθετε ότι η χρήση του διασχηματισμού του πρώτου σήματος είναι αναγκαία λόγω της φύσης αυτού, για να δηλωθεί δηλαδή ότι η γκοφρέτα είναι κυλινδρική σε σχήμα πούρου.
Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., επειδή πέραν της απορρίψεως, με την κυρία αιτιολογία, του ισχυρισμού της, ότι η εκ μέρους της χρήση των ενδίκων σημάτων γίνεται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 § 1 Ν. 2239/1994, το Εφετείο απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό και με την επάλληλη αιτιολογία, ότι "δεν θα μπορούσε άλλωστε να προβάλει τέτοιο ισχυρισμό ενόψει της ιδιομορφίας και του διασχηματισμού των συγκεκριμένων σημάτων". Εν όψει όμως του γεγονότος ότι η αναφερθείσα ήδη ανωτέρω κυρία αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως δεν πλήττεται επιτυχώς η αιτιολογία αυτή, ο λόγος αναιρέσεως ο οποίος αφορά την επάλληλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής.
Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2239/1994, του άρθρου 6 της Οδηγ. 89/104 ΕΚ και του αντίστοιχου άρθρου της Οδηγ. 2008/95 ΕΚ, με το να δεχθεί ότι μεταξύ των απαιτουμένων για την εφαρμογή της προϋποθέσεων περιλαμβάνεται και η προϋπόθεση "η χρήση του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος".
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2239/1994. Τέλος, με τον ένατο αναιρετικό λόγο, προβάλλεται εσφαλμένη επίσης εφαρμογή της ίδιας ως άνω διατάξεως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η χρήση εκ μέρους της αναιρεσείουσας των ένδικων διασχηματισμών του προϊόντος και της συσκευασίας του, γίνεται εν είδει σήματος, ενώ, κατ’ ορθή εφαρμογή των αποδειχθέντων, (κατ’ αυτήν), γεγονότων, α)ότι το κυλινδρικό σχήμα της γκοφρέτας και το κυλινδρικό κουτί της συσκευασίας της χρησιμοποιείτο πολλά χρόνια πριν από την κατοχύρωση των σημάτων της αναιρεσίβλητης από πολλούς παραγωγούς γκοφρέτας, β)ότι πρόκειται περί κοινότυπων σχημάτων, όπως προκύπτει και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, γ)ότι τόσο η ίδια όσο και η αναιρεσίβλητη αναγράφουν επί της συσκευασίας των προϊόντων της εκείνη μεν ενδείξεις προσδιοριστικές της προελεύσεώς του από την επιχείρηση της η τελευταία δε την επωνυμία της, δ)ότι και άλλοι παραγωγοί γκοφρέτας αναγράφουν στα προϊόντα τους άλλε ονομασίες και λεκτικές ενδείξεις, σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας η αναγνώριση από τον μέσο καταναλωτή της ακριβούς προελεύσεως ενός προϊόντος γίνεται όχι από το σχήμα ή την μορφή του προϊόντος ή της συσκευασίας του αλλά από την αναγραφή των επ’ αυτού λεκτικών και άλλων προσδιοριστικών ενδείξεων, έπρεπε να δεχθεί ότι χρήση των ένδικων σχημάτων εκ μέρους της, δεν γίνεται εν είδει σήματος.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως μεν, διότι τα επικαλούμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, πλην του υπό στοιχείο γ, δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης, ενώ μόνον το υπό στοιχείο γ περιστατικό δεν θεμελιώνει παραβίαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, ούτε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ελήφθησαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος η αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.
Α.Π. 8/2001, Α.Π.37/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 Ν. 2239/1994 "Περί σημάτων", "Τα πολιτικά δικαστήρια ουδεμία έχουν αρμοδιότητα, όπου καθίστανται κατά τον παρόντα νόμο αρμόδια η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Οι αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, κατά των οποίων δεν χωρεί προσφυγή, και οι αμετάκλητες αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, που εκδίδονται κατά τον παρόντα νόμο, είναι υποχρεωτικές για τα πολιτικά δικαστήρια και κάθε άλλη αρχή".
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, προκειμένου να αντικρούσει την αγωγή, προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τον ακόλουθο ισχυρισμό: "‘ Ενσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Υπό τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τα προσαγόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ότι: α) Η γκοφρέτα, με τον διασχηματισμό επιμήκους κυλίνδρου, κυκλοφορούσε στις άλλες χώρες από την δεκαετία του ‘ 80.
β) Η γκοφρέτα "πουράκι" και το κυλινδρικό κουτί συσκευασίας της, κυκλοφορούσαν στην ελληνική αγορά τουλάχιστον από το έτος 1992, από πολλούς παραγωγούς. γ) Τα δύο επικαλούμενα σήματά της κατετέθησαν από την αντίδικο το έτος 1993, ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιούσε τα σχήματα αυτά από το 1978, ήτοι επί μία 15ετία, χωρίς καμμιά κατοχύρωση, και χωρίς αποκλειστικότητά της.
δ) Τα δύο σήματα της αντιδίκου έγιναν εντέλει δεκτά χωρίς να τεθούν, από την αντίδικο, υπ’ όψιν των δικασάντων διοικητικών δικαστηρίων, όλα τα πραγματικά περιστατικά, και δη η κυκλοφορία της ιδίας γκοφρέτας και του ιδίου κουτιού από πολλούς παραγωγούς, τα οποία γεγονότα, σημειωτέον, αυτή εγνώριζε αφού είχε δικαστικούς αγώνες με τους παραγωγούς αυτούς για το ίδιο θέμα.
ε) Επί είκοσι πέντε και πλέον χρόνια αυτό το σχήμα γκοφρέτας, και αυτό το σχήμα κουτιού συσκευασίας της, κυκλοφορούν ευρέως, και αυτή τη στιγμή, σε διάφορες χώρες του κόσμου, από δεκάδες παραγωγών και στην Ελλάδα από πληθώρα παραγωγών, τους μετά των οποίων δικαστικούς αγώνες απώλεσεν η αντίδικος, καταφαίνεται ότι η αξίωση της αντιδίκου να μην χρησιμοποιώ ειδικώς εγώ στο προϊόν εγώ στο προϊόν μου και στη συσκευασία του τα κοινότυπα αυτά σχήματα, συνιστά καταχρηστική, εκ μέρους της άσκηση δικαιώματος καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 Α.Κ.
2α. ‘ Ενσταση αποδυναμώσεως δικαιώματος.
Από το 1993 που η αντίδικος κατέθεσε τα ένδικα σήματά της, αλλά και από το 1997 που έγινε δεκτό το πρώτο από τα επίδικα σήματά της, μέχρι σήμερα, έχουν κυκλοφορήσει από την εταιρεία μου και από πολλές άλλες τρίτες επιχειρήσεις, κυλινδρικές γκοφρέτες - πουράκια με γέμιση, συσκευασμένες σε μεταλλική κυλινδρική συσκευασία, με διάφορες ονομασίες. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, η αντίδικος εταιρεία έχει στραφεί στο παρελθόν δικαστικά εναντίον αυτών των επιχειρήσεως, θεμελιώνοντας τις σχετικές αγωγές της αποκλειστικά στις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού, και όχι στις διατάξεις περί σημάτων, αποκρύπτοντας περιέργως την ύπαρξη των επιδίκων σημάτων της. Σε όλες τις περιπτώσεις οι αγωγές της αντιδίκου απορρίφθηκαν. Ώστε σε κάθε περίπτωση έχει επέλθει αποδυνάμωση κάθε τυχόν υπάρχοντος δικαιώματος της αντιδίκου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ισχυρισμοί της εναγομένης, στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, ότι κατά την καταχώρησή τους τα ένδικα σήματα της ενάγουσας δεν είχαν διακριτικό χαρακτήρα, ότι με αυτά υποδηλώνεται απλώς το είδος και η φύση του προϊόντος και επιδιώκεται η ασφαλής συσκευασία του, ότι απώλεσαν το διακριτικό τους χαρακτήρα διότι κατέστησαν κοινόχρηστα χρησιμοποιούμενα στις συναλλαγές από πολλές εταιρίες καθώς και ότι η ενάγουσα προέβη στην καταχώρησή τους επιδιώκοντας τη μονοπώληση του προϊόντος στην ελληνική αγορά είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται, από τις προαναφερόμενες αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων (3681/1997 και 4846/2001) που έκριναν για τη διακριτική ικανότητα των διασχηματισμών που η ενάγουσα έχει κατοχυρώσει ως σήματα και ότι συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διοικητική αναγνώρισή τους, στοιχεία που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθούν ούτε παρεμπιπτόντως ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, όταν αυτά κρίνουν ζητήματα προστασίας του σήματος ...
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος και λόγω αποδυνάμωσης αυτού οφειλομένης στο γεγονός ότι η ενάγουσα θεμελίωσε τις ασκηθείσες κατά άλλων εταιριών που κυκλοφόρησαν όμοια προϊόντα αγωγές της μόνο στις διατάξεις του αθέμιτου ανταγωνισμού και όχι σ’ αυτές περί σημάτων είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού η εναγομένη δεν επικαλείται για την θεμελίωσή του ότι συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές περιστάσεις και συνθήκες, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με το άρθρο 281 Α.Κ.".
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης και αφ’ ενός μεν έκρινε τον εν λόγω ισχυρισμό ως απαράδεκτον, κατά το μέρος που αναφέρεται στα γενόμενα δεκτά από τα Διοικητικά Δικαστήρια εν σχέσει με την κατοχύρωση των επίδικων σημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 32 Ν. 2239/1994 "Περί σημάτων", αφ’ ετέρου δε, έκρινε κατά τα λοιπά τον ίδιο ισχυρισμό ως αόριστο, επειδή η αναιρεσείουσα για την θεμελίωσή του δεν επικαλείται επί πλέον ειδικές συνθήκες ή περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά της δικαιούχου αναιρεσίβλητης και εκείνης εν όψει των οποίων και της αδράνειας της δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από το άρθρο 281 Α.Κ. ορίων, δεν υπέπεσε (το Εφετείο) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ως και των αριθμών 1 και 19 του ιδίου άρθρου, καθόσον σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 Α.Κ., περιέλαβε δε και σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την απόρριψη της σχετικής ενστάσεως. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δέκατος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2014 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1796/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ