Legislator Case Law & Legislation
575/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal request as non-filed due to lack of necessity for summons of absent parties.

Case Number 575/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal request filed by the Greek State inadmissible because it was deemed never to have been exercised. The court noted that several appellants were absent and their legal representation was unverified, yet the state failed to prove the necessity of their summons. Consequently, the court ruled that since the appeal was not properly filed, the proceedings were unnecessary and dismissed the request.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 2, 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal request is considered not filed if the appellant fails to demonstrate the necessity of summoning absent parties, rendering the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal request inadmissibility necessity of summons absence of parties procedural defect Greek Civil Procedure Code non-exercise of appeal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1), 2, 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 575 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 575/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. χας Α. Β., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Α. Β. του Α., 3. Κ. Β. του Α.. Οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αντωνιάδη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη (Κ. Β.) απεβίωσε στις 4-2-2007 και κληρονομήθηκε από τον Κ. Β. του Α., ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη, 4. Η. Ν. του Σ., 5. Ε. συζ. Π. Σ., κατοίκων ..., 6. Α. Α. του Π. και 7. Κ. Α. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι 4, 5, 6 και 7 δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2002 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, και τις με αριθμούς κατάθεσης 13131/2003 και 29715/2003 ανακοινώσεις δίκης με προσεπικλήσεις σε παρέμβαση, σωρευόμενες με παρεμπί-πτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15857/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 706/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-9-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 10-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων (δεύτερου και τρίτου) αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εφόσον δε στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ' αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους.

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν, η μεν πρώτη με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998, η δε δεύτερη, με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (11-9-2007), καθόσον το άρθρο 12 του άνω νόμου καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 του άρθρου 13 του ν. 3790/2009 (ΦΕΚ Α 143/7-8-2009), με έναρξη ισχύος 7-8-2009, σύμφωνα με το άρθρο 21 του νόμου αυτού, ορίζονται τα εξής: "1.

Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου από μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ή από μέλη του, το αναιρεσείον, με επιμέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ.

αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλομένων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των προτάσεων των διαδίκων. 2. Το κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ., μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου.

Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο που απευθύνεται.

Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν πρόσθετους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ.". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε περίπτωση αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, από το Ελληνικό Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Ν.ΣΚ., αν η αίτηση αναίρεσης δεν συνοδεύεται από γνωμοδότηση του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ., ή συνοδεύεται από εκπρόθεσμη ή αρνητική γνωμοδότηση, αυτή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, με συνέπεια να μην είναι αναγκαίο να ανατεθεί η υπόθεση σε εισηγητή, ούτε να ορισθεί δικάσιμος.

Αν παρά ταύτα εισαχθεί η υπόθεση στο αρμόδιο Τμήμα του Αρείου Πάγου και λάβει χώρα συζήτησή της στο ακροατήριο, το Τμήμα αυτό, ως αρμόδιο κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις (άρθρα 1, 20 και 577 ΚΠολΔ) να αποφανθεί και για τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της αναιρετικής δίκης, οφείλει να διαγνώσει την εκ των προαναφερομένων ως άνω διατάξεων διαδικαστική έλλειψη και να καταγνώσει την προσήκουσα έννομη συνέπεια, ανεξάρτητα μάλιστα από το αν κάποιος από τους αναιρεσιβλήτους δεν εμφανίσθηκε και δεν κλητεύθηκε για να παραστεί στη δίκη, αφού στην περίπτωση αυτή, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση και η παράστασή του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε στις 11-9-2007 την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 706/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν έφεση του εναγομένου-αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης 15857/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε, λόγω ύπαρξης δεδικασμένου, αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με αριθμό 1435/2007 γνωμοδότηση του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ αυτό απεφάνθη, εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας των τριών μηνών από την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης, ότι ο μοναδικός λόγος της είναι απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την πιο πάνω δικάσιμο από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι Η. Ν., Ε. σύζ.

Π. Σ., Α. Α. και Κ. Α. τέταρτος, πέμπτη, έκτος και έβδομος από τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα. Οι τέταρτος, έκτος και έβδομος από τους αναιρεσιβλήτους δεν εμφανίστηκαν ούτε κατά την αρχική δικάσιμο της 23-3-2011. Η πέμπτη αναιρεσίβλητη Ε. Σ. εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, πλην όμως δεν προκύπτει η νόμιμη κατ' αυτήν παράστασή της.

Οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι, που νόμιμα παραστάθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο (της 8-2-2012), οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, δεν προσκομίζουν τις οικείες εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, από τις οποίες να προκύπτει η κλήτευση των ως άνω αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να παραστούν κατά την αρχική ή κατά την παραπάνω δικάσιμο (της 8-2-2012).

Ωστόσο, δεν συντρέχει λόγος να τύχει εφαρμογής η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους διαδίκους, καθόσον δεν ήταν αναγκαία η κλήτευση και η παράσταση στην παρούσα δίκη των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού η ένδικη αίτηση αναίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι δεν ασκήθηκε και δεν έπρεπε να εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Τμήματος.

Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, και όσων εκτίθενται στην αρχή της παρούσης, πρέπει, να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ ότι δεν ασκήθηκε η από 3-9-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 706/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ