Supreme Court annuls appeal court decision due to unclear employer identity facts in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a labor dispute between an anonymous company and a domestic worker. The court found the lower court's reasoning regarding the employer's identity was unclear, contradictory, and insufficient to support its finding that the company was the actual employer. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 673, 674 of the Code of Civil Procedure; An appeal is permitted only against decisions not subject to cassation for default judgment, and a default judgment against the plaintiff is substantively rejected if the reasoning regarding the employer's identity is ambiguous and contradictory.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 575 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιός είναι ο εργοδότης της ενάγουσας. Αναιρεί απόφαση.
Αριθμός 575/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Η. Δ. Π. Εισαγωγές - Εξαγωγές ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Σάντα Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυτίμη Παπαθανασοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Φ. του Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κουντουριώτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 863/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2784/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 15-9-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 KΠολΔ. που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται µόνο κατά των αποφάσεων που δεν µπορούν να προσβληθούν µε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήµην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον µπορεί να προσβληθεί µε ανακοπή ερημοδικίας. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 673 παρ. 1 και 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που αναφέρονται στις εργατικές.
διαφορές, "ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήµην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόµιµα ή εµπρόθεσµα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας" και "τα άρθρα 668 έως 671 και 673 εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται".
Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους.
Στην προκείμενη περίπτωση ενώπιον του µονοµελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε η µε αριθ. καταθ. 9583/2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, µε την οποία η πρώτη, επικαλούµενη σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου και άκυρη καταγγελία αυτής εκ µέρους της δεύτερης, ζήτησε να της επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 8.278,88 ευρώ γι αποδοχές υπερηµερίας.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 863/2007 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, µε την οποία έγινε αυτή εν µέρει δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία όµως απορρίφθηκε µε την πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, (δηλαδή του Εφετείου), ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερηµοδικίας της αναιρεσείουσας.
Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχοµένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερηµοδικίας από την εκκαλούσα, που δικάσθηκε ερήµην. Όμως, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της και την, επ' αυτού, από 21-2-2008 πράξη του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Μ. Α., το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η απόφαση εκείνη της επιδόθηκε την 21-2-2008, μέχρι δε την άσκηση, (24-3-2008), της, από 24-3-2008, αιτήσεως αναιρέσεως είχε παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, δίχως να έχει ασκηθεί το ένδικο αυτό μέσο (βλέπε το 56/2011 πιστοποιητικό του γραμματέα Εφετείου Θες/νίκης).
Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' 2784/2007 (μη υποκείμενης πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) αποφάσεως του Εφετείου και της ενσωματωθείσας σ' αυτήν του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτή. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόµιµης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόµιµων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη µη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νοµικό χαρακτηρισµό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 του ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου τον μισθωτό σε τρίτον προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός, ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος θα καταβάλει τον μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς.
Ο θεσμός αυτός του γνήσιου "δανεισμού" δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 651 AK, όπου, κατά κανόνα, στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός.
Μόνος υπόχρεος δε στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν προκύψει διάφορη ειδική συμφωνία. Τέλος, η συναίνεση του εργαζομένου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του, π.χ.
όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο. Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας. Το διευθυντικό δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη. Ο αρχικός εργοδότης βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας π.χ.
καταβολή μισθού, αδείας, επιδόματος, ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π. Ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή. Επίσης σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης και, τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται πίσω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύσταση της. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο και στη συνέχεια το Εφετείο, με την ενσωμάτωση στην απόφαση του εκείνης του Μονομελούς, δέχθηκαν ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργαζόταν στην οικία του δεύτερου των εναγομένων ως οικιακή βοηθός από το έτος1997, χωρίς όμως να είναι ασφαλισμένη.
Κατά το έτος 2000 και αφού ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο να την ασφαλίσει, αυτός, για φορολογικούς λόγους, της έκανε πρόσληψη στην πρώτη εναγόμενη εταιρία της οποίας και είναι νόμιμος εκπρόσωπος. Από το 1997 μέχρι και τις 16-7-2004 η ενάγουσα εργαζόταν στην οικία του δεύτερου εναγόμενου στην Ν. Ηράκλεια Χαλκιδικής, προσφέροντας τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στον ίδιο και την σύζυγο του, που διέμεναν εκεί.
Εξάλλου ως τόπος παροχής της εργασίας ήταν η περιοχή του νομού Χαλκιδικής και όχι του νομού Θεσ/νίκης. Η ενάγουσα την 16-7-2004 διέκοψε την εργασία της, διότι έλαβε άδεια τοκετού και, μετά την γέννηση του τέκνου της, έλαβε την τρίμηνη άδεια λοχείας. Την 11-12-2004 επέστρεψε στην εργασία της και ο δεύτερος εναγόμενος της ζήτησε στο εξής να παρέχει στην εργασία της στην έδρα της πρώτης εναγόμενης, η οποία βρίσκεται στη Ν.
Σάντα Κιλκίς. Η ενάγουσα δήλωσε στο δεύτερο εναγόμενο ότι δεν μπορεί να εργαστεί στη Ν. Σάντα, δεδομένου, ότι δεν υπάρχει λεωφορείο που να πηγαίνει στη Θεσ/νίκη τόσο νωρίς ώστε να προλαβαίνει να είναι στην εργασία της έγκαιρα. Εξάλλου η ενάγουσα ως μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων είχε ανάγκη να εργάζεται στην ίδια περιοχή που διαμένει και η οικογένεια της.
Εξαιτίας όλων των παραπάνω η ενάγουσα ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο την εφαρμογή των όρων εργασίας της και συγκεκριμένα αρνήθηκε την μεταβολή του τόπου εργασίας της, αλλά ο δεύτερος εναγόμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Μάλιστα την 17-12-2004 επιδόθηκε στην ενάγουσα εξώδικη δήλωση, όπου αναφερόταν ότι αυτή απουσιάζει αδικαιολόγητα από την εργασία της και ότι η πρώτη εναγόμενη θεωρεί ότι η ενάγουσα έχει παραιτηθεί οικειοθελώς.
Δεν προέκυψε κάποιος λόγος για τον οποίο ήταν υποχρεωτική η αλλαγή του τόπου εργασίας της ενάγουσας, δεδομένου ότι η μεταφορά της έδρας της εταιρίας δεν παίζει κάποιο ρόλο στην εργασία της, η οποία ουδέποτε απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία, αλλά πάντα παρείχε την εργασία της στην οικία του δεύτερου εναγόμενου.
Συνεπώς καταλήγει το παραπάνω δικαστήριο, το δικαίωμα της πρώτης εναγόμενης να μεταβάλλει τους όρους εργασίας ελέγχεται ως καταχρηστικό, εφόσον, με την άσκηση του, επέρχεται βλαπτική μεταβολή στους όρους εργασίας της ενάγουσας, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από αυτήν και η πρώτη εναγόμενη, ως υπερήμερη εργοδότρια, οφείλει στην ενάγουσα τους μισθούς της από 11-12-2004 μέχρι και 28-2-2006, καθώς και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα έτους 2005 και αποδοχές αδείας 2005, ενόψει δε του ότι η ενάγουσα λάμβανε ως μισθό το ποσό των 496,28 ευρώ, μηνιαίως, η πρώτη εναγόμενη της οφείλει, ως μισθούς, το συνολικό ποσό των 7.286,32 ευρώ, το ποσό των 248,14 ευρώ για δώρο Πάσχα έτους 2005, των 496,28 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων έτους 2005 και των 258,14 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2005.
Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να την απασχολεί πραγματικά και να της καταβάλλει το ποσό των 8.278,88 ευρώ. Με την κρίση του αυτή, την οποία επικύρωσε και το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιός είναι ο εργοδότης της ενάγουσας.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν οι παραδοχές ότι η ενάγουσα α) προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου β) από το 1997 μέχρι και τις 16-7-2004 εργαζόταν, ως οικιακή βοηθός, στην οικία του δεύτερου εναγόμενου στην Ν. Ηράκλεια Χαλκιδικής, προσφέροντας τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στον ίδιο και την σύζυγο του, που διέμεναν εκεί, χωρίς όμως να είναι ασφαλισμένη, ως τόπος δε (και συνεπώς περιοχή) παροχής της εργασίας της ήταν ο νομός Χαλκιδικής και όχι ο νομός Θεσ/νίκης και γ) κατά το έτος 2000 και αφού ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο να την ασφαλίσει, αυτός, για φορολογικούς λόγους, της έκανε πρόσληψη στην πρώτη εναγόμενη εταιρία, της οποίας και είναι νόμιμος εκπρόσωπος.
Οι παραδοχές αυτές είναι ασαφείς και αντιφατικές και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εκτίθενται στην απόφαση δεν στηρίζουν επαρκώς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ιδιότητας του εργοδότη στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση της αγωγής για τις ασκούμενες με αυτήν αξιώσεις της ενάγουσας, διότι αν πράγματι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας καταρτίστηκε, για λόγους φορολογικούς και μόνο, με την αναιρεσείουσα, δηλαδή εικονικά, δεν θεμελιώνεται στο πρόσωπο της η ιδιότητα του εργοδότη και η υποχρέωση της να ικανοποιήσει τις παραπάνω αξιώσεις, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση για δανεισμό της εργασίας της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα στο νόμιμο εκπρόσωπο της, δεύτερο εναγόμενο.
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως βάσιμου, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2784/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, (Εφετείο Θεσσαλονίκης), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ