Supreme Court dismisses appeal on failure to consider evidence and improper review of trial court's fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding paternity recognition. The appellant argued the trial court failed to consider a notarized affidavit proving the respondent acknowledged his identity in 1993, which would have barred the claim due to statute of limitations. The court rejected this, stating the lower court properly evaluated the document's authenticity and applied the law correctly. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-341, 558(11), 559(8, 11, 12) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must consider all evidence but cannot re-evaluate the trial court's assessment of facts or the admissibility of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 575 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 575/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Φράγγο.
Της αναιρεσίβλητης: Υ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βραχά Μαρία.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2002 και 220/2003 μη οριστικές, 4/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση όμως της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δικ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του Κ.Πολ.Δικ, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 558 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα με επίκληση υπ' αριθ. 831/30-10-2006 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βόλου μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης και από την οποία προέκυπτε η βασιμότητα της ένστασης του αναιρεσείοντος, ότι το ένδικο δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να αναγνωρισθεί ως γνήσιο τέκνο του έχει αποσβεσθεί λόγω παρέλευσης της αποκλειστικής προθεσμίας που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1479 και 1483 εδ.
α ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες "η μητέρα τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του έχει αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της, αλλά το δικαίωμα της αυτό υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία πέντε ετών από τον τοκετό μετά την πάροδο της οποίας άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν είναι το δικαίωμα της μητέρας προς αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της, αλλά το δικαίωμα του τέκνου (αναιρεσίβλητης) για αναγνώριση της πατρότητάς του, που είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο και αποσβήνεται μετά ένα έτος από την ενηλικίωση του, και ως εκ τούτου η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων δεν κατέτεινε σε απόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθέν ότι με τον λόγο αυτό προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο αγνόησε την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, από την οποία προέκυπτε η παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 1483 §1 εδ.β' ΑΚ ετήσιας προθεσμίας από την ενηλικίωση της αναιρεσίβλητης προς άσκηση του ενδίκου δικαιώματός της, είναι επίσης απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται σε έγγραφο (ένορκη βεβαίωση), το οποίο δεν ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη του αποδεικτέου γεγονότος (παρέλευση αποκλειστικής προθεσμίας), αφού το γεγονός αυτό και συγκεκριμένα η αφετηρία και η λήψη της παραπάνω ετήσιας προθεσμίας, δηλαδή η ενηλικίωση της αναιρεσίβλητης (τέκνου) και η άσκηση της ένδικης αγωγής της αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα, έχοντα δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, ήτοι ληξιαρχική πράξη γέννησης και έκθεση επιδόσεως της αγωγής.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως πατέρα της χωρίς γάμο γεννηθείσας αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη και εκτίμησε στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, εξέτασε δε και απέρριψε ως αβάσιμους τους αντίθετους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, δεχθέν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Η περαιτέρω δε διατυπωθείσα σκέψη του Εφετείου, ότι είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στήριξε την κρίση του σε αναληθή ή ανύπαρκτα στοιχεία", είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού του συλλογισμού προς άντληση επιχειρήματος.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο, υπό την επίκληση της εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειας, πλήττεται η πλεοναστική αυτή σκέψη, είναι αλυσιτελής. Εκτιμώμενος δε ο λόγος, ως απορρέων από τους αριθ. 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος για κακή εκτίμηση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αποδείξεων και δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 α Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Για τη διαδικαστική του πληρότητα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ότι το ανεπίτρεπτο της συνεκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων είχε προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή ένσταση ως νόμω αβάσιμη ή ως αόριστη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, από την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 11 και 12 Κ.Πολ.Δικ., καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης έλαβε υπόψη του το από 5-7-2004 έγγραφο - πρακτικό του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα ..., στο οποίο βεβαιώνεται η αδυναμία διενέργειας της διαταχθείσας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης λόγω μη προσελεύσεως του αναιρεσείοντος και συνήγαγε από το έγγραφο αυτό αμάχητο τεκμήριο για τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, παρόλο που το εν λόγω έγγραφο "αποτελεί παράνομο μέσο απόδειξης", αφού α) η ιατρική πραγματογνωμοσύνη δεν διατάχθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά με διάταξη που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της σχετικής δίκης και ως συμπληρωματική ιατρική πραγματογνωμοσύνη δεν παράγει το καθιερούμενο από το άρθρο 615 Κ.Πολ.Δικ.
αμάχητο τεκμήριο και β) με την 534/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που εκδόθηκε με αίτηση της αναιρεσίβλητης κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ορίσθηκε πραγματογνώμονας ο ... (ενώ αρχικά είχε ορισθεί ο βιολόγος ...) και διατάχθηκε η λήψη δείγματος από τα οστά της μητέρας της αναιρεσίβλητης που είχε αποβιώσει στις 30-1-1989, δηλαδή με μέθοδο που δεν είναι αναγνωρισμένη και κατάλληλη γιατί βρίσκεται στο στάδιο του πειραματισμού, γεγονός που δικαιολογεί την άρνηση του αναιρεσείοντος να υποβληθεί σε εξετάσεις.
Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο ότι το ανεπίτρεπτο του αποδεικτικού αυτού μέσου είχε προβληθεί στην έκκλητη δίκη. Επομένως, ανεξαρτήτως του αν το ειρημένο αποδεικτικό μέσο είναι ή όχι ανεπίτρεπτο κατά νόμο, ο ερευνώμενος λόγος, προεχόντως ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και δη την από 9-5-2003 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχιάτρου ... και τις από 14-7-2004, 17-7-2004 και 27-8-2004 βεβαιώσεις του Νοσοκομείου ..., που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν μπόρεσε να παραστεί κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης για λόγους υγείας, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος ως αόριστο και επομένως δεν υπήρξε ως προς το ζήτημα αυτό στάδιο αποδεικτικής διαδικασίας. Επίσης και κατά το μέρος του, στο οποίο παρατίθενται οι διατάξεις των άρθρων 255, 257 και 279 ΑΚ περί αναστολής της αποκλειστικής προθεσμίας και αναπτύσσονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους στην περίπτωση δόλου του υποχρέου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αναφορές αυτές δεν συνδέονται με κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικές πλημμέλειες.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δικ. δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος σ' αυτή λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 457 §§2 και 3 Κ.Πολ.Δικ., εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.
Από τη διάταξη αυτή συνάγονται τα ακόλουθα: α) τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρ. 455 Κ.Πολ.Δικ.), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας, η δε επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του και ο αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δήλωσης περί αρνήσεως της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος το βάρος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, β) εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή, η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας και του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, κάτι που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού και γ) Η απόδειξη, από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο, της αμφισβητηθείσας από τον αντίδικο υπογραφής σ' αυτό επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου τούτου για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν απ' αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 §1 Κ.Πολ.Δικ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Με τον τελευταίο (τέταρτο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδονται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 Κ.Πολ.Δικ.
αιτιάσεις, ότι δηλαδή α) αγνόησε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη εγνώριζε την ταυτότητα του από το 1993, αφού όσα αναφέρει στην αγωγή της αποτελούν αντιγραφή της από 16-2-1993 επιστολής που έλαβε αυτός (αναιρεσείων) στις αρχές Μαρτίου 1993 με αποστολέα τον αδελφό του Φ και η οποία (επιστολή) είχε γραφεί, είτε από την αναιρεσίβλητη, είτε από άτομο του προσωπικού της περιβάλλοντος καθ' υπαγόρευση αυτής και β) δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο την ως άνω επιστολή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις και συγκεκριμένα ως προς την πρώτη (υπό στοιχείο α'), διότι το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσείοντος ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της πατρότητάς της υπέκυψε στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 1483 §1 εδ.β' ΑΚ, γιατί αυτή (αναιρεσίβλητη) εγνώριζε την ταυτότητά του και την ιδιότητά του ως βιολογικού πατέρα της από το 1993 και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Και ως προς την δεύτερη, διότι το Εφετείο, εκτιμώντας και την έκθεση του διορισθέντος από το Δικαστήριο δικαστικού γραφολόγου, δέχθηκε ότι η ως άνω επιστολή, τη γνησιότητα της οποίας είχε αρνηθεί η αναιρεσίβλητη, δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από την αναιρεσίβλητη, αλλά πρόκειται για φυσιολογική γραφή αγνώστου προσώπου, παραδοχή που καθιστά το έγγραφο αυτό ανύπαρκτο ως αποδεικτικό μέσο.
Επίσης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στο άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δικ., πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 142/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ