Supreme Court partially allows appeal against labor court ruling on public sector holiday pay and equal pay principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding holiday pay for public sector employees. The Court found that the lower court erred by awarding holiday bonuses based on actual salary calculations rather than statutory minimums, violating constitutional principles of equal pay and unjust enrichment. Consequently, the case was remanded for retrial regarding the remaining appellants while dismissing the appeal against the deceased appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 11 of Presidential Decree 164/2004; Articles 1, 4, 22 of the Constitution; Article 904 of the Civil Code; Articles 1, 3 of Law 1082/1980; Article 1 of Law 19040/1981; Article 1 of Presidential Decree 539/1945; Article 3, Paragraph 16 of Law 4504/1966; Article 1, Paragraph 1 of Law 3320/2005; The Supreme Court held that awarding holiday bonuses based on actual salary calculations violates constitutional principles of equal pay and unjust enrichment when statutory minimums are not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 574 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 574/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Α.Ε. (ΕΡΤ Α.Ε.)", νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και ειδικώς εν προκειμένω, από την Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του Ενεργητικού και Παθητικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο, η οποία κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Φωτεινής Καμπισιούλη πληρεξουσίας Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Β. του Γ., κατοίκου ...,2) Ν. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Ε. Π.-Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Δ. Β. του Κ., κατοίκου ..., 5) Α. Μ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής, 6) Α. Α. του Π., κατοίκου ..., 7) Μ. Κ.-Κ. του Β., κατοίκου ..., 8) Ε.-Ε. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 2ος έως 8η παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος δήλωσε ότι στις ... απεβίωσε η 1η αναιρεσίβλητη Ε. Β., σύμφωνα με την από ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου ... Αττικής, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1727/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1972/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.
ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και, συνεπώς, δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ, διαφορετικά αν, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.
α', 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ' αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 98/2022, 11/2021, 717/2014).
Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως το εδ. α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006, ορίζεται ότι "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.
Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών....". Εξάλλου με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το Ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 του Ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 109), ορίζεται ότι "οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους".
Τέλος, με το άρθρο 11 παρ. 2 του του Ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις", που ισχύει από 6-6-2022 (άρθρα 130 και 158), ορίζεται ότι "τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και, συνεπώς, και της αίτησης αναίρεσης, για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 704/2024, 347/2021, ΑΠ 564/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, Ε. Β. του Γ., δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο τον θάνατο της ως άνω αναιρεσίβλητης, την οποία είχε εκπροσωπήσει ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1972/14-4-2022 απόφαση αυτού, προσκόμισε δε προς τούτο την υπ' αριθ. ...
ληξιαρχική πράξη θανάτου, εκδοθείσα από τον Ληξίαρχο ... Αττικής, από την οποία προκύπτει ότι η Ε. Β. του Γ. απεβίωσε στις ..., ήτοι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την ως άνω απόφαση Δικαστηρίου στις 6-10-2022.
Κατόπιν αυτού, εφόσον οι παριστάμενοι διάδικοι δεν ισχυρίζονται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης α) ότι το γεγονός του θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης είχε περιέλθει σε γνώση του αναιρεσείοντος πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και β) ότι οι κληρονόμοι της αποβιώσασας κλητεύθηκαν να παραστούν στη δίκη, δεδομένου δε ότι οι τελευταίοι δεν παρέστησαν ούτε αυτοβούλως, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της δίκης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους με σχέση απλής ομοδικίας (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να κηρυχθεί ως προς αυτήν απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Όσον αφορά τους λοιπούς (πλην της ως άνω αποβιώσασας) διαδίκους, με την κρινόμενη από ... (αριθ. έκθ. κατάθεσης ...2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1972/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, 10 εδ. α' και 11 εδ. α' του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως το πρώτο εδάφιο του άρθρου 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 24-6-2022 (βλ. σχετική σημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Ν. Κ. επί του επιδοθέντος στο αναιρεσείον αντιγράφου της ως άνω απόφασης) και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 6-10-2022, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοσης και δεδομένου ότι δεν υπολογίζεται στην προθεσμία άσκησης αναίρεσης, όπως προεκτέθηκε, το διάστημα από 1-7-2022 έως 15-9-2022 .
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από ... (αριθ. έκθ. κατάθεσης ...) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε. (ΕΡΤ Α.Ε.)" δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 2 και 4Α παρ. 1, 2 και 4 της Υ.Α.
Οικ.02/11-6-2013 (ΦΕΚ Β' 1414/11-6-2013), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από την ΕΡΤ Α.Ε. ως χορωδοί - μέλη της χορωδίας της, κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, με διαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου/εξωτερικής συνεργασίας, υπέκρυπταν όμως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνήφθησαν για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της ΕΡΤ, η τελευταία δε εκ των διαδοχικών συμβάσεων που συνήψε έκαστος τούτων είχε διάρκεια έως 31-10-2006.
Ότι ακολούθως εκδόθηκε η ... απόφαση του Δ.Σ. της ΕΡΤ, με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του ΓΚΠ/ΕΡΤ, ώστε να είναι εφικτή η πρόσληψη των χορωδών στο έκτακτο προσωπικό αυτής, με συμβάσεις είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου. Ότι η απόφαση αυτή εγκρίθηκε με την Υ.Α. 24621/Ζ2/3289/..., με τη οποία ορίστηκαν οι οργανικές θέσεις των χορωδών σε 68, ώστε να καταταγούν σε αυτές οι 64 απασχολούμενοι με συμβάσεις έργου χορωδοί, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, με ημερομηνία πρόσληψης εκείνη της δημοσίευσης στο ΦΕΚ της προαναφερθείσας απόφασης του Δ.Σ.
της ΕΡΤ (...), η οποία ακολούθως δημοσιεύθηκε στις .... Ότι η εν λόγω ημερομηνία πρόσληψης ίσχυε για όσους είχαν, κατά τον χρόνο εκείνο, τα τυπικά προσόντα που όριζε ο ΓΚΠ/ΕΡΤ, όπως τροποποιήθηκε με την ανωτέρω Υ.Α. Ότι την περιεχόμενη στην ... απόφαση του Δ.Σ. της ΕΡΤ πρόταση για σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποδέχθηκαν αυτοί (ενάγοντες) στις ..., ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύθηκε η ως άνω απόφαση στο ΦΕΚ.
Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο καταρτίστηκαν στις ... συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτών και της ΕΡΤ, οι οποίες, όσον αφορά τους 4η έως και 8η εξ αυτών, τελούσαν υπό την αναβλητική αίρεση της απόκτησης των απαιτούμενων από τον ΓΚΠ/ΕΡΤ τυπικών προσόντων, τα οποία και απέκτησαν αυτοί στις 23-6-1990, 1-3-1991, 1-5-1991, 27-1-1990 και 1-12-2000 αντίστοιχα.
Ότι ακολούθως υπέβαλαν τις κατ' άρθρο 11 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004 αιτήσεις προς την ΕΡΤ Α.Ε., η οποία δια των αρμοδίων οργάνων της έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, για τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ αυτής και των εναγόντων ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι με την 1424/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 9455/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίστηκε ότι μεταξύ αυτών και της ΕΡΤ Α.Ε. καταρτίστηκαν, κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες (..., 23-6-1990, 1-3-1991, 1-5-1991, 27-1-1990 και 1-12-2000 αντίστοιχα), έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ζήτησαν δε, επικαλούμενοι το άρθρο 141 της Συνθήκης της ΕΚ, τις ρήτρες 4 και 8 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, το άρθρο
ΙΙ-83 της Συνθήκης για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Συντάγματος, τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 3 και 4 του Π.Δ. 164/2004, 23 παρ. 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα και 4 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης (Ν. 1426/1984) και επικουρικά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναγνωριστεί (κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό) ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει εντόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν σε διαφορές αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2001 έως 31-12-2005 σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου συνάδελφοί τους, βάσει των ισχυουσών κατά το επίδικο διάστημα ΕΣΣΕ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1727/2020 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτηθέντα με αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της προγενέστερης από 16-12-2005 και με αριθ. κατάθεσης 221180/6100/2006 αγωγής τους, που απορρίφθηκε ως αόριστη με την 121/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Την ως άνω πρωτόδικη απόφαση (1727/2020) προσέβαλε το εναγόμενο με την από 28-4-2021 έφεσή του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η 1972/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου που υποκρύπτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου.
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν συνταγματικώς ανεκτές λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους (ΟλΑΠ 13/2017 και 16/2017), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών, η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής.
Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, επακολούθησε ο Ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, ορίστηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ. 5 εδ.
β' του ίδιου άρθρου, "Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), δικαιούνται να αναζητήσουν μόνο εκείνες τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου.
Η θέση δε αυτή, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολούμενων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο, και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 893/2023, 139/2020).
Επίσης, δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος), και εν γνώσει του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει απλής σχέσης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιον συμβασιούχο (ΑΠ 893/2023, 139/2020, 110/2017).
Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ (Οικονομικών και Εργασίας), 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 893/2023, 139/2020, 1805/2017), υπολογίζονται δε με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο (συμβατικό ή νόμιμο) μισθό και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλόμενη ως αντάλλαγμα της εργασίας (ΑΠ 1150/2023, 589/2022, 768/2018, 790/2017, 950/2014).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 10 και 13 του Ν. 1730/1987 (ιδρυτικός νόμος της ΕΡΤ Α.Ε.), 1, 2, 3, 5, 6, 7, 10, 11, 12, 13, 14 και 53 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε. (ΓΚΠ/ΕΡΤ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 1730/1987 και εγκρίθηκε με την Υ.Α. 8256/Ζ2/815/1989, 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 6 του Ν. 2527/1997, 2, 3, 7 και 11 του Π.Δ. 164/2004, 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3320/2005, 24 του Ν. 3491/2006 και 21 του Ν. 2190/1994.
Ειδικότερα, με τον ως άνω λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον έχει την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους τα αιτηθέντα με την ένδικη αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν σε διαφορές αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2001 έως 31-12-2005 σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου συνάδελφοί τους, βάσει των ισχυουσών κατά το επίδικο διάστημα ΕΣΣΕ, παρά το γεγονός ότι το επίδικο χρονικό διάστημα (1-3-2001 έως 31-12-2005) αφορά σε χρόνο προγενέστερο της κατάταξης των εναγόντων σε οργανικές θέσεις, δεδομένου ότι η κατάταξη των τελευταίων έλαβε χώρα την 1-11-2006 δυνάμει της 1264/30-10-2006 απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ.
της ΕΡΤ Α.Ε., με την οποία κατετάγησαν αυτοί στις συσταθείσες με την Κ.Υ.Α. 26959/26-10-2006 οργανικές θέσεις, η οποία (Κ.Υ.Α.) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, τα ανωτέρω δε, τα οποία λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, είχε επικαλεστεί το εναγόμενο τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και με τον δεύτερο λόγο της από 28-4-2021 έφεσής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών δικογράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταξύ των εναγόντων και της ΕΡΤ Α.Ε. καταρτίστηκαν έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την ... για τους 2ο και 3η εξ αυτών (ως προς την πρώτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτη, όπως προελέχθη) και την 23-6-1990, 1-3-1991, 1-5-1991, 27-1-1990 και 1-12-2000, αντίστοιχα, για τους 4η έως και 8η τούτων και ότι, κατά συνέπεια, "οι ενάγοντες έπρεπε να αμείβονται ως μουσικοί βάσει των οικείων ΣΣΕ που έχει υπογράψει η ΠΟΣΠΕΡΤ με την ΕΡΤ Α.Ε.
και ειδικότερα βάσει των από 30-7-2001, 12-2-2004 και 16-12-2005 ΕΣΣΕ....", ακολούθως δε, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί στους ενάγοντες τα αιτηθέντα με την ένδικη αγωγή ποσά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ακολούθως να επιδικάσει στους ενάγοντες τα αιτηθέντα με αυτή ποσά, ενώ οι τελευταίοι δεν τα δικαιούνταν ούτε με βάση τις αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος) ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), δικαιούνταν όμως εκ του νόμου (άρθρα 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ (Οικονομικών και Εργασίας), 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966) τα επιδόματα εορτών και αδείας, υπολογιζόμενα βάσει των πράγματι καταβαλλομένων (τακτικών) αποδοχών τους, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο (συμβατικό ή νόμιμο) μισθό και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλόμενη ως αντάλλαγμα της εργασίας, ως προς τα οποία (επιδόματα) και μόνο έπρεπε να ερευνηθεί η επικουρική βάση της αγωγής, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 του Π.Δ. 164/2004 και 1 παρ. 1, 4 και 5 του Ν. 3320/2005.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους δεύτερο έως και ογδόη των αναρεσιβλήτων, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης εκ των αριθμών 16 (δεύτερος λόγος) και 19 (τρίτος λόγος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι παρασταθέντες (2ος έως και 8η) αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδ. προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, Ε. Β. του Γεωργίου.
Κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτη τη συζήτηση της από ... (αριθ. έκθ. κατάθεσης ...2022) αίτησης αναίρεσης.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους την υπ' αριθ. 1972/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει ως προς αυτούς την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ