Legislator Case Law & Legislation
574/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment due to insufficient factual exposition in lower court decision.

Case Number 574/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Regional Court of First Instance's dismissal of a labor dispute, remanding the case for a substantive trial. The lower appellate court had ruled on facts not adequately presented in the original complaint, violating procedural requirements. Consequently, the Supreme Court set aside the final judgment and ordered the case to be tried anew by the appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 8, 11, 16 of Law 1876/1990; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A lower court judgment is voidable if it rules on facts not sufficiently exposed in the pleadings, requiring the case to be remanded for a substantive trial.

Keywords

AI generated
labor dispute insufficient factual exposition appeal admissibility remand for trial procedural error collective bargaining agreement legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 3, 8, 11, 16 of Law 1876/1990
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3, item a of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, paragraph 1, 183, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 574 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 574/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Ν. Β. του Μ., κατοίκου ... και 2) Σ. Β. του Α., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 24468/21-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 13431/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1640/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 παρ. 2 και 16 παρ. 8 Ν. 1876/1990, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται: α. Σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας. β. Σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας.

γ. Σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης. δ. Σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας. ε. Σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας", "Οι υπόλοιπες" (εκτός της εθνικής γενικής) "συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του παρόντος", "Με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.

Ειδικότερα η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10" και "Η απόφαση της διαιτησίας εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά", συνάγεται ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ωρισμένης πόλεως ή περιφερείας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις), ή τους εργαζομένους oρισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), ως και οι αντίστοιχες διαιτητικές αποφάσεις δεσμεύουν μόνον τους εργοδότες και τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατήρτισαν την συλλογική σύμβαση εργασίας ή μεταξύ των οποίων εξεδόθη η διαιτητική απόφαση, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ωρισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας ή αντίστοιχη διαιτητική απόφαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε εξ αυτής και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ηδύναντο να είναι μέλη αυτών.

Από δε τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2, 4 και 5 του αυτού ως άνω Νόμου, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού", "Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και "Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", εν συνδυασμώ και προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 ιδίου Νόμου, συνάγεται ότι οι κανονιστικοί όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων, και μετά την λήξη της ισχύος ή την καταγγελία αυτών, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο, ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολουθούν να ισχύουν ως ενοχικοί πλέον όροι μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σύμβαση εργασίας, η εν λόγω όμως εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών ως κανονιστικών ή ενοχικών δεν επεκτείνεται επί συμβάσεων εργασίας, στις οποίες ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Κατά πάσα περίπτωση, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία απορρέει από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", δύναται εγκύρως να συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι ο εργαζόμενος θα αμείβεται βάσει ισχυούσης ή μελλούσης να ισχύσει συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως, η οποία δεν είναι δεσμευτική ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε οι σχετικοί κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως ή της διαιτητικής αποφάσεως ισχύουν ως συμβατικοί όροι (ΑΠ 493/2018). 'Ετσι για να είναι ορισμένη κατ` άρθρ. 216 παρ.1 η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις κλπ, απαραίτητα στοιχεία αυτής είναι η σύμβαση, η σχέση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένες (ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1561/2011).

Στην περίπτωση όμως, που με την ανωτέρω αγωγή, με την οποία ζητούνται αποδοχές εργαζομένων βάσει ΣΣΕ, της οποίας η ισχύς έληξε, με την επίκληση ότι οι όροι της ληξάσης ΣΣΕ έχουν καταστεί όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας του εργαζομένου και συνεπώς οι αποδοχές της ΣΣΕ οφείλονται και μετά τη λήξη της, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να αναφέρεται και ότι η συμφωνία, ότι ο ενάγων θα αμείβεται κατά τις ισχύουσες εκάστοτε ΣΣΕ ή κατά συγκεκριμένη ΣΣΕ, περιελάμβανε τον όρο, ότι θα ίσχυε και στην περίπτωση λήξεως της ΣΣΕ, ως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η σύναψη τέτοιας συμφωνίας (ΑΠ 1212/2022).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 KΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 KΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.1 KΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, 1165/2019, 1283/2017, 597/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη, από 16-12-2015 αγωγή τους ισχυρίστηκαν τα εξής: " Ότι με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκαν, την 20-1-1997 για τον πρώτο και 26-4-2006 για το δεύτερο, μεταξύ αυτών και του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "...", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, προσλήφθηκαν απ' αυτήν για να εργαστούν ως φύλακες (προσωπικό ασφαλείας), υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας και οκτάωρης ημερήσιας εργασίας, στην οποία και προσέφεραν έκτοτε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τους, ασχολούμενοι κατά τα έτη 2010, 2011 και 2012 με τη φύλαξη των επαγγελματικών χώρων των αναφερομένων πελατών αυτής.

Ότι οι αποδοχές τους συμφωνήθηκε να ανέρχονται στα ποσά που προβλέπονται από την από 8-4-2009 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με την ιδιότητα του φύλακα στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, που κατά τα συμφωνηθέντα αποτέλεσε ρητό όρο της ατομικής τους συμβάσεως.

Ότι κατά το χρόνο της πρόσληψής τους γνωστοποίησαν στην εναγομένη την οικογενειακή τους κατάσταση, δηλαδή ότι ήταν έγγαμοι και πατέρας δύο τέκνων ο πρώτος και ενός τέκνου ο δεύτερος. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει για διαφορές αποδοχών, επιδόματα αδείας, Χριστουγέννων και Πάσχα, προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση και αμοιβή για Σάββατα και Κυριακές, χωρίς να τους χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, για τα έτη 2010, 2011 και 2012, κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στην αγωγή, το συνολικό ποσό των 23.981,06 ευρώ και 61.888,70 αντιστοίχως, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 13431/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή απερρίφθη στο σύνολό της ως αόριστη. Ακολούθως, οι ενάγοντες άσκησαν την από 10-9-2018 έφεση, η οποία, με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, ως προς την κυρία βάση της, την οποία και δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, επιδικάζοντας τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με το ορισμένο της αγωγής, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που κρίνεται, η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, ως προς την κύρια βάση της, από τη σύμβαση εργασίας, περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

στοιχεία και είναι πλήρως ορισμένη. Ειδικότερα, αυτή περιέχει σαφή και πλήρη αναφορά στην κατάρτιση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των εναγόντων αφενός και της εναγομένης αφετέρου, στην ειδικότητα των εναγόντων και στην εκ μέρους τους παροχή εργασίας, στον νόμιμο μισθό τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους με την ειδικότητα αυτή και στο χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, στη χρονική διάρκεια της ημερήσιας και της εβδομαδιαίας απασχόλησής τους, με αναφορά στις ημέρες και ώρες απασχόλησης, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ωρών υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας και ο αριθμός των ημερών της εργασίας της Κυριακής και της αναπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά.

Αναφορικά ωστόσο με τις εφαρμοστέες εν προκειμένω συλλογικές ρυθμίσεις, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι αποδοχές του προσωπικού των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ρυθμίζονταν, από 1ης Ιανουαρίου 2007 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, από την από 14-2-2007 Εθνική Κλαδική Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Π.Κ. 16/28-2-2007), η οποία είχε κηρυχθεί υποχρεωτική από τις 14-3-2007 με την ΥΑ 11869/ 26-6-2007 (ΦΕΚ Β' 1190/12-7-2007) και κατά το έτος 2009 από την από 8-4-2009 Εθνική Κλαδική Σ.Σ.Ε.

για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Π.Κ. 23/25-5-2009), η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική και την εφαρμογή της οποίας επικαλούνται οι ενάγοντες. Ακολούθησαν η από 29-6-2010 Κλαδική Σ.Σ.Ε. και η από 1-9-2011 Κλαδική Σ.Σ.Ε., καμία από τις οποίες δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική.

Οι τελευταίοι, με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις τους, σε απάντηση της ένστασης της εναγομένης περί της μη δέσμευσής της από την εν λόγω Σ.Σ.Ε., συμπληρώνοντας την αγωγή ανέφεραν ότι δεν ήταν μέλη της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που είχε συμβληθεί για την κατάρτισή της. Όμως, η αγωγή δεν ήταν αόριστη εκ του λόγου τούτου, ενόψει του ότι υπήρχε σ' αυτή η αναφορά των πραγματικών γεγονότων που επισύρουν την εφαρμογή της επικαλούμενης Σ.Σ.Ε., όπως και πιο πάνω αναφέρεται.

Το εάν πράγματι η επικαλούμενη Σ.Σ.Ε. είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμοστέα ή όχι, είναι ζήτημα που συναρτάται με τη νομική βασιμότητά της. Αναφορικά λοιπόν με τη νομική θεμελίωση της αγωγής, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, κατ' αρχάς, να εφαρμόσει την ως άνω, από 8-4-2009 (ούτε και τις μεταγενέστερες αυτής), Σ.Σ.Ε., αφού οι ενάγοντες δεν ήταν μέλη της αντίστοιχης συνδικαλιστικής οργάνωσης, ούτε όμως θα μπορούσε να εφαρμόσει για το ένδικο χρονικό διάστημα την προγενεστέρως ισχύσασα, από 14-2-2007, Κλαδική Σ.Σ.Ε., η ισχύς της οποίας έληξε στις 31-12-2008, καθώς, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, οι κανονιστικοί όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και μετά τη λήξη της ισχύος ή την καταγγελία τους εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο, ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολουθούν να ισχύουν ως ενοχικοί πλέον όροι μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σύμβαση εργασίας, η εν λόγω όμως εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών ως κανονιστικών ή ενοχικών δεν επεκτείνεται επί συμβάσεων εργασίας στις οποίες ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση.

Ωστόσο, οι ενάγοντες με την αγωγή επικαλούνται ρητή συμφωνία, μεταξύ αυτών και της εναγομένης εργοδότριας, που αποτελούσε όρο των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας, περί αμοιβής τους με βάση την από 8-4-2009 Κλαδική Σ.Σ.Ε., οπότε οι σχετικοί κανονιστικοί όροι αυτής της συλλογικής σύμβασης ισχύουν ως συμβατικοί όροι, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), ο δε πρώτος επικαλείται και τους όρους της από 4-5-2012 ατομικής σύμβασης εργασίας του.

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο, που έκρινε ότι τα αναφερόμενα σε αυτήν στοιχεία δεν αναγράφονταν με πληρότητα και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας στην κύρια βάση της (ως προς την οποία και μόνο η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο παρόν Δικαστήριο με τους λόγους της έφεσης), παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήσαν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής και, κατά τα βάσιμα περί τούτων από τους εκκαλούντες-ενάγοντες υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ακολούθως δικάζοντας επί της αγωγής τους, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, και συγκεκριμένα ότι οι αξιώσεις των εναγόντων θεμελιώνονται κατά την κυρία βάση της στην εγκύρως συναφθείσα ατομική σύμβαση εργασίας, της οποίας αποτέλεσε συμβατικό όρο κατά παραπομπή η προαναφερθείσα από 8-4-2009 κλαδική ΣΣΕ (άρθρα 361,648 ΑΚ), αν και, ενόψει ότι η ως άνω ΣΣΕ δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική, κατά δε τον επίδικο χρόνο είχε λήξει και οι ενάγοντες δεν ήταν μέλη της συμβληθείσης εργατικής οργάνωσης, για το ουσιώδες και αναγκαίο για την πληρότητά της περιεχόμενο δεν αναφέρεται κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ότι η ως άνω συμφωνία περιελάμβανε και τον όρο, ότι θα ίσχυε και στην περίπτωση λήξεως της ΣΣΕ, ως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η σύναψη τέτοιας συμφωνίας.

Έτσι όμως το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή και παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια.

Επομένως είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλείται τις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

Κατ' ακολουθία, εν όψει των κατά τα ανωτέρω δεκτών γενομένων λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί καθ` ολοκληρίαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ενώ παρέλκει κατά τα προαναφερθέντα η εξέταση του τελευταίου τρίτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος αφορά αιτίαση ως προς επί μέρους διατάξεις, ως προς τις οποίες η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει κατά τα ανωτέρω αναιρεθεί δυνάμει των δεκτών γενομένων λόγων. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ` εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α` του KΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό Τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί ως κατ` ουσία αβάσιμη η από 10-9-2018 έφεση του εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της με αριθ. 13431/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απερρίφθη η από 27-1-2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής KΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2), του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 1640/2020 απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ` ουσίαν την από 10-9-2018 με αριθμ. καταθ. 20064/3401/17-9-2018 έφεση των εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει αυτήν κατ` ουσία.

Καταδικάζει τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης - εφεσιβλήτου του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ, και καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ