Legislator Case Law & Legislation
574/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on public servant salary scale classification and awards costs.

Case Number 574/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling on a public servant's unpaid salary claim. The First Instance Court correctly applied the Fourth salary scale based on the employee's continuous prior service since 2003, rejecting the State's argument for the Sixth scale. Consequently, the Court upheld the lower court's decision and ordered the State to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a public servant's salary scale must be determined by their total actual public service duration from the start of the contract, not by a subsequent administrative reclassification.

Keywords

AI generated
public servant salary scale prior service duration administrative reclassification civil procedure appeal legal costs award civil service law salary classification

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 559 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 4024/2011
Article 98 of the relevant Ministerial Circular
Article 3 of Law 4109/2013
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1952

Cited Case Law

AI generated
Single Instance Court of Heraklion, Judgment 542/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 574 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 574/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης Ά. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ραψομανίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 5/12/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5/12/2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 61/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 193/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 26/9/2018 εφέσεως κατά της 305/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 5/7/2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχος του καταργηθέντος δυνάμει του Ν.4109/2013 Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.) "να της καταβάλει α)το ποσό των 46.531 ευρώ για μη καταβληθείσες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από την 1/1/2013 έως τις 31/7/2015, β)το ποσό των 1824,40 ευρώ για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από την 1/8/2015 έως τις 31/12/2015 και γ)το ποσό των 1416 ευρώ για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από την 1/1/2016 έως τις 30/4/2016 και συνολικά το ποσό των 49.771,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επικουρικώς να υποχρεωθεί το αντίδικο να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού για την περίπτωση, που η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που τη συνέδεε με αυτό ήθελε κριθεί άκυρη από το δικαστήριο. Να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά της έξοδα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 305/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία καταδίκασε το εναγόμενο στη καταβολή ολοκλήρου του αιτηθέντος με την ένδικη αγωγή ποσού, κήρυξε την απόφαση, ως προς την καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 25.000 ευρώ και καταδίκασε το εναγόμενο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων ποσού 550 ευρώ.

Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 26/9/2018 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης επί της οποίας εκδόθηκε η προσκομιζόμενη 193/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία απέρριψε την έφεση κατ'ουσίαν. Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προβάλλοντας ως μοναδικούς λόγους αναιρέσεως παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου κατ'άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Η ενάγουσα, η οποία είναι πτυχιούχος του τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Ρεθύμνου, προσλήφθηκε στις 20/3/2003 από το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων", το οποίο στη συνέχεια καταργήθηκε και καθολικός του διάδοχος κατέστη το Υπουργείο Πολιτισμού Παιδείας και Θρησκευμάτων, δυνάμει του Ν.4109/2013, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας έως τις 20/3/2014, ως λογίστρια Π.Ε.

και έκτοτε απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από τις 20/3/2004 έως τις 30/6/2004 και από την 1/7/2004 έως τις 30/9/2004 με αντίστοιχες συμβάσεις. Στη συνέχεια εξακολούθησε να εργάζεται με τους ίδιους όρους στο πιο πάνω Νομικό Πρόσωπο μετά την έκδοση της 1024/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε το εναγόμενο να την απασχολεί μέχρι την έκδοση απόφασης επί της από 18/10/2013 προγενέστερης αγωγής της κατ'αυτού.

Επί της τελευταίας εκδόθηκε η 542/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι η σύμβαση εργασίας που συνδέει την ενάγουσα με το πιο πάνω νομικό πρόσωπο είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 20/3/2003 και υποχρεώθηκε το τελευταίο να αποδέχεται την εργασία της με βάση τη σύμβαση αυτή.

Η ενάγουσα επέδωσε την πιο πάνω δικαστική απόφαση στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο στις 5/1/2009 υποβάλλοντας αίτηση για τη θεώρηση των συμβάσεών της, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω δυνάμει της ΥΠΟΠΑΙΘ/ΓΔΔΥΞΔ/ΔΔΑΑΔ.ΤΔΑΔΤΠ/.../.../.../... /20.4.2015 υπουργικής απόφασης, αυτή η οποία είναι σήμερα υπάλληλος στο Υπουργείο Πολιτισμού Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατατάχθηκε από τις 20/3/2003 σε προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας Π.Ε.

Διοικητικού Οικονομικού με βαθμό ΣΤ' υπαγόμενη και αμειβόμενη από τότε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του δημοσίου. Όμως η κατάταξή της αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία της με συμβάσεις επιγραφόμενες, ως ορισμένου χρόνου κατά παράβαση αφενός μεν του άρθρου 4 παρ.4 του Ν.4024/2011 σύμφωνα με το οποίο, "ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., ή σε ΟΤΑ με σχέση εργασίας Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία, που με βάση ειδικές διατάξεις αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη", αφετέρου δε λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την προαναφερθείσα 542/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Έτσι η ενάγουσα δυνάμει της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης κατετάγη στον εισαγωγικό βαθμό ΣΤ', ενώ με βάση την προϋπηρεσία της, η οποία στις 13/9/2006 ανερχόταν σε 13 έτη 5 μήνες και 23 ημέρες, (όπως προκύπτει από το 11586/23-9-2006 πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών), έπρεπε να καταταγεί στο βαθμό Δ', ως έχουσα συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι 15 έτη (άρθρο 28 παρ.1 του Ν.4024/2011) και να λαμβάνει βασικό μισθό ανάλογο καθώς η προϋπηρεσία της διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο όμοια έκρινε, υπολογίζοντας ως πραγματικό χρόνο υπηρεσίας και το χρονικό διάστημα που αυτή εργάστηκε στο Ν.Π.Ι.Δ.Δ. "Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" παρεμπιπτόντως δε έκρινε και τη νομιμότητα της Υπουργικής απόφασης με την οποία αναγνωρίστηκε η προϋπηρεσία και η κατάταξη της αναιρεσίβλητης σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο αν και αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη δεν έσφαλε, αφού ο έλεγχος αυτός είναι καθόλα επιτρεπτός από τα πολιτικά δικαστήρια στο πλαίσιο της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή ιδιωτικής διαφοράς.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 2, 95 παρ.1 και 5 και 103 παρ.2 του Συντάγματος καθώς και τα άρθρα 1, 2, 321 και 322 ΚΠολΔ, αφού η 542/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου έκρινε αμετακλήτως μόνο το ζήτημα της αναγνώρισης των συμβάσεων εργασίας της αναιρεσίβλητης, ως αορίστου χρόνου και όχι την κατάταξή της σε μισθολογικό κλιμάκιο.

Στη προκειμένη περίπτωση με την 542/2005 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου από της προσλήψεώς της, που πραγματοποιήθηκε στις 20/3/2003. Η απόφαση αυτή παράγει δεδικασμένο, ως προς το κριθέν ζήτημα της συμβάσεως της αναιρεσίβλητης με το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου με αναδρομική ισχύ από το έτος 2003.

Εφόσον όμως το Δημόσιο δεσμεύεται να αποδέχεται την πιο πάνω αμετάκλητη δικαστική κρίση δηλαδή ότι υπάρχει μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το χρόνο της προσλήψεώς της, αυτό υποχρεώνεται επιπροσθέτως να προσδώσει στην πράξη της υπηρεσιακής ένταξης της αναιρεσίβλητης, ισχύ που θα ανατρέξει έως το χρονικό σημείο της προσλήψεώς της, ώστε αυτό να αποτελέσει τη βάση της υπηρεσιακής και μισθολογικής της εξέλιξης.

Επομένως, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών εφαρμοστέων διατάξεων, δεν κατέστησε αναιρετέα την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατ'άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε την αρχή της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, καθόσον οι αντιστοιχούσες, στο επικαλούμενο με την αγωγή Δ'μισθολογικό κλιμάκιο αποδοχές, θα μπορούσαν να επιδικασθούν στην ενάγουσα, εφόσον είχε προηγηθεί σε αρμόδιο δικαστήριο, το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα με το οποίο αυτή θα ζητούσε την κατάταξή της σε άλλο κλιμάκιο από εκείνο στο οποίο κατετάγη και είχε επιπλέον εκδοθεί η σχετική απόφαση, που την κατέτασσε στο κλιμάκιο αυτό.

Συνεπώς, έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση με το να επιδικάσει διαφορές αποδοχών, που αντιστοιχούσαν σε άλλο μισθολογικό κλιμάκιο από εκείνο στο οποίο ανήκε η αναιρεσίβλητη χωρίς να υπάρχει απόφαση δικαστηρίου ή αρμόδιας υπηρεσίας που να την κατατάσσει στο κλιμάκιο αυτό. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα Πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές, που υπάγονται σ'αυτά μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον αυτό δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί, όσον αφορά το κύρος τους, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία να δεσμεύει τα Πολιτικά Δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 447/1984).

Η έρευνα αυτή των Πολιτικών Δικαστηρίων δεν αποσκοπεί στην ακύρωση των διοικητικών πράξεων ούτε στο να αποκρουσθεί η εκτελεστότητα αυτών, οι οποίες έχουν το τεκμήριο της νομιμότητας, ώστε ακόμη και οι παράνομες διοικητικές πράξεις, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί είναι εκτελεστές και παράγουν έννομα αποτελέσματα, αλλά προκειμένου να απαγγελθούν άλλες έννομες συνέπειες ιδιωτικού χαρακτήρα, οι οποίες προκύπτουν από την εκτέλεση των παρανόμων διοικητικών πράξεων (ΑΠ 734/2010).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τις αποδοχές της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το Δ'μισθολογικό κλιμάκιο και όχι του ΣΤ', αφού πρώτα εξέτασε παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα της πράξης του οργάνου της διοίκησης, που κατέταξε την αναιρεσίβλητη στο ΣΤ'μισθολογικό κλιμάκιο, κρίνοντας ότι σύμφωνα με την αναγνωρισθείσα αμετακλήτως προϋπηρεσία της έχει καταταγεί αναδρομικά από τις 20/3/2003 σε προσωποπαγή θέση του αναιρεσείοντος με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνεπώς εντάσσεται στο Δ'μισθολογικό κλιμάκιο βάσει του οποίου υπολογίζονται οι δεδουλευμένες αποδοχές της, απορριπτομένου κατά συνέπεια, ως αβασίμου του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη με το να επιδικάσει τα αιτούμενα ποσά από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα σύμφωνα με το κλιμάκιο Δ'παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 6 παρ.1 και 4, 28 παρ.1 και 32, του Ν.4024/2011 και του άρθρου 3 του Ν.4109/2013, καθιστώντας την απόφαση αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 28 παρ.1 του Ν.4024/2011 οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτών κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας, που υπηρετούν με βάση το συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 98 του ΥΚ.

Αναδρομική ισχύς θα πρέπει να δοθεί στην οικεία πράξη κατάταξης από το χρονικό σημείο έναρξης του συμβατικού δεσμού, ώστε αυτό να αποτελέσει και τη βάση για την υπηρεσιακή εξέλιξη του υπαλλήλου, η οποία θα διαμορφωθεί στη συνέχεια με την εφαρμογή των διατάξεων που διαδοχικά ίσχυσαν μέχρι σήμερα.

Συνεπώς, ορθώς επεδίκασε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις αποδοχές της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το Δ'μισθολογικό κλιμάκιο και όχι το ΣΤ', λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό χρόνο της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης από την ημέρα της πρόσληψής της (20-3-2003), όπως αυτή αναγνωρίσθηκε με την 542/2005 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, απορριπτομένου κατά συνέπεια του παρόντος τρίτου λόγου αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Κατ'ακολουθίαν των προαναφερθέντων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1952 σε συνδυασμό προς την παρ.2 της υπ'αριθ.134423 Οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11) που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ.5 του Ν.1738/1982.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/12/2019 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 193/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ