Legislator Case Law & Legislation
574/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against local council lawyer's travel allowance claim due to statutory abolition.

Case Number 574/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a lawyer against a first-instance judgment denying his travel expenses. The court ruled that the specific legal provisions granting such allowances to lawyers employed by local municipalities had been explicitly abolished by subsequent legislation. Consequently, the lawyer's arguments relying on the old statutes were deemed unfounded, and the appeal was rejected with costs awarded to the municipality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5(3) of Law 2685/1999 and Article 166(3) of Law 3584/2007; The statutory provisions granting travel expense allowances to lawyers employed by local self-governing bodies were abolished by Article 30(1) of Law 4024/2011, thereby extinguishing the right to such benefits.

Keywords

AI generated
local self-governing bodies lawyer employment status travel expense allowance statutory abolition appeal dismissal legal costs allocation municipal budget

Cited Legislation

AI generated
Article 5(3) of Law 2685/1999
Article 166(3) of Law 3584/2007
Article 30(1) of Law 4024/2011
Article 21(3) of Law 3274/2004
Article 246(3) of Law 1188/1981

Cited Case Law

AI generated
Case 2101/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 574 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 574/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ι., κατοίκου …, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΕΡΟΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Βέροια και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μαριώρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/ΕΡΓ/22-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν η 49/07-02-2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 24/ΕΡ-ΔΙ/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-1-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το εδ. γ' του άρθρου 246 ν.1188/1981 "Κώδικαςε Προσωπικού ΟΤΑ", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 ν. 3274/2004, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στους Ο.Τ.Α. ή σε ιδρύματα που ανήκουν στους Δήμους καθώς και στα Ν.Π.Δ.Δ., χορηγούνται: (i) Τα ποσά που προβλέπονται στο άρθρο 5 παρ. 3 ν. 2685/1999, το οποίο ορίζει ότι ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακίνησης σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εκτός έδρας, διατηρούνται σε ισχύ και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, με κοινή δε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, τα κατ' αποκοπή έξοδα μετακίνησης καταβάλλονται από 1.4.1998 σύμφωνα με την ΚΥΑ 2040222/4110/0022/1998, που προβλέπει την χορήγηση στο προσωπικό των ΟΤΑ εφάπαξ ετήσιας αποζημίωσης (90.000 δρχ.

για το έτος 1998 και σε 120.000δρχ. από το έτος 1999) για την κάλυψη των δαπανών κίνησης, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσης της απασχόλησής τους, η αποζημίωση δε αυτή βαρύνει αποκλειστικά τους οικείους προϋπολογισμούς των ΟΤΑ και σε καμία περίπτωση και για οποιοδήποτε λόγο τον κρατικό προϋπολογισμό και η καταβολή της γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής, τμηματικά στο τέλος κάθε τριμήνου (ΑΠ 2101/2014).

Επίσης, στο άρθρο 166 παρ. 3 του ν. 3584/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" ορίζεται ότι στους δικηγόρους των ΟΤΑ με σχέση έμμισθης εντολής "χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α')..., όπως ισχύουν". Το προβλεπόμενο ως άνω ποσό της αποζημίωσης για έξοδα μετακίνησης ανήλθε με την ΚΥΑ 2/6771/2004 από 1.1.2004 σε 206 ευρώ μηνιαίως και, αφού αναπροσαρμόσθηκε επανειλημμένα, με την ΚΥΑ 2/95080/0022/2008 καθορίσθηκε από 1.1.2008 σε 365 ευρώ (ΑΠ 2101/2014).

Στη συνέχεια, με το ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.

Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.

Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α).

Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, "δ) Οι υπάλληλοι της Βουλής, όσον αφορά τα μισθολογικά θέματα τους τροποποιουμένου αναλόγως του Κανονισμού της Βουλής, και το προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας ...

2.Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.

Κατά το άρθρο 22 του ιδίου νόμου και με τον τίτλο Επέκταση διατάξεων ορίζεται, ότι: Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.

Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων και συγκεκριμένα των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του εν λόγω νόμου επεκτάθηκε και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 4024/2011.

Σύμφωνα δε, με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 4024/2011, με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, ήτοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ).

Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012), σύμφωνα με την παρ.1 της οποίας στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011, καταβάλλεται στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, στους δικηγόρους στο Εφετείο, ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β' βαθμού.

Η εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ. Σε όλους αυτούς, επιπλέον, είχε προβλεφθεί η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου.

Η παροχή αυτή καταργήθηκε από 1.1.2013, δυνάμει της περ.9 της υποπαραγράφου Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Επίσης, έχει προβλεφθεί η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, σύμφωνα με το οποίο τα επιδόματα εορτών και αδείας καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσης μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα 3.000 ευρώ, ενώ αν με την καταβολή των επιδομάτων αυτών, οι μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται μέχρι του ορίου των 3.000 ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους (παρ. 5).

Όμως, και τα επιδόματα αυτά καταργήθηκαν από 1.1.2013, δυνάμει του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαράγραφος Γ.1 περ. 1 του ν. 4093/2012. Ακόμη, με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011, ορίζεται ότι, πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού.

Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω. Κατά δε το άρθρο 32 παρ.1 του Ν. 4024/2011. 1. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

Όπου σε διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα. Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την Οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17. 2... 3... 4.

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011".

Από το συνδυασμό των διατάξεων του πρώτου εδαφίου του άρθρου 30 και των παραγρ. 1 και 4 του άρθρου 32 του Ν. 4024/2011, συνάγεται ότι από την 1.11.2011, οι διατάξεις που πέραν των επιδομάτων και παροχών του δευτέρου Κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 32) του Ν. 4024/2011 προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, δεν καταργούνται ούτε γενικά ούτε αδιακρίτως αλλά καταργούνται όταν καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011, από 1.11.2011 καταργήθηκε και το καταβαλλόμενο ανεξαρτήτως της μετακίνησης του δικαιούχου επίδομα των εξόδων κίνησης των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού (βλ.

ΑΠ 1254/2018), αφού, κατά τα ανωτέρω, με το 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 επεκτάθηκε και σε αυτούς η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του εν λόγω νόμου. Κατά συνέπεια, οι σχετικές ως άνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ.3 Ν. 2685/1999 και του άρθρου 166 Ν. 3584/2007, που προέβλεπαν τη χορήγησή του, έπαυσαν να ισχύουν, αφού καταργήθηκαν με το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 4024/2011.

Με τα δεδομένα αυτά, οι θεσπισθείσες με το ν. 4024/2011 περικοπές αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων στον εν γένει δημόσιο τομέα, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος προσαρμογής, αλλά και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε σχέση με την οργάνωση του έμψυχου δυναμικού των δημοσίων φορέων.

Κατ' αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, εν τέλει, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της ευρωζώνης, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Ο επιδιωκόμενος με τις κρίσιμες διατάξεις σκοπός, αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επέμβαση του νομοθέτη στις συμβατικές σχέσεις των δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση, ελήφθη με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, παρίσταται ως πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν είναι προδήλως δυσανάλογη προς αυτόν.

Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στην καθιερωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' αυτού αρχή της αναλογικότητας, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες.

Άλλωστε, από μακρού ο καθορισμός της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων υπήρξε αντικείμενο κρατικής παρέμβασης με την καθιέρωση κατωτάτων ορίων πάγιας περιοδικής αμοιβής των δικηγόρων και μάλιστα δια παραπομπής στο βασικό μισθό ή στα ΜΚ του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρα 92 παρ. 1 και 92Α του ν.δ. 3026/1954, ΚΥΑ 85724/1986, 20222/1997 κλπ).

Η ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε και στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν η ιδιοκτησία κατά το εν λόγω άρθρο έχει ή όχι την αυτή έννοια με την, κατά το άρθρο 1 του ΠΠΠ, περιουσία, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες ( ΑΠ 1254/2018,ΟλΣτΕ 3372/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Όμως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ 193/2019, ΑΠ 122/2019, ΑΠ 570/2006). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 15.2.2017 με αριθμό κατάθεσης 20/ΕΡΓ/22.2.2017, αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, εκθέτει ότι έχει προσληφθεί την 21.6.2001 για να παρέχει τις δικηγορικές υπηρεσίες του με σχέση έμμισθης εντολής στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων.

Ότι δυνάμει της ΥΑ/95080/0022/2008 (ΦΕΚ Β 2684/2008) τα κατ' αποκοπή μηνιαία έξοδα κίνησης του προσωπικού των Ο.Τ.Α. α' βαθμού από 1.1.2008 είχαν καθορισθεί σε 365,00 ευρώ μηνιαίως. Ότι ο καθορισμός των αποδοχών των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 4024/2011, προβλέφθηκε να γίνεται σύμφωνα με τη σχετικώς εκδοθείσα ΚΥΑ 2/17132/0022/2012 (ΦΕΚ 489Β'/28.2.2012).

Ότι δυνάμει των άρθρων 30 και 32 του Ν. 4024/2011 καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα, μεταξύ των οποίων και τα έξοδα κίνησης, που καταβάλλονταν στο προσωπικό των Ο.Τ.Α. και ο εναγόμενος ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, αυθαίρετα και παρά το νόμο έπαυσε να του καταβάλει από 1.6.2012, το επίδομα εξόδων κίνησης, ποσού 365,00 ευρώ μηνιαίως, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα τόσο ότι με τις παραπάνω διατάξεις καταργήθηκε η προαναφερθείσα ΚΥΑ , όσο και ότι ο ίδιος, ως λειτουργός εκ της δικηγορικής του ιδιότητας και της σχέσης έμμισθης εντολής που τον συνδέει με τον εναγόμενο Δήμο, δεν καταλαμβάνεται από τις καταργούμενες με το Ν. 4024/2011 διατάξεις.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί κατά την κύρια βάση της αγωγής από τις περί συμβάσεων διατάξεις, κατά δε την επικουρική της βάση από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του να εξακολουθεί να λαμβάνει τα έξοδα κίνησης, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει ως επίδομα εξόδων κίνησης, για το χρονικό διάστημα από 1.7.2012 έως και 31.12.2016, το ποσό των 365,00 ευρώ μηνιαίως, ήτοι το συνολικό ποσό των 19.710,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 49/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 24/ΕΡ-ΔΙ/2019 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία μετά από εξαφάνιση της πιο πάνω αποφάσεως, κρίθηκε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και εσφαλμένα έκρινε το Ειρηνοδικείο Βέροιας ότι αποτελεί διοικητική διαφορά και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος στο σύνολό της, καθ' όσον κρίθηκε ότι το επίδομα των εξόδων κίνησης καταργήθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 4024/2011.

Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, που έκρινε σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας μετά από έφεση του ενάγοντος δικηγόρου και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς το πιο πάνω κονδύλιο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις. Τούτο, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δευτέρου του ως άνω νόμου, που προβλέπουν επιδόματα, παροχές κλπ, επεκτάθηκε και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων και οι Ο.Τ.Α., πέραν δε των επιδομάτων και παροχών του ανωτέρω Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης των πιο πάνω δικηγόρων, καταργήθηκαν με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 και, ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων δικηγόρος δεν δικαιούται του αιτούμενου επιδόματος εξόδων κίνησης.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ήτοι ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος δεν υπήχθη στις διατάξεις του δευτέρου κεφαλαίου του Ν. 4024/2011 και άρα δικαιούται των εξόδων κίνησης δυνάμει της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 Ν. 2685/1999, μετά από παραπομπή των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 3274/2004 και του άρθρου 166 Ν. 3584/2007, και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και όχι του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμοι.

Ο ίδιος δεύτερος λόγος, κατά το σκέλος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, και όχι του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο, ήτοι ότι δεν έχει αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο κονδύλιο, ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος.

Ο ίδιος δεύτερος λόγος, κατά το σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ.5 ΚΠολΔ, και όχι του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο ίδιος πραγματοποιούσε μετακινήσεις, και κατά συνέπεια εδικαιούτο να λαμβάνει το ένδικο επίδομα, είναι απαράδεκτος, διότι, το εν λόγω επίδομα σύμφωνα με τις διατάξεις που προέβλεπαν τη χορήγησή του, καταβαλλόταν ανεξάρτητα από την πραγματική μετακίνηση του δικαιούχου δικηγόρου. Κατά συνέπεια ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι αυτός κατά το ένδικο χρονικό διάστημα πραγματοποιούσε μετακινήσεις, τυγχάνει αλυσιτελής.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3/ANP/10.1.2020 αίτηση για αναίρεση της 24/EP-ΔI/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας –

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ