Supreme Court partially allows appeal regarding tax treatment of voluntary expense reimbursements as income.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the First Instance Court's decision regarding the taxability of voluntary expense reimbursements provided by OTE. While the court rejected the argument that these payments were non-taxable reimbursements, it held that they constitute taxable income subject to a 50% tax rate. Consequently, the case was remanded for further proceedings to determine the specific tax liability for the relevant years.
Legislator headnote
AI generatedArticle 4 § 1 of the Income Tax Code; Article 45 of the Income Tax Code; Article 250 § 17 of the Civil Code: Voluntary expense reimbursements provided by an employer to employees for official duties, if paid periodically without requiring supporting expense vouchers, constitute taxable income subject to income tax.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 574 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 574/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελευθερίας Ψύλλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Ηλιοπιερέα-Πιερράκο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν η 162/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 48/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-8-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 4 § 1 του κυρωθέντος με το v. 2238/1994 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος οι διατάξεις του οποίου είναι εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, ενόψει του κρίσιμου χρόνου, "Εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του ...", κατά δε το άρθρο 45 του ιδίου κώδικα "Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και γενικά από κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους... 2... 3.... 4.
Δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο: α) η αποζημίωση που παρέχεται σε υπαλλήλους επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών για δαπάνες υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, εφόσον αποδεικνύεται η καταβολή τους από τα σχετικά παραστατικά στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.
Προκειμένου για αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, που παρέχονται με διάταξη νόμου κατ' αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, εξαιρείται της φορολογίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) εκτός εάν ο δικαιούχος αποδεικνύει δαπάνες μεγαλύτερου ποσού με βάση στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων ...".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε φόρο εισοδήματος υπόκειται κάθε εν γένει παροχή σε χρήμα ή σε είδος εφόσον δίνεται σε αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όχι δε και εκείνη που δίνεται για την κάλυψη δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο μισθωτός προς το συμφέρον του εργοδότη για την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε ή για την καλύτερη διεξαγωγή της, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός.
Εξάλλου με τις διατάξεις της από 16-5-1995 ΕΣΣΕ μεταξύ Ο.Τ.Ε. και ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ και επομένως έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2224/1994 και άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 2257/1994, καταργήθηκε από της ισχύος αυτής, την 1-6-1995, το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή σύμφωνα με αποφάσεις του Δ.Σ.
του Ο.Τ.Ε. και τον όρο 25 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, και ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία αυτή (1-6-1995) στους προϊσταμένους των αναφερομένων λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται κατά βαθμό και θέση, στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Τα έξοδα αυτά, κατά τους όρους της εν λόγω ΕΣΣΕ, "2...
είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο Ο.Τ.Ε. επιφυλάσσει σ' αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησής τους. 3. Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. 4. Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε.
στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησής τους κ.λπ. 5. Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι τα καταβαλλόμενα από 1-6-1995 και εφεξής στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε.
έξοδα κίνησης και παράστασης δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σε αυτούς ανεξαρτήτως της άσκησης των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους και δεν υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές κρατήσεις υπέρ κλάδου ασθενείας του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε., αλλά αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του Ο.Τ.Ε., συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει δι' αυτής ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του Ο.Τ.Ε.
και τα έξοδα κίνησης και παράστασης αυτού ως εκπροσώπου του Ο.Τ.Ε. στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους (Ολ. ΑΠ 11/2007, ΑΠ 566/2016, ΑΠ 1140/2013). Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 250 αριθ. 17 ΑΚ "Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά", κατά δε το άρθρο 251 του ίδιου κώδικα "Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".
Τέλος κατά το άρθρο 253 ΑΚ "Η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα". Κατά την έννοια της πρώτης από τις πιο πάνω διατάξεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενη παροχή, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή, είναι εκείνη η οποία έχει εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και επαναλαμβάνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, χωρίς να τελεί ως προς τη γέννηση και την ύπαρξή της υπό κάποια αίρεση.
Παρέχεται δε με μόνη την πάροδο του χρόνου που έχει τεθεί από το νόμο ή από δικαιοπραξία, χωρίς να είναι αναγκαίο το περιεχόμενο των εκάστοτε παροχών να είναι ακριβώς όμοιο, αρκεί μόνο να πρόκειται για παροχές σαφώς προκαθορισμένες που στηρίζονται σε ενιαία σχέση και είναι ενωμένες σε ενιαία νομική και οικονομική οντότητα.
Τέτοια περιοδική παροχή, κατά την έννοια του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, συνιστά η επίδικη παροχή εξόδων κίνησης και παράστασης προϊσταμένων της εναγομένης, αφού έχει σαφώς προκαθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβάνεται κάθε μήνα, δηλαδή σε ορισμένα χρονικά διαστήματα και παρέχεται με μόνη την πάροδο του χρόνου που έχει τεθεί από τους όρους της από 16-5-1995 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, χωρίς η καταβολή της να τελεί υπό την αίρεση προσκόμισης παραστατικών δαπανών ή κάποια άλλη αίρεση (ΑΠ 566/2016).
Στην προκειμένη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., δικάζον ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα ακόλουθα ουσιώδη: "To μήνα Μάιο του έτους 1977 η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα της Τεχνολόγου Μηχανικού Δομικών Έργων, μέχρι και τη συνταξιοδότησή της στις 30-12-2012.
Με την 423/16/10-2-2006 απόφαση του Προϊσταμένου του Τηλεφωνικού Διαμερίσματος Φθιώτιδας, Φωκίδας και Ευρυτανίας της εναγομένης, τοποθετήθηκε υπεύθυνη έργου Δομικών και Η/Μ έργων στο Τεχνικό Τμήμα Φθιώτιδας, ιδιότητα που διατήρησε μέχρις ότου με την ... απόφαση του Προϊσταμένου του Τεχνικού Διαμερίσματος Κεντρικής Ελλάδος της εναγομένης τοποθετήθηκε υπεύθυνη έργου Εγκαταστάσεων Φθιώτιδας, ιδιότητα που διατήρησε μέχρι την κατά τα ανωτέρω συνταξιοδότησή της στις 30-12-2012.
Υπό τις αμέσως προαναφερόμενες ιδιότητές της και ενόψει της εργασίας που παρέσχε πραγματικά υπό αυτές, ήταν δικαιούχος αποζημίωσης εξόδων κίνησης και παράστασης κατά τους όρους της από 16-5-1995 Ε.Σ.Σ.Ε. στη διάρκεια των ετών 2006 - 2012. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 12-6-2015 (σχετ.
η 11.727γ'/12-6-2015 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε (υπ' αριθ. 5 ανωτέρω της παρούσας), οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας για τα έτη 2006 - 2009 έχουν παραγραφεί στο σύνολό τους, λόγω συμπλήρωσης της κατ' άρθρο 250 αριθ. 17 ΑΚ παραγραφής, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, με σχετική ένσταση που παραδεκτά πρότεινε πρωτοδίκως, με συνοπτική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της εκκαλουμένης και αναλυτικά με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία ένσταση επανάφερε νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Κατά τα έτη 2010, 2011 και 2012, η εν λόγω "αποζημίωση" ήταν ποσού 575,10 ευρώ για κάθε μήνα των ετών 2010 και 2011 και ποσού 520,49 ευρώ για κάθε μήνα του έτους 2012, αλλά μετά τον υπολογισμό διάφορων εν γένει ασφαλιστικών και κοινωνικών κρατήσεων [ΤΑΠ Ασθενείας (2,55%), Ο.Ε.Κ. (1%), Ειδικού Κοινού Λογαριασμού Ανεργίας (0,1%), Ο.Α.Ε.Δ.
κλάδου ανεργίας (1,33%), Δ.Λ.Ο.Ε.Μ. (1%), Εργατικής Εστίας (0,35%)], συνολικού ποσού 36,40 ευρώ για κάθε μήνα του ετών 2010 και 2011 και 32,95 ευρώ για κάθε μήνα του έτους 2012, επί του εναπομένοντος ποσού των 538,70 και 487,54 ευρώ αντίστοιχα, η εναγόμενη προέβαινε σε παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών 20%, κατά το άρθρο 57 του τότε ισχύοντος ν. 2238/1994, επικαλούμενη εφαρμογή του άρθρου 45 του ίδιου νόμου, την εφαρμογή του οποίου άρθρου (45 του ν. 2238/1994) είχε συστήσει και η Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας της Γενικής Γραμματείας Φορολογιών και Τελωνειακών Θεμάτων του τότε Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών με το 1008845/158/Α0012/31-3-2008 έγγραφό της, απαντώντας σε σχετικό έγγραφο που της είχε αποστείλει η εναγόμενη στις 23-1-2008, ήτοι παρακρατούσε ποσό (538,70 Χ 20% =) 107,74 ευρώ για κάθε μήνα των ετών 2010 και 2011 και ποσό (487,54 Χ 20% =) 97,51 ευρώ για κάθε μήνα του έτους 2012.
Πλην όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη υπ' αριθ. 3 ανωτέρω της παρούσας, επειδή η χορήγηση της αποζημίωσης αυτής προβλεπόταν από διάταξη Ε.Σ.Σ.Ε. επέχουσας ισχύ νόμου για την κάλυψη δαπανών της ειδικής υπηρεσίας που είχε ανατεθεί σε αυτήν (ενάγουσα) από την εναγόμενη, ενόψει δηλαδή των παραπάνω καθηκόντων της, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 45 § 4 περ.
α' εδ. β' του ν. 2238/1994, δεν μπορούσε να γίνει καμία παρακράτηση φόρου για το 50% του άνω ποσού. Ειδικότερα, είναι εφαρμοστέο το δεύτερο εδάφιο της αμέσως προαναφερόμενης διάταξης, καθόσον από τη συνδυαστική ανάγνωση των δύο εδαφίων της κρίσιμης περ. α' του άρθρου 45 του ν. 2238/1994 και ενόψει του υπηρετούμενου από τις διατάξεις αυτές σκοπού, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η διατύπωση "υπαλλήλων του Δημοσίου" είναι στενότερη της νομοθετικά σκοπούμενης κάλυψης περιπτώσεων που με διάταξη ουσιαστικού νόμου προβλέπεται η παροχή τέτοιας κατ' αποκοπή αποζημίωσης.
Στις περιπτώσεις, δηλαδή, που δεν προβλέπεται με διάταξη νόμου η καταβολή κατ' αποκοπή τέτοιας αποζημίωσης, το ποσό αυτής είναι κυμαινόμενο και προσδιορίζεται αποκλειστικά με βάση τα προσκομιζόμενα από τον υπάλληλο στοιχεία Κ.Β.Σ. και εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της ίδιας περίπτωσης. Αντίθετα, στις περιπτώσεις που προβλέπεται με διάταξη νόμου η καταβολή κατ' αποκοπή τέτοιας αποζημίωσης (εξόδων κίνησης και παράστασης) και στις οποίες θα ήταν δύσκολη η διαρκής λογιστική παρακολούθηση των πραγματικών δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ένας υπάλληλος για τις ανάγκες τις υπηρεσίας του, εξ αυτού του λόγου επαφέθηκε στον τελευταίο (υπάλληλο), όποτε γνωρίζει ότι οι δαπάνες αυτές υπερβαίνουν στην πράξη το ήμισυ του ποσού που λαμβάνει κατ' αποκοπήν, να προσκομίζει τα σχετικά στοιχεία Κ.Β.Σ.
στο λογιστήριο της επιχείρησής του ώστε να μη φορολογείται για το υπερβάλλον του 50% ποσού, είτε αυτό είναι το 50,1% είτε ακόμα και το 100% του ποσού τέτοιας αποζημίωσης. Έτσι, για το λοιπό, άνω του 50% της άνω αποζημίωσης, η μεν εναγόμενη, ενόψει των όσων όριζαν οι διατάξεις των άρθρων 45 και 57 του ν. 2238/1994 ήταν υπόχρεη σε αναλογική παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών (με ενιαίο συντελεστή, μη κλιμακούμενο), η δε ενάγουσα βαρυνόταν με την απόδειξη ότι είχε προβεί σε τέτοιες δαπάνες για τις ανάγκες της υπηρεσίας που ασκούσε, με προσκόμιση σχετικών στοιχείων κατά τον Κ.Β.Σ., προκειμένου να μην υπόκειται σε φορολόγηση για το μείζον του 50% της αποζημίωσης αυτής, αφού η παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε.
ουδέν διαφορετικό του άρθρου 45 του ν. 2238/1994 όριζε αναφορικά με τη φορολόγηση της οικειοθελούς αυτής παροχής, ούτε άλλωστε μπορούσε να ορίσει, δεδομένου ότι καμία σ.σ.ε., ως ρυθμίζουσα τις σχέσεις εργαζομένων και εργοδοτών, δεν μπορεί να θεσπίσει αφορολόγητο μιας χρηματικής παροχής του εργοδότη προς τον εργαζόμενο.
Καθώς, λοιπόν, η ενάγουσα δεν αποδεικνύει, ούτε άλλωστε επικαλείται, ότι προέβη σε πραγματικές δαπάνες για τις ανάγκες της υπηρεσίας της μεγαλύτερες του άνω 50% για οποιονδήποτε μήνα της παραπάνω χρονικής περιόδου (2010 - 2012), το παράπονό της για αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, αναφορικά με την παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών από αυτήν (εναγόμενη) για το μείζον του 50% του άνω ποσού είναι αβάσιμο, καθόσον αυτή εφάρμοσε σχετικά τις άνω διατάξεις των άρθρων 45 και 57 του ν. 2238/1994.
Αντίστροφα, όμως, η εναγόμενη δεν δικαιολογείται για την παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών στο 50% της άνω αποζημίωσης, ούτε από την αποστολή του άνω 1008845/158/Α0012/31-3-2008 εγγράφου της αρμόδιας φορολογικής αρχής, και όσα περί του αντιθέτου νομοτύπως ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου περί έλλειψης δικής της υπαιτιότητας ακριβώς ενόψει του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον το έγγραφο αυτό περιοριζόταν στην επανάληψη του γράμματος του νόμου, δηλαδή ότι οι αποζημιώσεις αυτές φορολογούνταν κατά το άρθρο 45 του τότε ισχύοντος κώδικα φορολογίας εισοδήματος, κάτι το οποίο ήταν ορθό και το οποίο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, οδηγούσε, πρακτικά άνευ ετέρου, σε απαλλαγή από τη φορολόγηση του 50% της αποζημίωσης αυτής και σε ενδεχόμενη, με προσκόμιση σχετικών στοιχείων κατά τον Κ.Β.Σ.
από τον υπάλληλο αυτής, όπως τον ενάγοντα, απαλλαγή έως και του 100%. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών είναι αναλογική, με μοναδικό, μη κλιμακούμενο συντελεστή, έπεται ότι η εναγόμενη αδικαιολόγητα παρακρατούσε ποσό (107,74 / 2=) 53,87 ευρώ για κάθε μήνα των ετών 2010 και 2011 και ποσό (97,51 / 2 =) 48,76 ευρώ για κάθε μήνα του έτους 2012, ήτοι αδικαιολόγητα παρακράτησε ποσό [(53,87 Χ 24 =) 1.292,88 ευρώ για τη διετία 2010/2011 + (48,76 Χ 12 =) 585,12 ευρώ για το έτος 2012 =] 1.878,00 ευρώ.
Για την παρακράτηση του ποσού αυτού καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει την ενάγουσα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, με σχετικό ισχυρισμό της που ομοίως ως άνω είχε προταθεί παραδεκτά πρωτοδίκως και ομοίως νομίμως ως άνω επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ιδίως συνεκτιμωμένου ότι ακόμα και αν η ενάγουσα είχε απευθυνθεί ενώπιον των αρμοδίων φορολογικών αρχών, όπως η εναγόμενη επικαλείται προς στήριξη του σχετικού ισχυρισμού της, το ζήτημα και πάλι θα έπρεπε να επιλυθεί με αναγωγή στις μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης σχέσεις, ήτοι στη δικαιολόγηση από την ενάγουσα, με προσκόμιση στο λογιστήριο της εναγόμενης, στοιχείων κατά τον Κ.Β.Σ.
που να δικαιολογούν πραγματικές δαπάνες υπέρτερες του 50% της κατ' αποκοπή αποζημίωσής του. Ειδικότερα, η ανωτέρω κρίση αναφορικά με την έκταση της αδικαιολόγητης παρακράτησης μέρους της επίδικης αποζημίωσης για φόρο μισθωτών υπηρεσιών δεν κλονίζεται από όσα έγιναν δεκτά με την 1140/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, την οποία επικαλείται προς στήριξη των επιχειρημάτων της η εκκαλούσα, αλλά και τη μεταγενέστερη 566/2013 απόφαση ομοίως του Αρείου Πάγου, που έκριναν επί ομοίων αξιώσεων άλλων συναδέλφων της, καθόσον οι αναιρετικοί λόγοι εξαρτώνται από τις παραδοχές των δικαστηρίων της ουσίας και οι παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου επί της ουσίας της ένδικης υπόθεσης είναι διαφορετικές από τις κρίσεις των δικαστηρίων της ουσίας που κρίθηκαν με τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις.
Η επίδικη παροχή δεν ήταν αβέβαιη - εξαρτημένη από αίρεση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη - εκκαλούσα προς αντίκρουση της κατ' άρθρο 250 αριθ. 17 ΑΚ ένστασης παραγραφής, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε (υπ' αριθ. 5 ανωτέρω της παρούσας), το ποσό της επίδικης μηνιαίας αποζημίωσης ήταν εκ των προτέρων καθορισμένο για κάθε μήνα της όλης επίδικης χρονικής περιόδου (2006 - 2012) και έτσι δεν τελούσε ως προς τη γέννηση και την ύπαρξή του υπό κάποια αίρεση, η δε ανωτέρω απόκλιση στην έκταση της φορολόγησης επαφιόταν αποκλειστικά στην ίδια, με προσκόμιση σχετικών φορολογικών στοιχείων, με συνέπειες ομοίως εκ των προτέρων προκαθορισμένες (δηλαδή την απαλλαγή της από τη φορολόγηση ισόποσα με τις δαπάνες που θα αποδείκνυε ότι ξεπερνούσαν το 50% της αποζημίωσης).
Περαιτέρω, η αιτίαση της ενάγουσας ότι η παρακράτηση φόρου επί της εν λόγω αποζημίωσης ήταν 38% κατά το σχετικό συντελεστή φορολογίας εισοδήματός της για καθένα από τα κρίσιμα έτη 2010 - 2012, είναι αβάσιμη, διότι ιδίως από τις αντίστοιχες μισθοδοτικές καταστάσεις των ίδιων ετών που επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη, δεν συνάγεται καμία τέτοια παρακράτηση φόρου (με συντελεστή 38%), επί των "αποζημιώσεων" αυτών, και ως εκ τούτου η κρίσιμη παρακράτηση είναι υπολογιστέα με το σχετικό συντελεστή του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, που ρητά συνομολογείται από την εναγόμενη ότι εφαρμόστηκε (βλ.
σελ. 19 προτάσεών της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), ήτοι με παρακράτηση 20% (σημειώνεται ότι στις ίδιες μισθοδοτικές καταστάσεις σε όμοια παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών 20% υποβαλλόταν και ο βασικός μισθός της ενάγουσας). Το ενδεχόμενο κατά τη φορολόγηση της ενάγουσας από το Ελληνικό Δημόσιο να λογιζόταν ως φορολογητέο το σύνολο του καθαρού ποσού της επίδικης "αποζημίωσης" (και όχι το ήμισυ) και εφαρμοζόταν για όλο το ποσό αυτό ο σχετικός συντελεστής της φορολογίας εισοδήματος είναι αδιάφορο για την ένδικη υπόθεση, καθόσον ενδεχόμενη σχετική αξίωση της ενάγουσας, για ενδεχόμενη δηλαδή αδικαιολόγητη φορολόγησή της από το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, αφού απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι ενστάσεις έλλειψης υπαιτιότητας της εναγόμενης και αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας, που, όπως προαναφέρθηκε, παραδεκτά προτάθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά αφού γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η κατ' άρθρο 250 αριθ. 17 ΑΚ ένσταση παραγραφής, που ομοίως ως άνω παραδεκτά προτάθηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση, πρέπει η παραπάνω αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 1.878,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για ποσό 53,87 ευρώ για καθένα των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών των ετών 2010 και 2011 από την επομένη του μήνα που αυτό ήταν καταβλητέο ..............".
Με τις κρίσεις του αυτές το Μονομελές Εφετείο ..., δικάζον ως Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 45 παρ. 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που κυρώθηκε με το Ν.2238/1994 και αυτές της από 16-5-1995 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ και επομένως έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, κατά τα προεκτεθέντα, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν τα καταβαλλόμενα από 1-6-1995 και εφεξής στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του ΟΤΕ έξοδα κίνησης και παράστασης δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ' αυτούς ανεξαρτήτως της άσκησης των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους και δεν υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος.
Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επειδή το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, στην μεν πρώτη περίπτωση, με το να δεχτεί ότι η επίμαχη οικειοθελής παροχή του ΟΤΕ υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σε ποσοστό 50% αν και τα καταβαλλόμενα από 1.6.1995 και εφεξής, στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του Ο.Τ.Ε.
έξοδα κινήσεως και παραστάσεως δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ' αυτούς ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, και δεν υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος, άλλ' αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του Ο.Τ.Ε. συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει δι' αυτής ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του Ο.Τ.Ε.
και τα έξοδα κίνησης και παράστασης αυτού ως εκπροσώπου του Ο.Τ.Ε. στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους, στη δε δεύτερη με το να της επιδικάσει ποσά κατώτερα των αιτουμένων, χωρίς να παραθέτει για αυτό καμία νομική αιτιολογία παραβίασε τις νομικές διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Περαιτέρω, και όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1, αιτιώμενη η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραβίασε εν προκειμένω την διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, δεχόμενο την ένσταση πενταετούς παραγραφής μέρους των αξιώσεων της, κρίνεται ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο διότι, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως η επίδικη παροχή εξόδων κίνησης και παράστασης προϊσταμένων αποτελεί περιοδικά καταβαλλόμενη παροχή κατά την έννοια του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, αφού έχει σαφώς προκαθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβάνεται κάθε μήνα, δηλαδή σε ορισμένα χρονικά διαστήματα και παρέχεται με μόνη την πάροδο του χρόνου που έχει τεθεί από τους όρους της από 16-5-1995 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, χωρίς η καταβολή της να τελεί υπό την αίρεση προσκόμισης παραστατικών δαπανών ή κάποια άλλη αίρεση.
Ενόψει, όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο κρίθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των ετών 2010 και 2011 υποβάλλονται σε φόρο εισοδήματος, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, να συμψηφισθούν δε κατά τα λοιπά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της κατά ένα μέρος νίκης και ήττας τους (αρθ. 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθ. 48/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. -
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ