Supreme Court dismisses appeal on invalid contract grounds, ruling lower court correctly applied civil code provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a lower court judgment declaring a contract invalid. The appellants argued that the contract lacked the statutory form required by Article 369 of the Civil Code, rendering it void and the subsequent lawsuits illegal. The court held that the lower court correctly interpreted the Civil Code, finding the contract's invalidity to be the substantive basis for rejecting the lawsuits without needing to cite the specific form requirement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 180, 873, 875, 182 of the Civil Code; If a contract is void due to lack of statutory form, the resulting lawsuits are inadmissible, and the lower court's rejection based on substantive law is correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 574 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 574/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. χας Π. Μ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., 2. Ι. Μ. του Π. συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., των δύο πρώτων με την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων του αρχικού διαδίκου Π. Μ., 3. Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 4. Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 5. Α. Μ. του Α..
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο Ζαχαρίας Σαλούστρος, πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων και δήλωσε ότι η πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων παραιτούνται ως προς όλους των αναιρεσιβλήτων, από το δικόγραφο της από 28 Ιουλίου 2004 αιτήσεώς των για αναίρεση της υπ' αριθ. 482/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Ο τρίτος και τέταρτος παραιτούνται από το δικόγραφο της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως μόνο ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ζαχαρίας Σαλούστρος δήλωσε ότι ο πέμπτος των αναιρεσειόντων έχει παραιτηθεί με την 804/2010 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση συζητείται μόνο ως προς τον τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων και μόνο ως προς το σκέλος που αφορά τους τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. χας Π. Μ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., 2. Π. χας Ι. Μ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., 3. Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., των τριών πρώτων με την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων του αρχικού διαδίκου Π. Μ. του Α., 4. Μ. συζ. Σ. Χ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δούναβη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, και 5. Γ. συζ. Σ. Α., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μουρίκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-8-2000 και 19-7-2001 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4415/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 482/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 28 Απριλίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1710 και 1846 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και, όταν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 28-07-2004 αίτηση των αρχικώς αναιρεσειόντων, ήτοι των 1) Π. Μ. του Δ., 2) Δ. Μ. του Α., 3) Χ. Μ. του Α., 4) Α. Μ. του Α., κατά των αρχικώς αναιρεσιβλήτων, ήτοι των 1) Π. Μ. του Α., 2) Μ. σύζ. Σ. Χ., το γένος Γ. Μ. και 3) Γ. σύζ. Σ. Α., το γένος Γ.
Μ., ζητήθηκε η αναίρεση της υπ' αριθ. 482/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και ορίσθηκε δικάσιμος γι' αυτήν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η 8-5-2006, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε. Με την από 26-10-2006 κλήση τους οι αναιρεσείοντες επανέφεραν την υπόθεση και ορίσθηκε δικάσιμος η 15-10-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-11-2008, κατά την τελευταία όμως αυτή δικάσιμο η δίκη διεκόπη μετά τη γνωστοποίηση στο ακροατήριο εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εκ των αναιρεσειόντων Π.
Μ., επισυμβάντος την 1-8-2008 θανάτου αυτού (βλ. αντίγραφο της υπ' αριθ. 35/Γ/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Πειραιώς). Η υπόθεση επανήλθε με νέα κλήση και ορίσθηκε δικάσιμος για την 1-3-2010, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, εκδοθείσης της υπ' αριθ. 804/2010 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου οι επαναλαμβάνουσες με δήλωσή τους στο ακροατήριο τη δίκη ως προς τον θανόντα Π.
Μ., ήτοι οι Α. χήρα Π. Μ. και Ι. Μ. του Π., προσκομίσουν τα αποδεικτικά της ιδιότητός τους στοιχεία ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ως άνω θανόντος. Με νέα κλήση των αναιρεσειόντων, όπως ήδη είχαν διαμορφωθεί, επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση και ορίσθηκε δικάσιμος η 19-9-2011, οπότε όμως και πάλι διεκόπη λόγω του γνωστοποιηθέντος νομίμως επισυμβάντος την 19-4-2011 θανάτου του αρχικού αναιρεσείοντος Π.
Μ.. Ακολούθως, με την από 23-9-2011 κλήση των δεύτερου και τρίτου των αρχικώς αναιρεσειόντων και των επαναλαμβανουσών την δίκη ως προς τον θανόντα πρώτον, Α.ς χήρας Π. Μ. και Ι. Μ. του Π., επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση, για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 5-3-2012, κατά την οποία όμως αναβλήθηκε η συζήτησή της για την αναφερόμενη ατην αρχή της παρούσης (7-1-2013).
Ήδη, οι τελευταίες των άνω καλούντων, νομίμως συνεχίζουν την διακοπείσα δίκη μετά τον θάνατο του αρχικώς αναιρεσείοντος Π. Μ., καθόσον από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα απ' αυτές έγγραφα, προκύπτει ότι είναι οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του άνω θανόντος, ως σύζυγος και θυγατέρα αυτού αντίστοιχα (βλ.
το υπ' αριθ. πρωτ. 110577/15-10-2008 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Πειραιώς και υπ' αριθ. 10328/12-10-2006 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, περί του ότι δεν έχει δημοσιευθεί διαθήκη του άνω θανόντος).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295§1, 297, 299, 573§1 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, οι καθολικοί διάδοχοι του θανόντος αναιρεσείοντος Π. Μ., ήτοι οι Α. χήρας Π. Μ. και Ι. Μ. του Π., που συνεχίζουν νομίμως τη δίκη που ανοίχθηκε με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ζαχαρία Σαλούστρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, διά του οποίου παραστάθηκαν, δυνάμει του υπ' αριθ. .../21-12-2009 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Χρ.
Μπούτου-Σταματοπούλου, παραιτήθηκαν από του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους. Εξάλλου, οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, δηλαδή οι Δ. Μ. και Χ. Μ., με δήλωση του αυτού ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που παραστάθηκε νομίμως γι' αυτούς, παραιτήθηκαν του δικογράφου της αναιρέσεως, ως προς τους ήδη συνεχίζοντες τη δίκη καθολικούς διαδόχους (τρεις πρώτους των καθ' ών η κλήση) του αρχικώς πρώτου αναιρεσίβλητου Π.
Μ. του Α., που απεβίωσε στις 19-4-2011 (βλ. αντίγραφο της υπ' αριθ. 59/Α/2011 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Βούλας Αττικής), διακοπείσης της δίκης κατόπιν αυτού μετά από νομότυπη δήλωση στο ακροατήριο, κατά την προηγηθείσα δικάσιμο της 19-9-2011. Τέλος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την υπ' αριθ. 804/2010 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πρακτικά, κατά τη συνεδρίαση της 1-3-2010, μετά την οποία εκδόθηκε η άνω απόφαση, ο τέταρτος των αναιρεσειόντων Α.
Μ. του Α., με δήλωση του αυτού ως άνω πληρεξούσίου δικηγόρου του, ο οποίος παραστάθηκε γι' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθ. .../21-12-2009 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Χρ. Μπούτου-Σταματοπούλου, παραιτήθηκε του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε και αντίστοιχα καταργήθηκε η δίκη, μεταξύ των αρχικά πρώτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων και όλων των αρχικά αναιρεσίβλητων, όπως αυτή ήδη επαναλαμβάνεται με τους προαναφερόμενους καθολικούς διαδόχους τους, καθώς και μεταξύ των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων και του πρώτου των αρχικώς αναιρεσιβλήτων, συνεχίζεται δε πλέον μόνο μεταξύ των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων Δ. Μ. και Χ. Μ. και των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων Μ. σύζ. Σ. Χ., το γένος Γ. Μ. και Γ. σύζ. Σ. Α., το γένος Γ. Μ..
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο παραδοχή από το δικαστήριο πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη, προϋποθέτει ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς και ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς και ελλείψεις ή ασάφειες ή αντιφατικότητα στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Εν προκειμένω, όπως αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προκύπτει δε και από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ως μη νόμιμες τις σ' αυτήν από 25-9-2000 και από 19-7-2001 δύο συναφείς αγωγές των αρχικώς αναιρεσειόντων για απόδοση σ' αυτούς, εκ μέρους των αρχικώς αναιρεσιβλήτων, των προσδιοριζόμενων στις εν λόγω αγωγές ποσών. Κατ' ακολουθία τούτων, είναι προεχόντως απαράδεκτοι και απορριπτέοι: α) Οι πρώτος και τέταρτος, κατά το αντίστοιχο τμήμα του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται οι από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) δεν περιέχει καμία αιτιολογία ή σε κάθε περίπτωση περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία για το ότι η αναφερόμενη στον πρώτο λόγο αναίρεσης ρήτρα του σ' αυτήν συμφωνητικού αποτελεί τη βασική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων από το εν λόγω συμφωνητικό και 2) στερείται νόμιμης βάσης, αναφορικά με την εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, εφαρμογή των άρθρων 873 και 875 του ΑΚ και β) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του, ότι η αναφερόμενη στο λόγο αυτό συμφωνία που εμπεριείχετο στο ανωτέρω συμφωνητικό ήταν βασική, δέχθηκε πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινό, χωρίς απόδειξη.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ προκύπτει, ότι η αναφερόμενη σ' αυτήν αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί απ' αυτήν την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις.
Το κύρος αυτής δεν θίγεται από την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της βασικής σχέσης και αρκεί η παροχή να είναι οριστή, ενώ είναι δυνατόν να προστεθεί σ' αυτήν όρος της εξαρτήσεως αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο. Αν δε η υπόσχεση ή η αναγνώριση αφορά αιτία για την οποία ο νόμος απαιτεί ιδιαίτερο τύπο, είναι, κατά το άρθρο 875Α.Κ., άκυρη αν δεν γίνει με τον τύπο αυτόν.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 369 ΑΚ προκύπτει ότι οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, και σαν σύμβαση πρέπει να νοηθεί όχι μόνον η εμπράγματη αλλά και η ενοχική. Τέλος, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 159 του ΑΚ, "δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη", κατά δε το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα "η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε" και επομένως δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις συνεκδικασθείσες συναφείς από 25-8-2000 με αριθμό κατάθεσης 8673/2000 και από 19-7-2001 με αριθμό κατάθεσης 6968/2001 αγωγές εξέθεσαν οι ενάγοντες ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι και συγκύριοι με τους εναγόμενους τμημάτων της περιγραφόμενης κατά θέση, έκταση και όρια, μεγάλης, εκτός σχεδίου πόλεως εκτάσεως και ότι τον Μάιο του 1995 συμφωνήθηκε, εκτός των άλλων, εγγράφως, μεταξύ αυτών και των εναγομένων, προκειμένου να αξιοποιηθεί κατά τον καλύτερο τρόπο η κοινή, κατά ένα μέρος περιουσία τους, ότι το προερχόμενο από την πώληση, απαλλοτρίωση υπέρ τρίτου και γενικώς μεταβίβαση οποιουδήποτε τμήματος της ανωτέρω εκτάσεως τίμημα θα διαιρείτο σε τέσσερα ίσα μέρη (όσοι και οι αδελφοί, δηλαδή, ο πρώτος ενάγων, ο δικαιοπάροχος του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου, που ήδη είχε αποβιώσει, ο δικαιοπάροχος του Π.
Μ. Α., που επίσης είχε αποβιώσει και ο Γ. Μ.) και θα αποδιδόταν στους υπόλοιπους συμβαλλόμενους, ανεξαρτήτως του αν το πωληθέν ή απαλλοτριωθέν τμήμα ήταν από αυτά της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου των συμβαλλομένων ή αν τα ποσοστά συγκυριότητας των, διαμορφωμένων κατά τα ανωτέρω, τεσσάρων ομάδων ήταν άνισα.
Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στις αγωγές, το περιεχόμενο της συμβάσεως αυτής είχε επί λέξει ως εξής: "Ασχέτως των υπαρχόντων δύο (2) διανεμητηρίων υπ' αριθ. .../1918 του συμβολαιογράφου Πειραιώς Κων/νου Παπαδόπουλου και .../1931 του συμβολαιογράφου Πειραιώς Άγγελου Στάμου, μετά των σχεδιαγραμμάτων των, που αποτελούν τους αρχικούς τίτλους των ιδιοκτησιών μας, αποδεχόμεθα και δηλούμεν όπως ό,τι τεμάχιον πωληθεί εις τρίτους, απαλλοτριωθεί υπέρ τρίτων και γενικώς μεταβιβασθεί εις τρίτους καθ' οιονδήποτε τρόπον, το εισπραχθησόμενο τίμημα εξ αυτής θα περιέρχεται κατ' ισομοιρίαν και δη κατά το 1/4 εις έκαστον εκ των 1) Γ.
Δ. Μ., 2) Π. Δ. Μ., 3) κληρονόμους Α. Δ. Μ. (τους τρεις υιούς του Δ., Ν. και Π.) και 4) κληρονόμους Α. Δ. Μ. (τους τρεις υιούς του Χ., Δ. και Α.). Ασχέτως εις ποίον ανήκει το πωλούμενον ή απαλλοτριούμενον τεμάχιον, το τίμημα δεν περιέρχεται μόνον εις αυτόν, που ανήκει το συγκεκριμένον, αλλά κατά ποσοστό 1/4 εις έκαστον εκ των ανωτέρω υιών και εγγονών του Δ.
Α. Μ.. Πάσα προγενεστέρα συμφωνία δήλωσις ή ρύθμισις είναι άνευ ισχύος και θα εφαρμόζεται μόνον η παρούσα (αντέγραφον), ανατρέπουσα παν έγγραφον, συμβόλαιον, προϋπάρχον της παρούσης (τίτλους, διανεμητήρια κλπ) διά τους παρόντας αλλά και τους κληρονόμους-διαδόχους αυτών". Περαιτέρω, εξέθεσαν οι ενάγοντες στις αγωγές, ότι στις 11-1-2000 απαλλοτριώθηκε τμήμα της ανωτέρω περιοχής και ότι κάθε ομάδα έλαβε ως αποζημίωση ποσό ανάλογο με το ποσοστό συγκυριότητάς της, και ότι με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία οι εναγόμενοι οφείλουν να τους αποδώσουν τα προσδιοριζόμενα στην αγωγή ποσά.
Ακολούθως ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν νομιμοτόκως, στον πρώτο απ' αυτούς, ο μεν Π. Μ. το ποσό των 5.339.602 δραχμών, ο δε Γ. Μ. το ποσό των 11.487.720 δραχμών, και στον καθένα από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο από αυτούς, ο μεν Π. Μ. το ποσό των 1.780.352 δραχμών, ο δε Γ. Μ. το ποσό των 3.830.697 δραχμών.
Υπό τα εκτιθέμενα όμως στις συνεκδικασθείσες αγωγές πραγματικά περιστατικά, η επίδικη συμφωνία περί αναλήψεως υποχρεώσεως συναρτάται ευθέως και αποτελεί περιεχόμενο και όρο της βασικής συμφωνία που επικαλούνται οι ενάγοντες και διατυπώνεται στο έγγραφο που προαναφέρθηκε, ότι δηλαδή κανένα συμβόλαιο, κανένας τίτλος, κανένα διανεμητήριο, δεν έχει πλέον ισχύ και μάλιστα η συμφωνία αυτή θα δεσμεύει και τους κληρονόμους και ειδικούς διαδόχους των υπογραφόντων, σε τρόπον ώστε να καταργούνται με την συμφωνία αυτή τα εμπράγματα δικαιώματα που απορρέουν από τους τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων (διανεμητήρια κλπ), χωρίς περαιτέρω να διαλαμβάνεται στις αγωγές ότι τηρήθηκε προς τούτο ο νόμιμος τύπος του άρθρου 369 του ΑΚ, που αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την νομική βασιμότητα των ένδικων αγωγών, αφού η μη τήρηση εν προκειμένω του τύπου αυτού, συνεπάγεται την ακυρότητα της άνω συμφωνίας, ώστε να μην παράγονται συνεπεία τούτου έννομες συνέπειες απ' αυτήν, με συνακόλουθο οι αγωγές αυτές να είναι μη νόμιμες.
Συνεπώς, με το να απορρίψει το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις ένδικες αγωγές ως μη νόμιμες, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 180, 873 και 875 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, όπως και αυτή του άρθρου 182 του ίδιου Κώδικα, η οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν ήταν εφαρμοστέα, και επομένως, οι αντίθετες προβαλλόμενες αιτιάσεις με τους τρίτο και τέταρτο (τελευταίο) λόγους αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που συνεχίζεται η αναιρετική δίκη μεταξύ των εκ των αναιρεσειόντων Δ. Μ. του Α. και Χ. Μ. του Α. και των αναιρεσιβλήτων Μ. σύζ. Σ. Χ., το γένος Γ. Μ. και Γ. σύζ. Σ. Α., το γένος Γ. Μ., και να καταδικασθούν οι άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 07-11-2007 αίτηση αναίρεσης και αντίστοιχα καταργήθηκε η δίκη, μεταξύ των αρχικά πρώτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων και όλων των αρχικά αναιρεσίβλητων, όπως αυτή ήδη επαναλαμβάνεται με τους αφερόμενους στο σκεπτικό καθολικούς διαδόχους τους, καθώς και μεταξύ των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων και του πρώτου των αρχικώς αναιρεσιβλήτων, όπως επίσης αυτή επαναλαμβάνεται από τους καθολικούς διαδόχους του τελευταίου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 482/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Απορρίπτει την άνω αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που συνεχίζεται η αναιρετική δίκη μεταξύ των εκ των αναιρεσειόντων Δ. Μ. του Α. και Χ. Μ. του Α. και των αναιρεσιβλήτων Μ. σύζ. Σ. Χ., το γένος Γ. Μ. και Γ. σύζ. Σ. Α., το γένος Γ. Μ., για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως.
Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ