Supreme Court dismisses Town of Trikala's appeal against labor court rulings on collective agreement applicability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Town of Trikala's appeal against final judgments regarding labor disputes involving 26 residents. The Town argued for the application of specific labor laws, but the court found no violation of substantive rights as the lower courts correctly interpreted the scope of collective agreements. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the Town was ordered to pay legal costs to the represented appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1), 104 of the Code of Civil Procedure; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 2738/1999; Article 19 of Law 1876/1990; Article 22(2) of the Constitution: The Supreme Court must reject an appeal if the lower court correctly interpreted and applied substantive labor law provisions without error, thereby upholding the validity of collective agreements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 574 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 574/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Τρικκαίων, που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Θωμόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το όνομα του 18ου αναιρεσιβλήτου είναι "..." αντί του εσφαλμένου "..." που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: (αναφέρονται 26 ανερεσίβλητοι). Οι 1ος, 2η, 3η, 4η, 5ος, 12ος, 14ος, 15ος, 17ος και 23ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γρηγόριο Κοσσυβάκη και Μαρίνα Καραμέτου. Οι 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 13ος, 16ος, 18ος, 19ος, 20ος, 21ος, 22ος, 24ος, 25ος και 26ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση των δύο αυτών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2008 αίτησή του, με τις δε από 2-2-2009 προτάσεις του, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη (ως απαράδεκτης) της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως καθόσον αυτή απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 88/2006 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων και β) την αναίρεση της από τις προσβαλλόμενες υπ' αριθ. 171/2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων κατά παραδοχή ως βασίμων των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως κατά τα μέρη τους κατά τα οποία αυτοί κρίθηκαν βάσιμοι και την απόρριψη των ίδιων λόγων αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, καθώς και του πρώτου λόγου αναιρέσεως στο σύνολό του.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και, μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες η όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νομός, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται για συζήτηση η από 27-2-2008 αίτηση του Δήμου Τρικκαίων για αναίρεση α) της υπ' αριθ. 88/2006 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων και β) της υπ' αριθ. 171/2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο:
α) ο αναιρεσείων Δήμος εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολύχρονη Θωμόπουλο, β) οι 1ος, 2η, 3η, 4η, 5ος, 12ος, 14ος, 15ος, 17ος και 23ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γρηγόριο Κοσσυβάκη και Μαρίνα Καραμέτου και γ) όλοι οι λοιποί (6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 13ος, 16ος, 18ος, 19ος, 20ός, 21ος, 22ος, 24ος, 25ος και 26ος) αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν.
Όμως δεν προκύπτει ότι και ο 14ος αναιρεσίβλητος (...) χορήγησε πληρεξουσιότητα σε κάποιον από τους προαναφερόμενους δικηγόρους (Γρηγόριο Κοσσυβάκη και Μαρίνα Καραμέτου), με κάποιον από τους συστατικούς τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ.1 ΚΠολΔ, για να τον εκπροσωπήσει κατά την προκειμένη συζήτηση της υποθέσεως, δεδομένου ότι αυτός δεν περιλαμβάνεται στα προσκομιζόμενα πληρεξούσια.
Επομένως ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν παρέστη με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο και ως εκ τούτου θεωρείται ως δικονομικώς απών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 2018 Γ, 2014 Γ, 2013 Γ της 10-11-2008, 2035 Γ, 2036 Γ της 11-11-2008, 2017 Γ, 2015 Γ της 10-11-2008, 2037 Γ της 11-11-2008, 2011 Γ της 10-11-2008, 2047 Γ της 13-11-2008, 2012 Γ, 2023 Γ της 10-11-2008, 2045 Γ της 12-11-2008, 2028 Γ, 2030 Γ της 11-11-2008, 2016 Γ της 10-11-2003 και 2034 Γ της 11-11-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων Αθανασίου Μπαμπανάρα, αντίστοιχα, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν από τους ως άνω υπό το στοιχείο γ' αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, καθώς και στο 14ο αναιρεσίβλητο (...), ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, θεωρείται ως δικονομικώς απών, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, παρά το ότι οι εν λόγω υπό το στοιχείο γ' αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο και παρά το ότι ο προαναφερόμενος 14ος αναιρεσίβλητος δεν έλαβε μέρος κατά την προκειμένη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και έτσι θεωρείται, όπως προαναφέρθηκε, ως δικονομικώς απών, εν τούτοις πρέπει, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία όλων αυτών.-
2.- Επειδή, από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η έφεση γίνει, δεκτή κατά τύπους και απορριφθεί κατ' ουσίαν, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 171/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω δικαστήριο δέχτηκε με την απόφασή του αυτήν κατά τύπους την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της από τις συμπροσβαλλόμενες υπ' αριθ. 88/2006 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως καθόσον απευθύνεται κατά της αμέσως πιο πάνω πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.-
3.- Επειδή, κατά το δεύτερο μέρος της διατάξεως του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά ένα από τα μέρη του προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, εκδικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 88/2006 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, εσφαλμένως δεν δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και εξαιτίας τούτου κατέστησε την απόφαση του αυτήν αναιρετέα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί το αποδιδόμενο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αλλ' ούτε και από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, το οποίο περιοριστικά προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως που μπορούν να προταθούν.
Περαιτέρω, με άλλο μέρος του ίδιου (πρώτου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται, όπως εκτιμάται, και η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην ίδια (από τον αριθμό 3 περ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ προβλεπομένη) πλημμέλεια, γιατί εσφαλμένως δεν δέχτηκε με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του ότι και το ίδιο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και εξαιτίας τούτου κατέστησε την απόφασή του αυτήν αναιρετέα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το τελευταίο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί πράγματι το Πολυμελές Πρωτοδικείο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση της εν λόγω υποθέσεως, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 18 αριθ. 2 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα του υπαγόταν η ως άνω έφεση που είχε ασκηθεί (και μάλιστα από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα) κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων της περιφέρειάς του.-
4.- Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτήν υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετουμένους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ..
Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιουμένους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.
Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.
Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α.
και Ν.Π.Δ.Δ., που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α.
καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού.
Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων, εργαζόμενοι σ' αυτόν δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, καθώς και ότι η μη χορήγηση σ' αυτούς της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 αποτελεί ευθεία παραβίαση τόσο της αρχής της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου όσο και του δικαιώματός τους ως εργαζομένων, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, για ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που έχουν καθιερωθεί με τις διατάξεις των όρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' αντίστοιχα, του Συντάγματος. Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό μοναδικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος Δήμου, κατά της υπ' αριθ. 88/2006 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως κρίθηκε από το τελευταίο δικαστήριο ότι οι αναιρεσίβλητοι υπό την ως άνω ιδιότητά τους δικαιούνταν την προαναφερόμενη ειδική παροχή, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν, επικυρώνοντας έτσι την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, για την αμέσως πιο πάνω αιτία, τα στην απόφαση αυτήν ειδικότερα αναφερόμενα, αντίστοιχα χρηματικά ποσά.
Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάζεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις της υπ' αριθ. 2/31607/0022 της 17/20-6-2002 κοινής αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας - Οικονομικών και Εσωτερικών (Φ.Ε.Κ.
τ. Β' 768), που αφορά τα κατ' αποκοπή έξοδα κινήσεως υπαλλήλων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος (και τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τα μέρη τους με τα οποία προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 'Ενα όμως μέλος του Δικαστηρίου, δηλαδή η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου έχει την ακόλουθη γνώμη:
Επειδή η ισότητα όσον αφορά τη μισθολογική μεταχείριση και η διασφάλιση ίσης αμοιβής σε όλους τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από φύλο η άλλη διάκριση, για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που επιβάλλονται στον κοινό νομοθέτη από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, αναφέρονται σε εργαζομένους, οι οποίοι παρέχουν όμοια εργασία και εργάζονται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες.
Επομένως δεν είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη η από το νόμο ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας μισθωτών που παρέχει, διαφορετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις ή συνθήκες εργασία (ΟλΑΠ 9-10/1999, ΑΠ 603/1999). Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2470/1997 ("αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις"), που, κατά το άρθρο του 33, άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, καθώς και με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003 ("μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. κ.λπ."), που , κατά το άρθρο του 56, άρχισε να ισχύει από 1-1-2004, ορίστηκε, αντίστοιχα, ότι στις διατάξεις καθενός από τους νόμους αυτούς υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι, εκτός άλλων, και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.). Με την υπ' αριθ. 2026439/3480/0022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α. επεκτάθηκαν, με βάση το άρθρο 24 του πιο πάνω ν. 2470/1997, έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-1997, διατάξεις του τελευταίου νόμου στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α.. Το ίδιο επαναλαμβάνεται για τους εργαζομένους στους Ο.Τ.Α. και στις από 17-2-2001 και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Ο.Τ.Α. (πράξεις καταθέσεως Υπ. Εργασίας υπ' αριθ. 92/17-12-2001 και 82/22-7-2002, αντίστοιχα). Ακόμη, με την υπ' αριθ. οικ. 2/7093/0022 της 5-2-2004 Κ.Υ.Α. (Φ.Ε.Κ.
τ. Β' 215/2004) επεκτάθηκαν, με βάση το άρθρο 21 του επίσης πιο πάνω ν. 3205/2003, έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2004, διατάξεις του τελευταίου νόμου στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.. Μεταξύ όμως των διατάξεων αμφοτέρων των ως άνω νόμων που επεκτάθηκαν με βάση τις πιο πάνω Κ.Υ.Α.
δεν περιλαμβάνονταν και, εκείνες του άρθρου 1 παρ. 1 καθενός από τους εν λόγω νόμους. Τέλος, με το άρθρο 14 του ν.3016/2002 ("για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις"), οι διατάξεις του οποίου άρθρου, κατά την παράγραφό του 6, άρχισαν να ισχύουν από 1-1-2002, ορίστηκαν, εκτός άλλων και τα εξής:
α) Με κοινές αποφάσεις των αναφερόμενων Υπουργών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων κα αυτών που υπογράφηκαν το έτος 2001 (παρ. 1).
β) Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, ολικά η εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι το ποσό των 176 ευρώ (παρ. 2).
γ) Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι το ποσό αυτό, οι δε ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες (παρ. 3).
δ) Με τις προβλεπόμενες από τις ως άνω διατάξεις των παρ. 1 και 2 κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: αα) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
ββ) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης. γγ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους (παρ. 4). Κοινή όμως απόφαση των αρμόδιων Υπουργών, με την οποία να χορηγείται η ειδική παροχή του ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και στο προσωπικό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) δεν εκδόθηκε.
Εκδόθηκε μόνο η ως άνω υπ' αριθ. 2/31607/0022 της 17/20-6-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Εσωτερικών ("κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης υπαλλήλων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης" - Φ.Ε.Κ. τ.Β' 768), με την οποία, εκτός άλλων, ορίστηκε και δη με την παρ.4 αυτής ότι "στους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α' βαθμού, που αποσπώνται σε υπηρεσίες άλλων Υπουργείων ή σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ.
καταβάλλεται ειδική μηνιαία πρόσθετη αμοιβή ποσού 88 ευρώ από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, για όσο χρόνο διαρκεί η απόσπασή τους. Η ανωτέρω αμοιβή καταβάλλεται στους εν λόγω υπαλλήλους εφόσον δεν λαμβάνουν άλλο επίδομα ή αποζημίωση, οποιασδήποτε μορφής, από τις υπηρεσίες στις οποίες υπηρετούν ως αποσπασμένοι εκτός και αν υπολείπεται του ποσού της ειδικής πρόσθετης αμοιβής, οπότε τους καταβάλλεται η διαφορά.....".
Από όλες τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η ως άνω ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 δεν είχε χορηγηθεί κατά το εδώ ενδιαφέρον ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως και 31-5-2005 και στο προσωπικό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.). Βέβαια είναι αληθές ότι με πληθώρα άλλων κοινών υπουργικών αποφάσεων η εν λόγω ειδική παροχή χορηγήθηκε σε υπαλλήλους διαφόρων Υπουργείων κ.λπ, πλην όμως η με τον τρόπο αυτόν (από το νόμο) ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση των κατηγοριών αυτών εργαζομένων δεν είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, διότι πρόκειται για εργαζομένους, οι οποίοι παρέχουν διαφορετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις και συνθήκες εργασία από εκείνη την οποία παρέχει το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και μάλιστα εκείνη την οποία παρέχουν αυτοί που υπηρετούν σ' αυτούς (Ο.Τ.Α.) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου ή ορισμένου χρόνου.
Δεδομένου ότι, ειδικότερα, η προαναφερόμενη ειδική παροχή χορηγήθηκε στις άλλες κατηγορίες υπαλλήλων ακριβώς ενόψει των καθηκόντων τους και των υπηρεσιών που προσφέρουν, οι οποίες είναι διαφορετικές από τις υπηρεσίες των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. και παρέχονται υπό διαφορετικές προϋποθέσεις και συνθήκες.
Γι' αυτό και γίνεται η ειδική μνεία στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ότι οι σχετικές ρυθμίσεις αναφορικά με τη χορήγησή της από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενης ειδικής παροχής στο προσωπικό των Ο.Τ.Α. (καθώς και στο προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ.) "περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προΰπολογισμό τους δυνατότητες".
Μάλιστα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και η ως άνω από την παρ. 4 της υπ' αριθ. 2/31607/0022 της 17/20-6-2002 Κ.Υ.Α. προβλεπόμενη ειδική μηνιαία πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται, όπως προαναφέρθηκε, στους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α' βαθμού, που αποσπώνται σε υπηρεσίες άλλων Υπουργείων ή σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ. μόνο για όσο χρόνο διαρκεί η απόσπασή τους και καταβάλλεται σ' αυτούς εφόσον δεν λαμβάνουν άλλο επίδομα ή αποζημίωση" οποιασδήποτε μορφής, από τις υπηρεσίες στις οποίες υπηρετούν ως αποσπασμένοι εκτός αν το εν λόγω επίδομα ή αποζημίωση υπολείπεται του ποσού της ειδικής αυτής πρόσθετης αμοιβής, οπότε τους καταβάλλεται η διαφορά.
Έτσι η προαναφερόμενη ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 δεν μπορεί να χορηγηθεί στο προσωπικό των Ο.Τ.Α. κατ' εφαρμογή της ως άνω συνταγματικής αρχής της ισότητας, όπως δεν μπορούν να χορηγηθούν στους δημοσίους υπαλλήλους κ.λπ, κατ' εφαρμογή της ίδιας αρχής και άλλες παροχές που χορηγήθηκαν σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων και για εκτέλεση συγκεκριμένου έργου με την επίκληση σχετικών διατάξεων του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003 (πρβλ.
ΑΠ 107/2008). Ενόψει αυτών το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και αυτό γιατί οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνταν να λαμβάνουν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (1-1-2003 έως 31-5-2005) την ως άνω ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, εφόσον δεν είχε εκδοθεί κοινή απόφαση των αρμόδιων Υπουργών, με την οποία να χορηγείται η εν λόγων ειδική παροχή και στο προσωπικό των Ο.Τ.Α., στο οποίο (προσωπικό) υπάγονται και οι αναιρεσίβλητοι ως εργαζόμενοι.
Δεν είναι δε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, συνταγματικώς ανεπίτρεπτη η με βάση τις κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν ευνοϊκότερη μεταχείριση άλλων εργαζομένων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., στους οποίους με τις τελευταίες Κ.Υ·Α. χορηγήθηκε η προαναφερόμενη ειδική παροχή, ακριβώς διότι πρόκειται για εργαζομένους που παρέχουν διαφορετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις ή συνθήκες εργασία.
Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος (και τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τα μέρη τους με τα οποία προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, θα έπρεπε, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Οι επίσης από την ίδια διάταξη (του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ) α) δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα μέρη τους με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως του άρθρου 1 του ν. 2738/1999 (που αφορά το πεδίο εφαρμογής του) και του άρθρου 19 του ν. 1876/1990 (που αναφέρεται σε ρυθμίσεις που αφορούν εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, ν.π.δ.δ.
και Ο.Τ.Α.) και β) τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως της παρ. 2 του άρθρου 22 του Συντάγματος (με την οποία ορίζεται ότι με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας κ.λπ), του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 2738/1999 και του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990 (που αφορά την ισχύ της συλλογικής συμβάσεως εργασίας) και της παρ. 1 του ως άνω άρθρου 19 του ίδιου (τελευταίου) νόμου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού δεν συνέτρεξε παραβίαση των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο ούτε προσέδωσε στις διατάξεις αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, αλλ' ούτε και εσφαλμένως εφάρμοσε ή παρέλειψε να εφαρμόσει τις εν λόγω διατάξεις.- 5.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.
Ο αναιρεσείων Δήμος, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των νόμιμα παριστάμενων και ως εκ τούτου κατ' αντιμωλία δικαζόμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημα τούτων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Ζήτημα επιδικάσεως ή μη δικαστικής δαπάνης υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων δεν τίθεται, προεχόντως εφόσον, αναφορικά μεν με τους ως άνω υπό το στοιχείο γ' στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενους αναιρεσιβλήτους, δεν υποβλήθηκε από αυτούς, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, σχετικό αίτημα, αναφορικά δε με το 14ο αναιρεσίβλητο λόγω του ότι αυτός θεωρείται ως δικονομικώς απών και ως εκ τούτου θεωρείται, συναφώς, και ότι δεν υποβλήθηκε και από αυτόν σχετικό αίτημα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Δήμου Τρικκαίων για αναίρεση α) της υπ' αριθ. 88/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων και β) της υπ' αριθ. 171/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Τρικκαίων στη δικαστική δαπάνη των νόμιμα παριστάμενων (1ου, 2ης, 3ης, 4ης, 5ου, 12ου, 15ου, 17ου και 23ου) αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ